Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010


Η Βέρα στο βυθό 13         2

Είχε αρχίσει να χαράζει,όταν έφυγε ο Ραγκιαβής.Ο Γιάννης απέναντί μου,στο τραπέζι της κουζίνας,κλαμένος ακόμα κι΄αμίλητοςμε κοίταζε μ΄ένα βλέμμα δαρμένου σκύλου.
Ράγισε η καρδιά μου.Τί να πω σ΄αυτό το αγόρι που είδε τον κόσμο που μόλις είχε αρχίζει να χτίζει με χρυσά όνειρα,ν΄αναποδογυρίζει από ένα φαρμακερό τηλεφώνημα.
Τον αγκάλιασα απ΄τους ώμους,ακούμπησα το κεφάλι μου στο δικό του.΄Ημουν κι΄εγώ απαρηγόρητη,πώς να παρηγορήσω εκείνον;Το μάτι μου έπεσε στο ταψί με το μπακλαβά.΄Όταν τον είχα φέρει από την κυρα-΄Αρτεμι τον είχε λιγουρευτεί.Χωρίς να το πολυσκεφτώ,πήρα απ΄το ντουλάπι ένα πιατάκι ,και χωρίς να τον ρωτήσω έβαλα ένα κομμάτι και τ΄ακούμπησα μπροστά του μαζί μ΄ένα ποτήρι παγωμένο γάλα.
-Φάτο,του είπα.Με κοίταξε διστακτικός.
-Κάνει,βρε Βέρα;
-Αν κάνει τι;
-Κάνει να φάω γλυκό τώρα;
-Γιάννη μου,ένα κομμάτι γλυκό,δεν πρόκειται να μας κάνει μεγαλύτερο κακό απ΄αυτό που μας βρήκε.Φάτο αγάπη μου.Φάτο να σε γλυκάνει-αρκετή πίκρα πήραμε απόψε…Κι΄ύστερα  κατ΄ευθείαν στο κρεβάτι.Μας περιμένει δύσκολη μέρα.Εγώ κατά
τις εννιά θα πάω στο Νοσοκομείο-εσύ δεν χρειάζεται νάρθεις.Μείνε εδώ,μήπως πάρει κανείς τηλέφωνο.
΄Εφαγε το γλυκό,ήπιε και το γάλα και κλείστηκε στο δωμάτιό του.΄Ενοιωθα τις αρθρώσεις μου λυμένες.Το κεφάλι μου βούιζε.Τα μάτια μου καίγανε σαν κάποιος νάχε ακουμπήσει πάνω τους αναμένα κάρβουνα.Αυτό ήταν λοιπόν.Ο ένας στα χέρια του Θεού,στο δρόμο για τον ουρανό κι΄η άλλη  σ΄ένα κρεβάτι νοσοκομείου ανίδεη για το τι την περίμενε όταν θα ξανάνοιγε τα μάτια της.Κι΄εγώ;΄Επρεπε με κάθε τρόπο
να κρατηθώ ,ν΄ανασυνταχτώ για ν΄αντιμετωπίσω τις μέρες οδύνης που θ΄ακολουθούσαν.Πρώτη μου δουλειά,να ζητήσω άδεια σκέφτηκα.Επ΄αόριστον-κι΄αν την πάρω,την πήρα αλλιώς θα παραιτηθώ.Εδώ χρειάζομαι.Εδώ πρέπει να μείνω-κοντά στο Γιάννη και τη μαμά όταν θα βγει απ΄το νοσοκομείο.Πρέπει να τους στηρίξω-και τους δυο.Ποιος θα στήριζε εμένα ούτε που νοιάστηκα.΄Ενοιωθα σιγά σιγά να με κυριεύει μια δύναμη που δεν φανταζόμουν ότι έκρυβα μέσα μου.Θα τους προστάτευα.Ας έσπαγαν πάνω μου τα κύματα-μπορούσα ν΄αντέξω.Αυτό θα ήθελε κι΄ο μπαμπάς από μένα –να σταθώ όρθια-η δυνατή του κόρη που μεγάλωσε κι΄ωρίμασε σε  μια νύχτα.
Δοκίμασα να μπω στην κρεβατοκάμαρα.Δίπλα στο κρεβάτι,οι δυο βαλίτσες ,ένα σακ-βουαγιάζ,μια ελαφριά ζακετούλα και η σπορ ταξιδιωτική της τσάντα.΄Ενας αλλόκοτος θυμός με πλημμύρισε.Κλώτσησα τις βαλίτσες με δύναμη και βγήκα κλαίγοντας απ΄το δωμάτιο.΄Ηρθαν οι βαλίτσες αλλά όχι εκείνοι.Τί να τις κάνω-άχρηστες μου ήταν.
Στο μπάνιο,έρριξα στο πρόσωπό μου κρύο νερό και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου με τα ρούχα.Περίμενα να ξημερώσει για τα καλά για να φύγω για το Νοσοκομείο.Δε με χωρούσε το σπίτι.Σηκώθηκα και βγήκα στο μπαλκόνι.Μισούσα την καινούργια μέρα που ξημέρωνε ,μισούσα τον ήλιο που ανέβαινε κι΄έβαφε με κόκκινο και πορτοκαλί τον ορίζοντα.Η δική μου ψυχή ήταν μαύρισμένη απ΄τον πόνο.Κάτω στην αυλή  είδα με την άκρη του ματιού την κυρα-΄Αρτεμι ν΄ανεβαίνει τα σκαλιά της εισόδου.Σε λίγο
μου χτύπησε το κουδούνι.Μ΄έσφιξε στην αγκαλιά της πολλή ώρα αμίλητη-κι΄αυτή κλαμένη.
-Αχ! Κοκώνα μου, αχ! Βέρα μου τι ήταν αυτό που μας βρήκε παιδί μου.Μου τάπε τα νέα ο κ.Ραγκιαβής την ώρα που έφευγε.΄Ακουσα τη φασαρία, σας είδα με το ταξί μες τ΄άγρια μεσάνυχτα να φεύγετε και τόβαλα με το νου μου-να δεις λέω που κάτι κακό συνέβη-πού να πάει ο νους μου σε τέτοια τραγωδία.Αχ! οι άμοιροι-τι κρίμα,νέος άνθρωπος και πάνω στις καλές τις μέρες…..
Είχαμε καθίσει στην κουζίνα,έφτιαξα καφέ και τον σερβίρισα.Εκεί στη μέση του τραπεζιού ήταν ακόμα το ταψί με το μπακλαβά΄Το είδε η κυρα-΄Αρτεμι και τη ξαναπήραν τα δάκρυα.
-Κι΄εγώ που περίμενα πως και πώς να τους γλυκάνω….Τί κακό ήταν αυτό…
Αλλά πώς να τα βάλεις με το Θεό παιδί μου-έτσι έγραψε έτσι έπραξε…Αγάντα κοκώνα μου-σας άφησε τουλάχιστο τη μανούλα σας-αγάντα παιδί μου.
Νάτο πάλι-οπού γράφει δε ξεγράφει-ο Θεός είπε κι΄ελάλησε κι΄η βούληση του όρντινο.Δεν ήταν ευχή αυτή της θείας Ανεζώς-για ευχή την είπε,ρήση σημαδιακή αποδείχτηκε.
-Για πότε είναι η κηδεία Βέρα μου; Με χτύπησε σαν αστροπελέκι η ερώτησή της.
Η κηδεία;Ποια κηδεία;Ως εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θάπρεπε ν΄ανεβούμε κι΄αυτό το Γολγοθά.Βήμα-βήμα έμπαινα όλο και πιο βαθειά στο δράμα που ζούσα..
-Δε ξέρω κυρά ΄Αρτεμι,ο κ.Ραγκιαβής θα κανονίσει…θα σου πω…
-Ναι παιδί μου να μου πεις σε παρακαλώ νέος άνθρωπος να πάει έτσι στα χαμένα..Κρίμα…Κρίμα…Κρίμα…συνέχισε να λέει μέχρι που άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά.
Κοίταξα το ρολόι μου-οκτώ και τέταρτο.Πρέπει ν΄αλλάξω και να κατέβω να βρω ταξί.
Αγάντα Βέρα..






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου