Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΑ "ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ ΜΟΥ"

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ




Έλα,μια βόλτα στη ζωή μου
να σε πάω
τις Συμπληγάδες που περνάω 
να περάσεις
να δεις τον κόσμο απ'τις γωνιές
που τον κοιτάω
με της ψυχής μου το παράπονο
να κλάψεις


Έλα,μια βόλτα στη ζωή μου 
να σε πάω
να δεις τον κήπο που φυτεύω
τα όνειρά μου
στα χαρακώματα να μπεις
που πολεμάω
και να κρατήσεις αγκαλιά
την ερημιά μου.


Έλα μαζί μου
με τα πάθη μου να πάθεις
να δεις ποιός είμαι
να μ'αγγίξεις,να με μάθεις
κι'ύστερα πες πως μ'αγαπάς
να το πιστέψω...
κι'ύστερα πες πως μ'αγαπάς
να σε πιστέψω!



Σ.Τ.

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ "ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ" ΚΕΦ.1




Εκείνο το απόγευμα της Παρασκευής πριν δυο μήνες,θα της μείνει αξέχαστο μέχρι να κλείσει τα μάτια της.Άκου τώρα!Έφαγε χοντρή «πόρτα» μέσα στο ίδιο της το σπίτι από τον ίδιο της τον άντρα!Τέτοια «πόρτα» που δάκρυσαν μάτια και μάτωσαν ρουθούνια-τρόπος του λέγειν!Όχι πως δεν το περίμενε-χρόνια τώρα το έβλεπε να έρχεται..και το έτρεμε.Απλά,έτρεφε μια ουτοπική ελπίδα πως θα κατάφερνε να το προλάβει.Στα τριανταοκτώ της και μετά από δεκάξη χρόνια γάμου είχε καταφέρει-ένας θεός και το αδηφάγο στόμα της ξέρουν πώς-ν’αυξήσει το βάρος που είχε τη μέρα που παντρεύτηκε,εικοσιδύο χρονών συλφίδα,στο εκατό τοις εκατό.Τα σκάρτα
εξήντα κιλά που ζύγιζε όταν ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας ,έγιναν εβδομήντα πέντε μετά την πρώτη γέννα,κόλλησαν πάνω της σαν βδέλλες κι’υποδέχτηκαν τα επόμενα είκοσι που ήρθαν για να μείνουν κι’αυτά μετά τη δεύτερη γέννα.Από κει και ύστερα την πήρε η κατηφόρα,όσο το βάρος της έπαιρνε την ανηφόρα.Τη ζυγαριά την είχε κόψει από φιλενάδα εδώ και καιρό.Εντάξει πάχυνα,σκεφτόταν αλλά θ’αδυνατίσω.Σήμερα αύριο,θ’αρχίσω δίαιτα.Δεν την άρχισε ποτέ.Ένα βράδυ Σαββατιάτικης εξόδου,την ώρα που πήγε να κουμπώσει το μαύρο σατέν παντελόνι που είχε να το φορέσει κάτι μήνες,το κουμπί της μέσης έδωσε ένα πήδο και βρέθηκε στο πάτωμα.Έσκυψε να το πιάσει κι’άκουσε τρομοκρατημένη το κρακ-κρακ της ραφής που σκιζόταν για ν’αφήσει ελεύθερο το χώρο που διεκδικούσε πεισματικά ο πισινός της.Εκεί,έχασε τη ψυχραιμία της .Έτρεξε λαχανιασμένη στη ζυγαριά.Ανεβο-
κατέβηκε τρεις φορές μέχρι να βεβαιωθεί ότι το νούμερο που έβλεπε,δεν το έβλεπε λάθος.Εκατόν είκοσι έδειχνε η σκύλλα.Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία δέκα χρόνια,πότε από δω,πότε από κει,της χτυπούσαν κάτι καμπανάκια.΄Εκανε πως δεν τα άκουγε.
-Ρε μάνα,έτσι που χόντρυνες,θα σε φωνάξουν όπου νάναι στο Χόλλυγουντ να παίξεις την Όρκα-της πέταξε μια μέρα ο γιος της όπως την έβλεπε χυμένη στον καναπέ να τσακίζει ένα κομμάτι ραβανί.Αγρίεψε.Ορίστε τώρα.Ένα σκατό δεκαπέντε χρονών να κριτικάρει τη μάνα του!!
-΄Ακου να σου πω ξερόλα μου,ένα μαντράχαλο και μια κοκλάνα έβγαλα από μέσα μου-τι περίμενες δηλαδή να μείνω η στέκα που είμουνα;
-Άσε ρε μάνα.Εμείς τα κιλά μας τα πήραμε μαζί την ώρα που βγήκαμε.Δικά σου είναι αυτά που κουβαλάς .Σταμάτα να τρως.Δεν ακούς τι λένε οι γιατροί για τους υπέρβαρους στην τηλεόραση;Θ’ανεβάσεις καμιά πίεση,θα πάθεις καμιά-πώς τη λένε κι’όλας να δεις-στεφανιαία νόσο,μάλιστα-και θα σε χάσουμε ρε μάνα!!Κάνε κράτει.
Ορίστε μας,το σκατό έγινε τώρα και γιατρός!!Η κόρη της πάλι που απ’τα δεκατρία
άλλη δουλειά δεν είχε παρά να νοιάζεται για το μέλλον της,ντρεπόταν να κυκλοφορεί μαζί της.
-Άσε,καλέ μαμά,θα σε βλέπουν και θα λένε πως άμα μεγαλώσω θα γίνω σαν κι’εσένα.Έτσι λένε στην τηλεόραση.Οι άντρες βλέπουν την πεθερά και ξέρουν πώς θα γίνει κι’η κόρη.Δε θα βρω άντρα να παντρευτώ-αυτό θέλεις;
Αμάν αυτή η τηλεόραση.Αυτή την είχε πάρει στο λαιμό της.Τη μπέρδευε πανάθεμά την.Απ’τη μια «στους άντρες αρέσουν οι μπαμπάτσικες,ακόμα και οι χοντρές έχουν τους θαυμαστές τους.Οι άντρες θέλουν πιασίματα στη γυναίκα-δε γουστάρουν τις κοκκαλιάρες».Απ’την άλλη,άκουγε σε κάτι μεσημεριάτικες εκπομπές ότι ο τάδε χώρισε τη γυναίκα του γιατί πάχυνε πολύ μετά το γάμο.Ο δείνα ,δεν τη χώρισε τη γυναίκα του που πάχυνε,την κράτησε γιατί τον βόλευε στα οικιακά αλλά άλλαζε τις γκόμενες σαν τα πουκάμισα.Ο τρίτος από τότε που πάχυνε η γυναίκα του,την έβλεπε και πάθαινε σεξουαλική αναστολή-ούτε να την φτύσει!Δεν ήξερε τί να πιστέψει πια..Τόσο τρομερό ήταν που πάχυνε;Η πρώτη για η τελευταία ήταν;Οι φιλενάδες κι’οι γυναίκες των φίλων του άντρα της,είχαν όλες κι’από μια συμβουλή.
-Κόψε το πολύ φαί.Ψωμιά,σάλτσες,πατάτες,ζυμαρικά κάνε τα στην άκρη.
-Μη ξεσκίζεσαι όταν κάθεσαι να φας.Να τρως πολλές φορές την ημέρα από λίγο.
-Τρώγε όσο θέλεις-αλλά δυο μέρες τη βδομάδα πίνε μόνο νερό..
-Γυμναστική παιδί μου,άσκηση-χωρίς άσκηση δεν θα κάνεις τίποτε.
Της πέταγαν και κάτι τρελλά:
-Να πας να σου βάλουν στο στομάχι δακτύλιο.
-Να πας να σου βάλουν μπαλονάκι.
-Να πας να στο δέσουν.
-Να πας να στο μικρύνουν.
Από την τηλεόραση τ’άκουγαν και της τα ξεφούρνιζαν,όπως τ’άκουγε κι’εκείνη κι’ανατρίχιαζε.Πανικός την έπιανε.
Αυτά,από όσες υποτίθεται πως την αγαπούσαν.
Οι «άλλες» πάλι,το έβλεπαν αλλιώς.
-Έλα μωρέ,δίαιτες και μαλακίες.Θα χαλάσεις τη ψυχολογία σου.Καλύτερα χοντρή και χαρούμενη παρά αδύνατη και στερημένη.
-Εντάξει,κάνε δίαιτα αλλά εξήντα κιλά δε τα ρίχνεις εύκολα-πρέπει να έχεις θέληση.Έχεις;
Φαίνεται πως δεν είχε γιατί η άποψη που τη βόλευε μέχρι πρόσφατα ήταν αυτή της
κολλητής της,της Φαίης.
-Ρε βλάκα,τι βασανίζεσαι;Πάχυνες..και λοιπόν;Οι άντρες μπορεί να μην το παραδέχονται αλλά τις γουστάρουν τις χοντρούλες.Ξέρεις πόσες λιπόσαρκες καλλονές έχουν φάει κέρατο από χοντρές;Οι χοντρές σου λέει,τους ανάβουν.Γουστάρουν να κουτουπώνονται μέσα σε μπούτια και στήθεια πληθωρικά-τους θυμίζουν την κοιλιά της μάνας τους.Ο Μάκης τι σου λέει;Τον έχεις ρωτήσει ποτέ ανοιχτά;
Δεν τον είχε ρωτήσει αλλά τα σήματα που έπαιρνε κατά καιρούς δεν της ήταν και τόσο ευχάριστα.Τον πρώτο καιρό έκανε πως δεν έβλεπε τη συσσώρευση των κιλών στο αντικείμενο του πόθου του.Σιγά-σιγά όσο η κατάσταση διαιωνιζόταν,άρχισε τις μπηχτές.
-Ρε Αλέκα,παραπάχυνες ρε γαμώ το.Κάνε καμιά δίαιτα να χάσεις κανένα κιλό.Μούρχεται καμιά φορά να σε «πάρω» στο όρθιο και τρέμω μη μου πέσει η μέση ρε Αλεκάκι.
Ένα βράδυ όπως πήγαιναν για τα «προκαταρκτικά»,της έκανε την καρδιά περιβόλι.
-Ρε Αλέκα σε θυμάμαι πώς ήσουν όταν παντρευτήκαμε και μου έρχεται να βάλω τα κλάματα.Πεθύμησα να πηδήξω αδύνατη γυναίκα ρε μάνα μου..Τις βλέπω να κυκλοφορούν με τα παϊδάκια και τις κοιλίτσες έξω και μου τρέχουν τα σάλια σαν το σκύλο που βλέπει το κόκκαλο από μακρυά.Καμιά ώρα θα χυμήξω σ’όποια βρω μπροστά μου,κι’ότι γίνει έγινε!!
Αυτό την πόνεσε-την πλήγωσε.Αλλά πιο πολύ την πλήγωσε το άλλο.
Της το πέταξε στη διάρκεια μιας νυχτερινής τους προσπάθειας «συνεύρεσης».
Του βγήκε σαν παράπονο,με μια μικρή δόση αγανάκτησης.
-Ή θ’αδυνατίσεις ή ξέχνα το πήδημα.΄Ετσι που κατάντησες στο κυνήγι του θησαυρού ξαμολιέμαι κάθε φορά για να βρω το μέλι Αλέκα μου..΄Αντε πια!Πάρτο απόφαση και ράψε το ρημάδι το στόμα σου.Φτάνω σε φάση στόχευσης και χάνω το στόχο ρε γαμώ το μου!
-Μήπως νάρθω από πάνω Μάκη μου;πρότεινε με μισό στόμα.
-Αντε να το δοκιμάσουμε κι’έτσι.Ανέβα-με το μαλακό έτσι;Μη με κάνεις χαλκομανία!!
Στην αρχή κάτι πήγε να γίνει.Στα τρία λεπτά τα γόνατά της πάθανε αγκύλωση.Έπεσε στο πλάϊ αποκαμωμένη,απογοητευμένη.Σκεπάστηκε άρον-άρον με το σεντόνι και βάλθηκε να κλαίει.Την αγκάλιασε-τρυφερός ήταν ο κακομοίρης.Έλα μωρέ της είπε,
μη στενοχωριέσαι,στο χέρι σου είναι να φτιάξουν τα πράματα-θα σου πληρώσω εγώ να πας σε γυμναστήριο-έλα τοφαλάκι μου κοιμήσου τώρα!Αυτό το τοφαλάκι,ήταν η χαριστική βολή.
-Δεν πάω σε γυμναστήριο του είπε-ντρέπομαι.Μόνη μου θ’αδυνατίσω-θα δεις.
Άρχισε δίαιτα από την άλλη μέρα;Όχι βέβαια.Ήθελε αλλά δεν μπορούσε.Παντελής έλλειψη αποφασιστικότητας.Το παραδεχόταν.Όποτε πλησίαζε το ψυγείο κατ’εντολήν του στομαχιού της του έρριχνε μια γερή κλωτσιά-αλλά το άνοιγε και του έδινε να καταλάβει.
Από αύριο όμως;;Δίαιτα!Ναι,καλά!Ο Μάκης,είχε αρχίσει να χάνει το ερωτικό ενδιαφέρον του.Τον κυνηγούσε στις γωνιές του σπιτιού..Λούης ο Μάκης.Τα ψυχολογικά της άνθισαν σαν τα άνθη του κακού.Την κατάτρωγαν-από μέσα.Απ’έξω,εκεί..στα εκατόν είκοσι.
Μόνη της παρηγοριά,ο Στάθης ο κρεοπώλης.Γειτονάκι ,μεσοτοιχία με το «προικώον» της,την ήξερε από κοριτσάκι.Τώρα, σαραντάρης κι΄αυτός ,ανύπαντρος και «ανταγωνιστής» του Παβαρόττι,τράβαγε τις κορόνες του κόβοντας τις μοσχαρίσιες γάλακτος και τους κιμάδες.Μόλις την έβλεπε να μπαίνει στο κρεοπωλείο,παράταγε ό,τι έκανε και είχε δεν είχε πελάτη,έβαζε τα δυο του χέρια καπάκι στην καρδιά,έπαιρνε κι΄εκείνο το θεατρινίστικο ύφος του και της την αμόλαγε την κοτσάνα:
-Αμάν Αλέκα μου..Μή μπαίνεις στο απότομο στο μαγαζί,θα με στείλεις από καρδιά καμιά μέρα.Αμάν παιδί μου!!
΄Εκανε πως τσαντιζόταν:Δεν παρατάς τη σαχλαμάρα να κόψεις κανένα κιμά βρε Στάθη;Δυο φορές έτσι;
Της άρεσε όμως.Να κι΄ένας άντρας που με γουστάρει και χοντρή.Και «ξανακοι-μόταν» στα κιλά της.
 Μέχρι εκείνο το «αξέχαστο» απόγευμα της Παρασκευής,πριν δυο μήνες.Μόλις είχε ρίξει στο φούρνο το πυρέξ με την τυρόπιττα.Πάλαιψε με τον εαυτό της μέχρι ν΄αποφασίσει να τη φτιάξει.
-Για την πάρτη σου θα τη φτιάξεις-της φώναζε ο εαυτός της.
-Για τα παιδιά και το Μάκη θα τη φτιάξω-του απαντούσε.
-Σου ζήτησε κανείς τυρόπιττα;Εσύ τη λιγουρεύτηκες.Λιμάρα!
-Βρε,άει παράτα με.Εγώ θα τη φτιάξω κι΄όποιος θέλει τρώει!
Την έφτιαξε λοιπόν,την έχωσε στο φούρνο και στρώθηκε στον καναπέ ν΄απολαύσει το αγαπημένο της πρόγραμμα.
Ο «μαχαραγιάς» συνέχιζε τη μεσημεριανή του κούρα επιδερμίδας στην κρεβατοκάμαρα.Παρασκευή βράδυ ήταν καθιερωμένο-έβγαινε με τους φίλους του
για μπαράκι,ποτά και τέτοια.Σάββατο βράδυ έβγαιναν συν γυναιξί για ταβέρνα-χλαπάκιασμα δηλαδή.Λες και τόκανε επίτηδες ο αφιλότιμος!!Εκείνη,να βλέπει τις πιατέλες νάρχονται στο τραπέζι ,να πέφτει πάνω τους ανίκανη να κρατηθεί κι΄όλοι γύρω της να μετρούν τις μπουκιές της ,χασκογελώντας χαιρέκακα…Μια δόση τον άκουσε να βγαίνει και να τραβά κατά το μπάνιο.Πάλι θα μου χαλάσει την ησυχία ,σκέφτηκε,πάνω που κάθισα.Δεν πέρασαν πέντε λεπτά,άκουσε τη φωνή του.
-Αλέκααα!!
΄Εκανε την κουφή.
-Ρε Αλέκααα!!
-΄Ελα,τι θέλεις.
-Φέρε βρε κορίτσι μου μια καθαρή πετσέτα,αυτή βρωμάει και ζέχνει-σκούπισε κανείς τα πόδια του;
-Πού να ξέρω,το γιο σου ρώτα –αυτός τα κάνει κάτι τέτοια.
Του πήγε την πετσέτα και ξαναστρώθηκε στον καναπέ.
«Οι σχέσεις μέσα στο γάμο»,ήταν το θέμα της εκπομπής.Αυτοί οι ψυχολόγοι όλα τα ξέρουν-έξω απ΄το χορό.΄Αντε να δω ποιος θα πείσει το Μάκη πως δε χάλασε ο κόσμος αν έβαλα μερικά κιλά παραπάνω.Η τυρόπιττα στο φούρνο άρχισε να μοσχοβολά-το στόμα της άρχισε να σαλιώνει.Ξανάκουσε τη φωνή του.
-Ρε Αλέκα,δεν έχεις κανένα ψαλιδάκι που να κόβει;Αυτό που βρήκα μασάει,δεν κόβει-θα μου μασήσει και τα δάχτυλα μαζί με τα νύχια  που να πάρει ο διάολος.
Του πήγε και το ψαλιδάκι και ξαναστρώθηκε.
«Τα βασικά ζητούμενα στις σχέσεις των συζύγων,πέρα απ΄τον έρωτα, είναι η κατανόηση και ο σεβασμός της προσωπικότητας του άλλου» έλεγε η ψυχολόγος.
Μάλιστα!!΄Όταν ο άλλος σε αποκαλεί τόφαλο σούχει χεσμένη την προσωπικότητα από χέρι.΄Ακουσε το νερό να τρέχει-ντουσάκι ο κύριος.Δεύτερο σε μια μέρα.Το νερό που έτρεχε στο μπάνιο,της θύμισε τη φυσική της ανάγκη.Πήγε έξω απ΄την πόρτα.
-Μάκη αργείς;
-Γιατί,με περιμένει κανείς;
-Κατουριέμαι..
-Ε! και τι μου το λές,πήγαινε στο  βεσέ….
-Βρε Μάκη μου,ούτε να στρίψω δεν μπορώ εκεί μέσα…θα σφηνώσω!!
-Καλά άντε,έλα…Θα τραβήξω την κουρτίνα.
΄Ακου θα τραβήξει την κουρτίνα…
Μπήκε στο μπάνιο έκανε τα τσίσα της διακριτικά,κι΄ύστερα κάτι της ήρθε.Σηκώθηκε και τράβηξε απότομα την κουρτίνα.΄Αδωνις! Ο Ερμής του Πραξιτέλους πασαλειμένος με αρωματικό αφρόλουτρο.Ο άτιμος!’ Ολοι σχεδόν οι άντρες πάνω απ΄τα σαράντα κάτι έχουν..Μα,μια ψιλοχαλάρωση,μα μια σαμπρέλα γύρω απ΄τη μέση..αυτός τίποτα!Χάθηκε μια σαμπρελίτσα,μια αρχή φαλάκρας;Νάχει κι΄αυτή κάτι να του χτυπάει στα δύσκολα;΄Αψογος-και ορεκτικός και σεξουαλικός κι΄απ΄όλα.΄Ενιωσε το σώμα της να καίγεται,να φουντώνει.Γυάλισε το μάτι της.Στο κάτω-κάτω άντρας της ήταν-δεν ήταν; ΄Απλωσε το χέρι και τον «βούτηξε».Δεν το περίμενε-ξαφνιάστηκε.
-Μη ρε,γαμώ το..ρε Αλέκα τι κάνεις εκεί,τρελλάθηκες;
-Νάρθω κι΄εγώ;
΄Ηταν έτοιμη να καβαλήσει τη μπανιέρα.
-Πού νάρθεις ρε συ;Είσαι με τα καλά σου;
-΄Εεελα βρε Μάκηηη;
-Βγες έξω ρε παλαβιάρα και κλείσε την πόρτα..΄Αντε ,μη σε διαολοστείλω Παρασκευιάτικα!!-Και της τράβηξε βίαια το χέρι-της τράβηξε και την κουρτίνα κατάμουτρα.Χοντρή πόρτα.Αξέχαστη θα της μείνει.Γύρισε στο σαλόνι σαν πυροβολημένη κι΄άπλωσε τα εκατόν είκοσι κιλά της στον καναπέ.
Εκείνος απ΄το μπάνιο ένιωσε αυτό που εκείνη μέσα στην απελπισία της δεν πήρε είδηση.
-Καίγεται τίποτα;Ντουμάνιασε ο τόπος!!
Η τυρόπιττα!΄Ετρεξε στο φούρνο-κάρβουνο μέχρι τη μέση.΄Αει στο διάολο κι΄εσύ-
καλύτερα!
΄Εσβυσε το φούρνο,άνοιξε τις μπαλκονόπορτες και πήγε κατ΄ευθείαν στο κρεβάτι.΄Επεσε μπρούμητα και πήρε αγκαλιά το μαξιλάρι του με τη μυρωδιά του
ιδρώτα του.
Τάβαλε με τον εαυτό της,θυμωμένη για πρώτη φορά.
Ηλίθια, μαλακισμένη,άλλες παρακαλάνε νάχουν τέτοιον άντρα,κι΄εσύ τον έχεις κι΄όπου νάναι θα τον χάσεις,γιατί δεν μπορείς να ελέγξεις τα σαγόνια σου.Βλάκα!!
Κοιλιόδουλη-να ,τι είσαι.Μια χοντρέλω που δεν μπορεί να πάρει μια απόφαση.Δίαιτα λέμε να κάνεις,δεν λέμε να πεθάνεις της πείνας.Πές το μωρή ξεμυαλισμένη:Αύριο αρχίζω δίαιτα.Πές το!!
-Αύριο αρχίζω δίαιτα

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΝΕΡΟΣΤΑΓΟΝΑΣ! * Ένα "αχτένιστο" παιδικό παραμύθι!


μικρής Νεροσταγόνας 1


Η μικρή λαμπερή Νεροσταγόνα ξύπνησε ένα πρωί,μέσα στο ευρύχωρο αλλά σκοτεινό της σπίτι ,κάτω απ΄την επιφάνεια της γης και πήρε την απόφαση που από καιρό κλωθογύριζε στο μυαλό της.΄Επρεπε να κάνει αυτό το ταξίδι που ονειρευόταν απ΄τη στιγμή που γεννήθηκε.΄Επρεπε να πάρει τον ανήφορο,να σκαρφαλώσει ανάμεσα στα βράχια και τα χώματα που ήταν το ταβάνι του σπιτιού της,να βρει μια χαραμάδα για να περάσει και να βγει στο φως.Είχε ακούσει για το φως-δεν θυμόταν από πού-αλλά είχε ακούσει για τον ήλιο,που ζεσταίνει τα ζωάκια και τους ανθρώπους και κάνει τα δέντρα να πρασινίζουν και τα χρωματιστά λουλούδια ν΄ανθίζουν,είχε ακούσει για τη βροχή,για το άσπρο χιόνι,για τις λίμνες και τα ποτάμια που όπως της έλεγε η μαμά-Νεροσταγόνα ,ήταν κοντινοί συγγενείς της.Είχε ακούσει αλλά δεν είχε δει ποτέ,τίποτε απ΄όλ΄αυτά.Πώς ήταν οι άνθρωποι ,τα ζώα,τα χρώματα των λουλλουδιών και των δέντρων;Πώς ήταν το άσπρο του χιονιού το χειμώνα;Να !αυτά ήταν που ήθελε να δει και να μάθει.Είχε μεγάλη περιέργεια και δεν θα ήταν ποτέ ευτυχισμένη αν δεν τα έβλεπε όλα,από κοντά.
Σήμερα λοιπόν,ήταν η μέρα που θα ξεκινούσε το ταξίδι της.Το είχε αποφασίσει.
Σηκώθηκε ,πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μη ξυπνήσει τις αδερφούλες της,τις Νεροσταγονίτσες και τη μαμά –Νεροσταγόνα που κοιμόντουσαν ακόμα και τράβηξε για τη μικρή στενή τρυπούλα ,που ήταν η πόρτα του υπόγειου σπιτιού της.
Εκεί,στάθηκε,κοίταξε το σκοτεινό ταβάνι και αναστέναξε απογοητευμένη.Αυτό δεν το είχε σκεφτεί.Η τρυπόπορτα ήταν πολύ ψηλά.Πώς θάφτανε ως εκεί πάνω;Έστιψε το μυαλουδάκι της για κάμποση ώρα και τελικά ,βρήκε τη λύση.΄Επρεπε να ξυπνήσει τις αδερφούλες της τις Νεροσταγονίτσες.Αν αυτές την  έσπρωχναν προς τα πάνω όλες μαζί,θα μπορούσε να φτάσει στην τρυπόπορτα και να βγει επιτέλους στο φως.
Γλύστρησε κοντά τους και ψιθυριστά ,για να μη ξυπνήσει τη μαμά-Νεροσταγόνα ,τις σκούντηξε μιά-μια για να τους πει το σχέδιό της.
-΄Ει! Κορίτσια,ξυπνείστε,χρειάζομαι τη βοήθειά σας.
Οι Νεροσταγονίτσες ξύπνησαν ,τρίβοντας τα ματάκια τους κι΄άρχισαν τα χασμουρητά και τα παράπονα.
-Τι ,έπαθες αδερφούλα;Γιατί μας ξυπνάς πρωί-πρωί;Νυστάζουμε,θέλουμε να κοιμηθούμε λίγο ακόμα..
-Ακούστε,αδερφούλες μου..Αποφάσισα να κάνω εκείνο το ταξίδι που σας έλεγα.Θυμάστε;
Βαρέθηκα εδώ μέσα στα σκοτεινά.Θέλω να βγω στο φως-να δω τι υπάρχει πάνω απ΄το ταβάνι του σπιτιού μας αλλά μόνη μου,δεν μπορώ να φτάσω την τρυπόπορτα.Είναι πολύ ψηλά.
-Κι΄εμείς πώς μπορούμε να σε βοηθήσουμε;
-Αν με σπρώξετε ψηλά,με δύναμη ,όλες μαζί,νομίζω πως θα καταφέρω να τη φτάσω.Μη μου πείτε όχι αδερφούλες μου,σας παρακαλώ!Κάντε μου αυτή τη χάρη…
-Και τι θα πούμε στη μαμά όταν δει ότι λείπεις;Θα στενοχωρηθεί,θα νευριάσει και θα βρούμε το μπελά μας,όλες μαζί!!
-Πέστε της ότι πάω να δω το φως και να βρω την τύχη μου.
-Το ξέρεις όμως πως άμα βγεις απ΄το σπίτι μας ,μπορεί να χάσεις το δρόμο και να μην τα καταφέρεις να ξαναγυρίσεις;
-Το ξέρω,το ξέρω αλλά δεν με νοιάζει..μεγάλωσα πια-δεν μπορώ να μένω κλεισμένη εδώ μέσα αιώνια!..Λοιπόν;Θα με βοηθήσετε;
-Αφού το θέλεις τόσο πολύ,θα σε βοηθήσουμε αδερφούλα.
Σηκώθηκαν όλες μαζί και στάθηκαν κάτω απ΄την τρυπόπορτα.Πήραν στα χέρια τη μικρή Νεροσταγόνα και ένα-δύο-τρία χοοοπ!!έδωσαν ένα σάλτο και την  τίναξαν ψηλά.
Είχαν πάρει όμως τόσο μεγάλη φόρα,που μαζί με τη μικρή Νεροσταγόνα,πέρασαν απ΄την τρυπόπορτα και κάμποσες απ΄τις Νεροσταγονίτσες.Ξαφνικά,βρέθηκαν όλες μαζί πεσμένες πάνω στο πράσινο μαλακό χορτάρι κι΄άρχισαν να κατρακυλάνε στην πλαγιά του βουνού.Στην αρχή τρόμαξαν λίγο.Τα ματάκια τους θάμπωσαν απ΄το δυνατό χρυσαφί φως του ήλιου.Νά,λοιπόν,πώς είναι το φως,είδατε;τους είπε η μικρή Νεροσταγόνα.Είναι αυτό που μας βοηθά να βλέπουμε  όσα υπάρχουν γύρω
μας.
-Είδαμε,είδαμε ,φώναξαν όλες μαζί οι Νεροσταγονίτσες,ενθουσιασμένες.Είναι πολύ ωραίο το φως..και τόσο ζεστό!!Τί καλά ,που περάσαμε κι΄εμείς απ΄την τρυπόπορτα..Τώρα, θα ταξιδέψουμε παρεούλα,αδερφούλα!
  ΄Ετρεχαν με μεγάλη ταχύτητα,αγκαλιασμένες, στην κατηφόρα ανάμεσα στα πράσινα χόρτα  τους θάμνους και τις πέτρες  ,χωρίς να μπορούν να σταματήσουν.Σε λίγο,δεν φοβόντουσαν πια,είχαν συνηθίσει.Τους άρεσε αυτή η τρεχάλα στην πλαγιά του βουνού.Διασκέδαζαν με τη ψυχή τους,κυνηγώντας η μια την άλλη,με χαρούμενα ξεφωνητά.΄Ένα χελιδονάκι,στάθηκε ξαφνικά δίπλα τους και τις κοίταξε με περιέργεια.
Αυτή την τρελλή παρέα,δεν την είχε ξανασυνατήσει όσο καιρό πετούσε σ΄αυτά τα μέρη.
-Ποιες είστε΄σεις; Τις ρώτησε με τη ψιλή φωνούλα του.
-Είμαστε οι Νεροσταγόνες ,του απάντησαν όλες μαζί και πάμε ταξίδι.Εσύ,ποιος είσαι;
-Εγώ είμαι ένα πουλάκι!!Χελιδόνι με λένε..Μόλις γύρισα απ΄το δικό μου ταξίδι.Τώρα,πάω στη φωλιά μου.
-Δηλαδή ταξιδεύεις συχνά;
-Βέβαια!Φεύγω κάθε αρχή του χειμώνα πριν πιάσουν τα κρύα και γυρίζω πάλι την άνοιξη!Δεν το αντέχω το κρύο..Μπρρρρ!!!
-Δηλαδή τώρα είναι άνοιξη;ρώτησε η μικρή Νεροσταγόνα.
-Ασφαλώς,γι΄αυτό είναι όλα γύρω,καταπράσινα,δροσερά και μυρωδάτα!!
-Και πώς είπες ότι σε λένε;;
-Χελιδόνι!!
-Να πας στο καλό χελιδόνι!!
΄Ετσι,η μικρή Νεροσταγόνα κι΄οι αδερφούλες της,έμαθαν πώς είναι τα πουλιά και η άνοιξη..
Λίγο πιο κάτω, ήρθε και στάθηκε πάνω απ΄τα κεφάλια τους ένα γκρίζο σύννεφο
που έκρυψε για λίγο το φως του ήλιου.
-Ποιές είστ΄εσείς;τις ρώτησε.
-Είμαστε οι Νεροσταγόνες και πάμε ταξίδι.Εσύ ποιος είσαι;
-Εγώ είμαι το γκρίζο σύννεφο.΄Εχω μαζί μου τις Βροχοστάλες και πάμε την ανοιξιάτικη βροχούλα, στο διπλανό χωριό.Αλλά μια και σας συναντήσαμε,θα τις στείλω να σας κρατήσουν συντροφιά!΄Ετσι που ταξιδεύετε μονάχες,μπορεί και να χαθείτε-περιμένετε..Το σύννεφο,άνοιξε την αγκαλιά του,κι΄άφησε τις Βροχο-
στάλες να πέσουν πάνω στις Νεροσταγόνες.΄Ηταν τόσες πολλές,που η μικρή Νεροσταγόνα έχασε τις αδερφούλες της.
΄Ετσι, γνώρισε και τη βροχή.΄Ηταν πολύ ευχαριστημένη για την καινούρια γνωριμία,αλλά οι αδερφούλες της; Πού ήταν οι αδερφούλες της;
-Κορίτσια,κορίτσια!!φώναξε-πού είστε,δεν σας βλέπω,χαθήκαμε.
Δεν πήρε απάντηση-ποιος ξέρει που να βρίσκονταν τώρα οι Νεροσταγονίτσες.Ανακατεύτηκαν με τις Βροχοστάλες,σκέφτηκε,κι΄άντε τώρα να τις βρεις.΄Ετσι,αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι χωρίς τις αδερφές της,παρέα με τις καινούργιες της φιλενάδες.
Ξαφνικά, άκουσε χαρούμενα ξεφωνητά.
-Α! το δάσος-να το δάσος!!
-Τι είναι πάλι το δάσος; ρώτησε ξαφνιασμένη,τις Βροχοστάλες.
-Να,είναι αυτό το μέρος που βλέπεις,με τα πολλά δέντρα!!..Από΄κει θα περάσουμε..
΄Ετσι,η μικρή Νεροσταγόνα,γνώρισε το δάσος και τα δέντρα.
΄Όπως προχωρούσαν μέσα στο δάσος,ένα παράξενο πλάσμα στάθηκε από πάνω τους και τις κοίταζε με κάτι μεγάλα μαύρα μάτια
-Α! ένα ρυάκι ,είπε φωναχτά..Από πού ξεφύτρωσε;Δεν τόχω ξαναδεί στη γειτονιά..
-Γειά σου ελαφάκι,φώναξαν χαρούμενα οι Βροχοστάλες.Πάμε ταξίδι! Πρόσεξε–μη μας πιεις σε παρακαλούμε,θέλουμε να φτάσουμε στον ποταμό.΄Εχουμε μαζί μας και μια Νεροσταγόνα,που δεν έχει ξαναδεί ζωάκι σαν κι΄εσένα.Πες της καλημέρα.
-Καλημέρα Νεροσταγόνα.
-Καλημέρα και σε σένα.Έχασα τις αδερφούλες μου τις Νεροσταγονίτσες.Μήπως τις είδες;
-Ναι,ναι!! Τις είδα πριν από λίγη ώρα…
-ΑΧ!!Δεν πιστεύω να τις ήπιες;;
-΄Όχι ,,όχι…τις άφησα να περάσουν-πάνε κατά το ποτάμι.
΄Ετσι η μικρή Νεροσταγόνα,γνώρισε το ελαφάκι κι΄έμαθε  πώς είναι τα ζωάκια.Είχε γνωρίσει τόσα πράγματα,το ταξίδι της ήταν υπέροχο και θα ήταν πραγματικά,πολύ ευτυχισμένη αν είχε μαζί και τις αδερφές της.
-Μην ανησυχείς,της είπε η Βροχοστάλα που ταξίδευε δίπλα της.Θα τις συναντήσουμε πιο κάτω.
-Τελικά,είχα δίκηο,σκέφτηκε,που ήθελα να κάνω αυτό το ταξίδι.Τί όμορφος που είναι ο κόσμος ,πάνω απ΄το ταβάνι του σπιτιού μου..Η μαμά ,θ΄ανησυχήσει λίγο όταν δει πως λείπουμε,αλλά είμαι σίγουρη πως κι΄εγώ κι΄οι αδερφές μου,θα βρούμε τρόπο να γυρίσουμε σπίτι.Τώρα όμως,θα το διασκεδάσω.Βιαζόταν να φτάσει στον ποταμό.΄Ηθελε να γνωρίσει αυτόν τον κοντινό συγγενή της .Η μαμά-Νεροσταγόνα,της είχε πει τόσα πράγματα γι΄αυτόν.΄Ηθελε επίσης να γνωρίσει κι΄έναν άνθρωπο-άνθρωπο δεν είχε δει ακόμα..
-Θα δεις και άνθρωπο της είπε η Βροχοστάλα δίπλα της.Οι άνθρωποι συνηθίζουν να μαζεύονται κοντά στα ποτάμια..τ΄αγαπάνε πολύ!
-Μπα! Και τι κάνουν εκεί;
-Ψαρεύουν,κολυμπάνε,κάνουν μικρά ταξίδια με βάρκες…είναι ωραία-θα δεις!
Η σοφή Βροχοστάλα,είχε ταξιδέψει πολύ,ήξερε τόσα πράγματα που η μικρή Νεροσταγόνα δεν φανταζόταν καν.Αποφάσισε ότι μπορούσε να της έχει εμπιστοσύνη και περίμενε με ανυπομονησία να δει τα θαυμαστά που της περιέγραφε.
Είχαν περάσει πολλές ώρες απ΄τη στιγμή που έφυγε απ΄το υπόγειο σπίτι της μαζί με τις αδερφές της και σιγά –σιγά,το χρυσαφί δυνατό φως άρχισε να λιγοστεύει και να γίνεται πιο σκούρο.΄Αρχισε να μη βλέπει πια γύρω της τόσο καθαρά. Φοβήθηκε λιγο!
-Τι συμβαίνει;ρώτησε τη Βροχοστάλα
-Βραδιάζει,της απάντησε εκείνη.Νυχτώνει.Σκοτεινιάζει. Αλλά μην τρομάζεις!Αύριο πάλι θα δούμε το χρυσαφί φως.
-Α! Έτσι γίνεται;
-Βέβαια.Σε λίγο θα έρθει η νύχτα.Οι άνθρωποι,τα ζωάκια και τα πουλιά,θα πάνε στα σπίτια τους για να κοιμηθούνε-να ξεκουραστούνε!!
-Κι΄εμείς; Πού θα κοιμηθούμε εμείς;
-Πουθενά!Εμείς δεν σταματάμε ποτέ-ταξιδεύουμε συνέχεια.Δεν κοιμόμαστε καθόλου.
-Κι΄αν κουραστούμε;
-Εμείς δεν κουραζόμαστε ποτέ!
-Δεν κουραζόμαστε ποτέ,είπες;
-΄Όχι βέβαια,γιατί σπρώχνουμε και στηρίζουμε η μια την άλλη-κι΄όλες μαζί είμαστε το νερό.Τώρα πια,δεν είμαστε οι Νεροσταγόνες κι΄οι Βροχοστάλες.Είμαστε έ ν α! Είμαστε το νερό.Δεν τόχεις καταλάβει;
-Το νερό είπες;;
-Ναι! ΄Ετσι μας λένε οι άνθρωποι.Από δω και πέρα λοιπόν,καλή μου Νεροσταγόνα,
έχουμε την ίδια μοίρα και μαζί θα κάνουμε το ταξίδι,μέχρι τον ποταμό κι΄ακόμα πιο πέρα.
-Πού,πιο πέρα;
-Μέχρι τη θάλασσα χαζονεροσταγονίτσα-μέχρι τη θάλασσα!΄Εχεις δει ποτέ τη θάλασσα;
-Ποτέ!!
-΄Ε! Σ΄αυτό το ταξίδι θα τη δεις.

Η νύχτα έπεσε και το δάσος σκοτείνιασε.΄Όμως,εκεί ψηλά κάτι έβλεπε η μικρή Νεροσταγόνα,που της έκανε τρομερή εντύπωση.Κάτι,φωτεινό,λαμπερό και γελαστό.
-Τι είναι αυτό εκεί ψηλά; Ρώτησε τη φιλενάδα της τη Βροχοστάλα.
-Α! αυτό είναι το φεγγαράκι.Φιλαράκι μας είναι.Καλό παιδί!Θα μας κρατήσει συν τροφιά για να βλέπουμε πού πηγαίνουμε,μέχρι να ξαναβγεί το φως!!
Κυλούσαν,κυλούσαν ανάμεσα στα ψηλά δέντρα κι η Νεροσταγόνα,δεν ήταν πια τόσο στενοχωρημένη.Είχε χαθεί με τις αδερφούλες της αλλά τώρα  ανήκε σε μια καινούργια οικογένεια-το νερό.Η Βροχοστάλα,ήταν σίγουρη πως οι Νεροσταγονίτσες ήταν καλά και πως είχαν κι΄αυτές καλή παρέα.
-Κάποια στιγμή μπορεί να τις συναντήσουμε ,της είπε,στον ποταμό ή στη θάλασσα.Μην ανησυχείς.
΄Ετσι η μικρή Νεροσταγόνα  έπαψε να στενοχωριέται κι΄άρχισε να κοιτάζει γύρω της
για να δει όσα περισσότερα μπορούσε.Σιγά –σιγά η νύχτα άρχισε να γίνεται μέρα και
σε λίγο ξημέρωσε.Ο ήλιος σκαρφάλωσε πάλι ψηλά στον ουρανό και το δυνατό,χρυσαφί φως του,αγκάλιασε όλο τον κόσμο γύρω της.Ξαφνικά ,είδε μπροστά της μια μεγάλη γαλανοπράσινη λωρίδα,που έφτανε πέρα από κεί που μπορούσε να δει.Πριν προλάβει ν΄αναρωτηθεί τι ήταν αυτό που έβλεπε,άκουσε τις Βροχοστάλες που κυλούσαν γύρω της να ξεφωνίζουν..
-Α!! Τι καλά,τι καλά,φτάσαμε στο ποτάμι.Νάτο,νάτο –το ποτάμι!!
Αυτός λοιπόν ήταν ο κοντινός της συγγενής που έλεγε η μαμά-Νεροσταγόνα.Αυτός ήταν ο ποταμός!!Τί μεγάλος που ήταν και τι ωραίο χρώμα που είχε.Εκεί λοιπόν θα πήγαινε και το δικό τους νερό,να ενωθεί με τον ποταμό και να ταξιδέψει μαζί του.
-Σ΄αρέσει;τη ρώτησε η φίλη της η Βροχοστάλα.
-Πάρα πολύ.Τί ωραίος που είναι..
-Ναι είναι πολύ ωραίος…και ευτυχώς δεν είναι άρρωστος.
-Άρρωστος;Αρρωσταίνει κι΄ο ποταμός;
-Δυστυχώς !Και ξέρεις γιατί;Γιατί μερικοί άνθρωποι,είναι πολύ κακοί με τα ποτάμια.
-Εσύ μου είπες πως οι άνθρωποι τ΄αγαπάνε τα ποτάμια.
-Οι περισσότεροι.΄Όχι όμως όλοι.Είναι και μερικοί που είναι απρόσεχτοι.Ρίχνουν μέσα στα νερά τους,άλλα νερά, βρώμικα ,γεμάτα δηλητήρια λογής-λογής που βγαίνουν απ΄τα εργοστάσια,ρίχνουν σκουπίδια,πεθαμένα ζωάκια-ότι φανταστείς ρίχνουν.Και τα ποτάμια αρρωσταίνουν και δεν είναι πια ευτυχισμένα,ούτε όμορφα.
-Και πώς κατάλαβες καλή μου Βροχοστάλα ότι αυτός ο ποταμός που θα μας πάρει μαζί του δεν είναι άρρωστος;
-Πρώτα-πρώτα, από το χρώμα του.Αν ήταν άρρωστος,θα είχε άσχημο χρώμα ,καφετί,μπορεί και κόκκινωπό.Αυτός ,βλέπεις; Είναι γαλανοπράσινος.
΄Υστερα,κοίταξε πάνω στο νερό…ταξιδεύουν βαρκούλες με ανθρώπους που πετάνε πετονιές και ψαρεύουν.
-Αυτοί είναι οι άνθρωποι;
-Αυτοί.Κοίταξε τώρα απ΄τη μια μεριά του κι΄απ΄την άλλη…βλέπεις τα ζωάκια που πίνουν νερό;Βλέπεις τα παιδάκια που κολυμπάνε και παίζουν;
-Τι είναι τα παιδάκια;
-Οι μικροί άνθρωποι-οι άνθρωποι,πριν γίνουν μεγάλοι.΄Όλα αυτά λοιπόν μικρή μου Νεροσταγόνα,δείχνουν ότι αυτός ο ποταμός που θα μας πάρει μαζί του,είναι ένας ευτυχισμένος,υγιής ποταμός.Θα κάνουμε ωραίο ταξίδι.Θα δεις!!
Η μικρή Νεροσταγόνα,δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει.Αυτά που έβλεπε ή τις γνώσεις της φιλενάδας της.Σκεφτόταν χαρούμενη,πόσα θα είχε να διηγηθεί στη μαμά-Νεροσταγόνα και τις Νεροσταγονίτσες που είχαν μείνει στο σπίτι αν ποτέ κατάφερνε να γυρίσει κοντά τους.Και θα γύριζε…Μόλις τέλειωνε αυτό το ταξίδι,μόλις αντίκρυζε και γνώριζε και τη θάλασσα, αυτός θα ήταν πια ο στόχος  της-να γυρίσει σπίτι.


 

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ "ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ" ΚΕΦ.3


3               2


Η ώρα εντεκάμιση ξέβγαλε τη Φαίη μέχρι το ασανσέρ κι΄ύστερα άνοιξε την τηλεόραση με το φυλλάδιο των οργάνων γυμναστικής στο χέρι.΄Επεσε πάνω στους δυο τρελλοαμερικάνους πλαστικούς που πετσόκοβαν από εικοσάρες μέχρι αιωνόβιες
και τις έκαναν « καινούργιες» απ΄την κορφή μέχρι τα νύχια-με το αζημίωτο βέβαια.
Να! αυτούς χρειαζόταν.Nάχε το χρήμα- που λέει ο λόγος τώρα,να πάει και να τους πει:
Πώς με «κόβετε»;Μπόλικη; Ε!πετάχτε τα τρία τέταρτα κι΄αφήστε μου το ένα.Θα γλύτωνε μια και καλή απ΄τα «παραπανίσια» και δε θάχε να ξύνει το κεφαλάκι της πώς και ποιά δίαιτα ν΄αρχίσει.Αλλά βλέπεις, ο Μάκης δεν είναι  Ωνάσης κι΄εδώ δεν είναι Αμερική ,είναι Παγκράτι.-Αύριο αρχίζω δίαιτα ,προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της-μακάρι να λυσσάξω στην πείνα,,πίσω δεν κάνω!!
΄Αρχισε να καταστρώνει πλάνο κινήσεων.Αύριο ,ήταν Σάββατο.΄Επρεπε να βρει τρόπο ν΄αποφύγει τη βραδυνή ταβέρνα ,χωρίς ν΄αναγκαστεί να ομολογήσει τις προθέσεις της και να υποστεί τα ειρωνικά σχόλια,του Μάκη πρώτ΄απ΄όλα και των εξυπνάκηδων φίλων του και των φιλενάδων της.Αυτό το «αρχίζω δίαιτα» ,είχαν βαρεθεί να τ΄ακούνε και να μην το βλέπουν.Κατέβασε μια ιδέα-καλή της φάνηκε.
Την τακτοποίησε με προσοχή στο μυαλό της και πήγε στο κρεβάτι.Ούτε τα παιδιά άκουσε που μπήκαν κατά τη μία,ούτε το Μάκη που γύρισε απ΄την Παρασκευιάτικη κραιπάλη του σχεδόν ξημερώματα.
Το πρωϊ,σηκώθηκε πρώτη.΄Εφτιαξε έναν ελληνικό σκέτο που με το που κατέβασε την πρώτη γουλιά,της ανέβηκε το στομάχι στο λαιμό.Θέμα συνήθειας ήταν-θα συνήθιζε.
Μασούλησε μια φρυγανιά σικάλεως απ΄αυτές που αγόραζε μόνο για να δίνει άλλοθι στον εαυτό της ,ότι πρόσεχε τη διατροφή της.Το στομάχι της διαμαρτυρόταν έντονα-από χτες βράδυ το είχε αφήσει αδειανό.Σκάσε,του φώναξε νοερά –σκάσε κι΄άσε με ήσυχη-κι΄ έπιασε να ετοιμάζει το πρωϊνό για τους άλλους.Ο Μάκης,μπήκε πρώτος στην κουζίνα.Τούβαλε μπροστά του το πιάτο με τ΄αυγά με μπέϊκον που της είχαν τσακίσει τα νεύρα όσο τα ετοίμαζε και κάθισε απέναντί του ν΄αποτελειώσει τον καφέ της.
-Εσύ; Τη ρώτησε με μπουκωμένο το στόμα.
-Δεν έχω όρεξη-τα χάλια μου έχω.-Τα μούτρα μέχρι το πάτωμα.-
-Γιατί τι έχεις;αρώστησες στα καλά καθούμενα;
-Ε, δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος ν΄αρρωστήσει Μάκη μου.Πονάει το κεφάλι μου,έχω σύγκρυα,με καίει κι΄ο λαιμός μου-χάλια σου λέω.Με το ζόρι
σηκώθηκα.
-Καμιά ίωση ε;Κοίτα να συνέλθεις μέχρι το βράδυ γιατί δεν θέλω να κρεμάσω την παρέα.
-Πήγαινε μόνος σου αγάπη μου.Εγώ δεν έρχομαι .
-Καλά,άσε νάρθει το βράδυ και θα δούμε…Τι θα φάμε για μεσημέρι;Δε φτιάχνεις καμιά μακαρονάδα..έτσι με μπόλικο κιμά και τυράκι…ωραία θάναι!!
΄Αει σιχτίρ,δαίμονα-βαλτός είσαι;
-Να φτιάξω για σας Μάκη μου-εγώ θα φάω ρύζι με γιαούρτι.
-Σώπα βρε παιδί μου!!!Τί ιός είν΄αυτός που σούκοψε και την όρεξη..εσύ του θανατά νάσαι,το φαί δεν το κόβεις.Να του πούμε να εγκατασταθεί μόνιμα στον οργανισμό σου-μπορεί να καταφέρει να σε φυράνει..ε; τι λες;
-Παράτα μας βρε Μάκη,όρεξη έχεις πρωϊ-πρωϊ.Ο άλλος πεθαίνει κι΄εσύ την πλάκα σου..
-Ναι,τώρα πάω να σου παραγγείλω στεφάνι-κι΄έβαλε τα γέλιαΠάω για καφέ.Περαστικά.Κι΄έφυγε.
Την είχε κάνει ,βαπόρι.Παρακάλα βρε αλητάμπουρα να μη πάρω είδηση ότι ξενοπηδάς.Δε σου λέω τίποτα!!Θα σε σουβλίσω σαν τον Αθανάσιο Διάκο.Μαλάκα.!  Ε,μαλάκα!!
Από΄κει κι΄ύστερα η απόφασή της άρχισε να υλοποιείται,με τη βοήθεια και τη συμπαράσταση της Φαίης.Νάναι καλά η γυναίκα.Την πήγε στο γιατρό.΄Ενας γιατρός,να τον πιεις στο ποτήρι-μονορούφι.Την κοίταξε μ΄ένα βλέμμα περίεργο,από πάνω ως κάτω.-Απορώ μ΄εσάς ,της είπε.Νέα γυναίκα,πώς αφήσατε τον εαυτό σας να φτάσει σ΄αυτό το σημείο!!.Της ήρθε να τον χαστουκίσει-ήταν και να τον πιεις στο ποτήρι…ντράπηκε.Τον άρπαξε απ΄τα μούτρα.-Αυτά θα λέμε τώρα γιατρέ μου;΄Ηρθα-δεν ήρθα;;.΄Ασε το σεμινάριο και πιάσε τα μηχανάκια σου να δούμε πού βρισκόμαστε.;Την τύλιξε στα καλώδια,τη γύρισε ανάσκελα,τη γύρισε μπρούμητα,τη γύρισε στο πλάϊ.-Από καρδιά πάμε καλά,της είπε.Πίεση φυσιολογική.Αλλά πριν ξεκινήσετε γυμναστική,αρχίστε τη δίαιτα που θα σας δώσω ,να δούμε με τι ρυθμό θα χάσετε τα πρώτα κιλά..΄Ολο αυτό το πάχος που είναι πια αδρανής ιστός μετά από τόσα χρόνια ,θα δυσκολευτούμε να το απομακρύνουμε,να το ξέρετε.Ποιοί θα δυσκολευτούμε δηλαδή γιατρέ μου-μαζί θα πούμε το ψωμί-ψωμάκι;-ήθελε να του φωνάξει.Δεν το φώναξε.Πήρε κι΄ένα κατάλογο που της έδωσε για αρχή.Τι έπρεπε ν΄αποφεύγει ,τι να τρώει πήρε και τη Φαίη απ΄το μπράτσο και γυρίσανε σπίτι της.
-Κοίταξε κακομοίρα μου να την κρατήσεις αυτή τη δίαιτα.Μην τυχόν και κάνεις πίσω;
-Αστειεύεσαι;;Εδώ,βράχος.Υπέρ διαίτης και κατά κιλών θα πέσω.Είπα θ΄αδυνατίσω και θ΄αδυνατίσω ο κόσμος νάρθει τ΄απάνω κάτω.

Η πρώτη βδομάδα της δίαιτας ήταν μαρτυρική.Η πείνα τη θέριζε.Με ζαρζαβατικό ,φετούλες τσιγαρόχαρτα από στεγνό κρέας και ψάρι  και δυο γιαούρτια την ημέρα,δεν γεμίζει ένα σώμα εκατόν είκοσι κιλών το στομάχι του.Η ζυγαριά της ,της έκανε γυμνάσια εξ αιτίας του χρόνιου παραγκωνισμού της και την τάραζε στα σκωτσέζικα ντους.Μισό κιλό κάτω το πρωϊ,μισό κιλό πάνω το βράδυ.΄Ασε που στο σπίτι,την πήρανε είδηση ότι ξεκίνησε δίαιτα κι΄άρχισε το δούλεμα.Μπαίνει ένα μεσημέρι ο Μάκης και τη τσακώνει με το καροτομάρουλλο στην γαβάθα.
΄Εβαλε τις φωνές ο αλήτης.
-Παιδιά,παιδιά,ο Μπάνγκς Μπάνυ στο σαλόνι μας.
Τρέξανε τα παιδιά,πήρανε το μέρος της.-Βρε,μπαμπά,άσε τη μαμά ήσυχη-τόσο καιρό της λέμε να κάνει δίαιτα..Τώρα που την άρχισε της κάνεις πλάκα;
-Α! την άρχισε;;Για πόσο;
Η μικρή,η Αγγελικούλα έκατσε δίπλα της και την αγκάλιασε.-Μην τον ακούς καλέ μαμά..εγώ μαζί σου είμαι.Τί γλυκό παιδί κι΄αυτή την είχε παρεξηγήσει…
Ο γιος της ,ο Γιωργάκης της,δήλωσε τη συμπαράστασή του ανοιχτά.-Μάνα,μην ακούς κανένα..Τη δουλειά σου εσύ κι΄άμα θέλεις συμπαράσταση,φώναξέ με να φάμε το μαρούλλι παρέα.
Ξαφνικά,ένα πρωί,έγινε το θαύμα.Η ζυγαριά έπαψε να της κρατά μούτρα κι΄έδειξε δυο κιλά κάτω.Τρελλάθηκε,δεν πίστευε στα μάτια της.Αν είχε ντουντούκα,θάβγαινε να το φωνάξει απ΄το μπαλκόνι.Μετά από ώριμη σκέψη,είπε τα χαρμόσυνα νέα μόνο στη Φαίη-στους άλλους κουβέντα.Φοβήθηκε.Μην πάει κάτι στραβά κι΄εκτεθεί.Την τέταρτη βδομάδα,τα μείον κιλά,έγιναν πέντε.Καλά πάμε της είπε ο γιατρός.Συνεχίστε έτσι.Είχε πάψει πια να πεινάει αφόρητα και να της τρέχουν τα σάλια κάθε φορά που σερβίριζε το φαί στους άλλους.΄Αρχισε και τη γυμναστικούλα της σιγά-σιγά –χωρίς όργανα ακόμα.-Θα σας πω εγώ,της είπε ο Αβάσογλου.Τί καλός άνθρωπος!!Χαιρόταν κάθε φορά,λες κι΄έχανε τα κιλά εκείνος.Ούτε που της περνούσε απ΄το μυαλό ότι έπαιζαν κάποιο ρόλο σ΄αυτή τη χαρά και τα διακοσια που τούσκαγε σε κάθε εβδομαδιαία επίσκεψη.Ο «δαίμονας»,ο άντρας της, προσπάθησε κάποιες φορές να την παρασύρει ,να τη βγάλει απ΄τα νερά της.-Φάε ,βρε Αλέκα κι΄εσύ μια φορά μαζί μας.Να κάτσουμε μια φορά στο τραπέζι σαν οικογένεια.Βαρέθηκα να σε βλέπω με τον κεσέ το γιαούρτι στο χέρι.Φάε και μια μπουκιά της προκοπής-μια φορά-έστω!
Τι θα γίνει με μια φορά-θα χαλάσεις τη δίαιτά σου;Δεν έχεις την περιέργεια να δοκιμάσεις τι σκατά μας μαγειρεύεις και τρώμε;
-Τη δίαιτά μου Μάκη μου δεν τη χαλάω που να σκάσεις.Τί έγινε ρε Μάκη; Εσύ τρωγόσουνα ν΄αδυνατίσω και ν΄αδυνατίσω,τώρα άλλαξες γνώμη;Ξαναερωτεύτηκες τα κιλά μου Μάκη μου;Και πού τέτοια τύχη δηλαδή-άσε με τώρα κι΄ακούνε και τα παιδιά…
Στα μισά του δεύτερου μήνα,ενάμισυ μήνα μετά την «πόρτα»,είχε κατέβει στα εκατόν δέκα.Μια δυο φορές είχε προσπαθήσει να στριμώξει το Μάκη και να τον ρίξει στο κρεβάτι.Αντιδρούσε.
-Τι νομίζεις δηλαδή ρε Αλεκάκι ότι με δέκα κιλά λιγότερα έγινες Η θεογκόμενα;Και να σου πω και κάτι;Προσωρινά είναι αυτά τα πράματα.Μπορεί να χάσεις άλλα δέκα και μετά με την πρώτη κουτσουκέλλα,θα τα΄ανεβάσεις στα εκατόν τριάντα.Δε βλέπεις τι γίνεται με τους χοντρούς γύρω σου;;΄Ολοι αδυνατίζουν,το παίζουν μοντέλα για κάνα δίμηνο,  αρχίζουν να δίνουν συμβουλές αδυνατίσματος και σωστής διατροφής ,πλακώνονται στις μπαρούφες,πως τάχα μου άλλαξε η ζωή τους,βρήκαν λέει τον εαυτό τους,ανακαλυψαν το σώμα τους,κι΄άλλες τέτοιες κοτσάνες και ξαφνικά τους βλέπεις πιο χοντρούς από πριν.Γι΄αυτό σου λέω..έχασες δέκα κιλά…σιγά τον πολυέλαιο.
-Και τι θα γίνει βρε Μάκη μου.΄Ετσι θα τη βγάζω εγώ;Νηστεία στο φαί,νηστεία και στο κρεβάτι ρε γαμώ το;΄Εχεις βρει πουθενά και τρως καλύτερα δηλαδή;Να το ξέρω,να βρω κι΄εγώ κανένα να με «βολεύει».Δεν τη μπορώ άλλο αυτή τη ξεραϊλα.Γυναίκα είμαι-έχω κι΄εγώ τις ανάγκες μου.
-Ε σ ύ!Θα πας με άλλον!!.Πού θα τον βρεις βρε Αλέκα;
-Αυτό είναι το πρόβλημά σου;Βρωμάει ο τόπος Μάκη μου από άντρες!!
-Σε τι νούμερο θα τον βρεις μάνα μου-στο ΧΧlarge;
-Μάκη!!,Θα στα φορέσω –κι΄όταν στα φορέσω,θα στα φορέσω στο ΧΧlarge,νάσαι σίγουρος.
-Καλά,πάρε με και στο κινητό να μ΄ενημερώσεις.
Τον έβλεπε πολύ άνετο.΄Αλλα χρόνια αν τούκανε κουβέντα γι΄άλλον άντρα,θάσκιζε τα ρούχα του.Τώρα της έκανε και πλάκα.Του πεταμού την είχε δηλαδή.Ούτε τη γούσταρε πια,ούτε την υπολόγιζε,ούτε τη φοβόταν.
-Αλλού πάει και το δίνει,είπε στη Φαίη.Τώρα σιγουρεύτηκα.
-Από τι σιγουρεύτηκες δηλαδή;
-Τούπα ότι θα τον κερατώσω έτσι που μ΄έχει ρίξει στην αγαμία,και μόνο καλή τύχη που δεν μου ευχήθηκε.
-Και τι κάθεσαι ρε μαλάκα;
-Τι να κάνω ρε Φαίη,να ρίξω φέιγ-βολάν «ζητείται γκόμενος»;Χέσε το στεφάνι μου.΄Ετσι που κατάντησε για χέσιμο είναι αλλά δε θα βγω και στους δρόμους προς άγραν επιβήτορα!!
-Θα σου πω εγώ τι θα κάνεις κορίτσι μου.Και μη φοβάσαι από μένα..Τάφος!
Της είπε.
Τελευταία,τα κιλά φεύγανε από πάνω της με ταχύτητα φωτός.Τα ρούχα της ήταν πια ξένα πάνω της.Την τελευταία Παρασκευή του δεύτερου μήνα,πήρε την πιστωτική της αποφασισμένη να τη ξετινάξει και κατέβηκε στο Κέντρο για ψώνια.Τρία νούμερα πιο κάτω.Της ήρθε να φωνάξει απ΄τη χαρά της.Θα σου δείξω εγώ Μάκη άχρηστε.Με το που γύρισε το μεσημέρι,τον άρπαξε απ΄τα μούτρα.
-Αύριο,θάρθω κι΄εγώ στην ταβέρνα.Πεθύμησα την παρέα.Θα φάω τη ψητή μπριζολίτσα μου και μια σαλάτα-μια χαρά θάμαι.Να πω και καμιά κουβέντα με τα κορίτσια.
-Ποια ταβέρνα ρε Αλέκα-την ταβέρνα την έχουμε κόψει εδώ και κάτι βδομάδες.Δεν ξέρω αν πηγαίνουν κάποια απ΄τα παιδιά,εγώ πάντως δεν πάω.Μόνος μου θα πήγαινα;
-Και πού πας Μάκη μου τα Σάββατα που ξεπορτίζεις.
-΄Ε!!κανένα μπαράκι…για ποτό δηλαδή..με το Μίλτο.Κανένα σινεμαδάκι…
-Σινεμαδάκι μόνος σου,αγάπη μου;
-Με το Μίλτο.
-Με το Μίλτο Μάκη μου;Και γιατί δε μου τόλεγες ευλογημένο παιδί;Την ταβέρνα την έκοψα λόγω δίαιτας αλλά για σινεμαδάκι δε θάλεγα όχι..Την κοίταξε μουδιασμένος…-Δεν πήγε το μυαλό μου βρε Αλέκα..΄Ηθελε να του φωνάξει «πάρε το κουτόχορτο και ρίχτο σ΄άλλο παχνί-εγώ δε μασάω» αλλά προτίμησε να μη συνεχίσει την κουβέντα..Το Σάββατο άρχισε να ντύνεται πρώτη.Μαύρο παντελονάκι φιρμάτο,Μαύρη πουκαμίσα με σκαφτό τοπάκι από μέσα.Μαλλί ψηλά και στο αχτένιστο,μακρύ σκουλαρίκι,βαψιματάκι προσεγμένο-άψογο μέχρι την τελευταία
πινελιά,ψεκάστηκε από πάνω ως κάτω με το καινούργιο της Ντόνα Κάραν-νάναι καλά η πωλήτρια που της το σύστησε, «μεθυστικό» της είπε,»θα με θυμηθείτε» και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη-πρώτη φορά χωρίς να ντρέπεται.Γυναίκα ένα κι΄εβδομήντα ήταν,όμορφο προσωπάκι είχε.Τώρα που τα προγούλια είχαν σχεδόν εξαφανιστεί «έδειξε» και το πρόσωπο.Το καινούργιο συνολάκι την έκανε να φαίνεται η μισή σχεδόν.Και πάντως,άλλο εκατόν είκοσι κιλά και άλλο σκάρτα εκατό που ήταν τώρα.
Μπήκε στο σαλόνι θριαμβευτικά.Ο «μαχαραγιάς» ήταν ακόμα στο μπάνιο.Θα σε περιμένω να βγεις παλληκάρι μου.Απόψε θα σου «σκάψω το λάκκο»,πηδηχταρά μου.
Ο «πηδηχταράς»,βγήκε καμιά φορά κι΄έμεινε στήλη άλατος.
-Ρε Αλεκάκι,εσύ είσαι;Είπα κι΄εγώ,ποια γκόμενα μπουκάρισε στο σπίτι μου ξαφνικά.Τί ομορφιές είν΄αυτές;Εσύ αδυνάτισες ρε μάνα μου-η μισή έμεινες..Πω,πω!!
Ούτε που το πήρα είδηση.
(ούτε που με κοίταζες ηλίθιε,πώς να το πάρεις είδηση;)
Κάτσε να πάρω το Μίλτο ν΄ακυρώσω.Να βγούμε οι δυό μας.
-Μη σκοτώνεσαι Μάκη μου-έχω κανονίσει με τη Φαίη.Θα πάμε για ποτό.
-Μόνες σας;
-Μόνες μας.
-Θάρθω κι΄εγώ..
-Δε χρειάζεται Μάκη μου-δέρνουμε και μόνες μας τους «βαρβάρους» άμα χρειαστεί.
 ΄Αντε,γειά σου αγάπη μου και καλά να περάσεις.
Του γύρισε την πλάτη και βγήκε.Κάτω,την περίμενε η Φαίη με το αυτοκίνητο.Μπήκε αεράτη και γύρισε στον τύπο που καθόταν στο πίσω κάθισμα.Η Φαίη έκανε τις συστάσεις.Ο Μενέλαος που σούλεγα,γλύκας-θα μας βοηθήσει.Φιλαράκι πρώτο.
Γύρισε να τον δει καλύτερα.Κούκλος-Παναγιά μου,κούκλος.
-Γειά σου Μενέλαε,χαίρομαι που σε γνωρίζω κι΄ευχαριστώ που βοηθάς.Νάσαι καλά!
-Γειά σου Αλέκα μου,στις διαταγές σου.
‘ Ηπιανε τα ποτά τους,τα μιλήσανε οι τρεις μαζί,γελάσανε,το μαγαζί είχε κι΄ωραίο DJ.
Τόσα χρόνια, είχε ξεχάσει πως υπήρχε κι΄αυτού του είδους η διασκέδαση.Καταστρώσανε το σχέδιο και κλείσανε ραντεβού,Μενέλαος και Αλέκα,στο ίδιο μέρος τη μεθεπόμενη.
Ο Μενέλαος,ανέλαβε να κάνει και το τηλεφώνημα.
Γύρισε στο σπίτι και βρήκε το Μάκη με τις πυτζάμες.Σ΄αναμμένα κάρβουνα.
-Πώς περάσατε;
-Θαύμα.Εσύ; Δε βγήκες;
-Βγήκα αλλά βαρέθηκα και γύρισα νωρίς.
-Α!Καλά..εγώ πάω για ύπνο..
-΄Ερχομαι κι΄εγώ..Τυχερή!!Στις καλές μου με βρίσκεις…απόψε θα σε «ποτίσω» μάνα μου.Απ΄την ώρα που έφυγες,αυτό έχω στο νου μου.
-Τέσσερεις «μαργαρίτες» ποτίστηκα Μάκη-δε θέλω άλλο πότισμα,κλείνουν τα μάτια μου.
Η επιθυμία μέσα της μια φούντωση,μια φλόγα!Κράτα χαρακτήρα της φώναζε ο δεύτερος εαυτός της.Αν ανοίξεις τα πόδια τώρα,τόχασες το παιχνίδι-μαζέψου.
Χώθηκε δίπλα της κι΄άρχισε τα «μπασίματα».Τούσπρωξε πρώτα το ένα χέρι κι΄ύστερα το άλλο.
΄Ενας Θεός ξέρει,πού βρήκε τη δύναμη.
-Μάκη!!Θέλω να κοιμηθώ σου λέω-άσε με ήσυχη επιτέλους!
-Ρε Αλεκάκι;;;;
-Καληνύχτα.
Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο.Δεν θυμόταν ποιος τόπε,αλλά όποιος κι΄αν τόπε ,είχε δίκηο.
Και πού νάξερες αγοράκι μου τι σε περιμένει μεθαύριο.Μ΄αυτή τη γλυκειά σκέψη,την πήρε ο ύπνος.


Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ "ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ"- YOU ARE BEAUTIFUL!!


ΚΕΦ.4


Την Κυριακή το πρωί σηκώθηκε «απογειωμένη» ψυχολογικά.Η πρώτη φάση της εκδίκησής της ,είχε πετύχει απόλυτα.Του είχε καταφέρει γερό χτύπημα κάτω απ΄τη μέση.Είχε φάει η μούρη του χώμα.Την άρνησή της ν΄ανταποκριθεί στο ερωτικό του
κάλεσμα την περασμένη νύχτα-και μάλιστα μετά την σχεδόν πεντάμηνη στέρηση
των «δικαιωμάτων» της που της είχε επιβάλει,θα τη θυμόταν από δω και πέρα,όπως θυμόταν κι΄εκείνη εκείνο το φαρμακερό απόγευμα της δικής του απόρριψης.Τον είχε βάλει στην πρίζα και τόξερε ,αλλά αυτό προέβλεπε και το σχέδιο που είχε καταστρώσει το πολυμήχανο μυαλό της Φαίης.
Πήγε στο μπάνιο,μπήκε κάτω απ΄το νερό,ύστερα στέγνωσε το σώμα της και το πασάλειψε με την κρέμα σύσφιξης που της είχε συστήσει η Φαίη.Α! ρε Φαίη,αν δεν είχα κι΄εσένα,ακόμα θα μασούλαγα ραβανί στον καναπέ με τα εκατόν είκοσι κιλά στην πλάτη.Φόρεσε το καινούργιο κολλητό τζην-ο θεός νάχει καλά όσους σκέφτονται και τις χοντρές σ΄αυτό τον κόσμο.Από πάνω το μοδάτο ροζ Τ-shirt,κι΄αυτό απ΄τα λάφυρα της Παρασκευής και «έστρωσε» μαλλί και μούρη.Τέρμα οι ξεχυλωμένες
φόρμες.΄Όχι για χατήρι του «μαχαραγιά»-για δικό της χατήρι.Η ώρα είχε πάει δέκα.
΄Αρχισε να ετοιμάζει το τραπέζι για το πρωινό,πίνοντας με απόλαυση πια, τον σκέτο ελληνικό της.Τον άκουσε που μπήκε στο μπάνιο.΄Υστερα από λίγο μπήκε στην κουζίνα.Την καλημέρισε με μισό στόμα και κάθησε να φάει τ΄αυγά με μπέικον που είχαν αρχίσει να παγώνουν.Απ΄το δωμάτιο της μικρής,έφτανε ως την κουζίνα το τρα-
γούδι που τελευταία ,καθώς πάλευε να κατατροπώσει τα κιλά της,είχε γίνει ο Εθνικός της ΄Υμνος.Ποιός το τραγουδάει; Είχε ρωτήσει την Αγγελικούλα όταν το πρωτάκουσε.
-΄Ένα μανούλι απ΄την Αγγλία μαμά,ο Τζέιμς Μπλαντ.
΄Όπως άδειαζε στα μπολ τα δημητριακά των παιδιών,τα λόγια ανέβηκαν στα χείλη της μαζί με τις νότες: γιου αρ μπιούτιφουουλ….γιου αρ μπιούτιφουουλ…γιου αρ μπιούτιφουλ ιτς τρουουου!!Δεν ήξερε το παρακάτω.Τ΄αγγλικά της ήταν «άπορα».
Αλλά αυτό το γιου αρ μπιούτιφουλ ,έφτασε για να κάνει έξαλλο το Μάκη.
-Σου είπε κανείς ότι έχουμε όρεξη ν΄ακούμε Μαρία Κάλλας ακόμα δεν άνοιξε το μάτι μας;
Το έπαιξε χαλαρή-πάντα βάσει σχεδίου.
-Ποια Μαρία Κάλλας αγάπη μου-το τελευταίο σουξέ του Τζέιμ Μπλαντ είναι…
-Κι΄εσύ πού τα βρήκες τα εγγλέζικα και τα τραγουδάς,βρε Αλέκα;
-Δεν ξέρω εγώ εγγλέζικα Μάκη;
-Ξέρεις;
-Αφού δεκάξη χρόνια δεν ενδιαφέρθηκες να μάθεις,δεν έχει νόημα να σου απαντήσω τώρα!!-Γύρισε κατά τη μεσόπορτα.Παιδιά!!Ελάτε για πρωινό.
Πλάκωσαν τα βλαστάρια της στην κουζίνα και τη γλύτωσαν απ΄τη συνέχεια της κουβέντας.Ο «μαχαραγιάς» έμοιαζε με βόμβα έτοιμη να εκραγεί.
Τέλειωσε το πρωινό του,σηκώθηκε και δήλωσε τσαντισμένος:
-Πάω κατά την πλατεία για καφέ..
-Στο καλό να πας!

Τηλεφώνησε στη Φαίη.
-Πού να στα λέω….
Η άλλη,άκουσε τα συμβάντα και τη συνεπήρε ο ενθουσιασμός.
-Γουστάρω.Είδες που στάλεγα;Ο άντρας είναι μην του θίξεις το πουλί.Του τόθιξες;Ε΄,θα φάει τα λυσσακά του να σου αποδείξει ότι το «μοναδικό,το αχτύπητο»πουλί,είναι αυτό που έχει εκείνος, ανάμεσα στα σκέλια του.Καλύτερα να τον πεις «αδερφή» παρά ανεπιθύμητο εραστή.Τί θα κάνεις τώρα;
-Τι λέει το σχέδιο Φαίη μου,εσύ το σχεδίασες.
-Πόδια ψηλά, στην επόμενη επίθεση.
-Αυτό θα κάνω λοιπόν..
Κοίτα να δεις που το μεσημεριανό παστίτσιο την άφησε περίπου αδιάφορη.Πατέρας και τέκνα, τόφαγαν με μεγάλη όρεξη.Εκείνη έφαγε με την ίδια όρεξη το σενιάν φιλέττο της και το κουνουπίδι με μπόλικο λεμόνι.΄Αραξαν για καμιά ώρα στην τηλεόραση οικογενειακώς.΄Ενιωθε το βλέμμα του να την καρφώνει κάθε τόσο.Τον έβλεπε με την άκρη του ματιού ,ν΄αλλάζει πόδι κάθε δύο λεπτά,καθισμένος δίπλα της στον καναπέ.Αυτός κάτι περιμένει ,σκέφτηκε-ξέρω τι περιμένει!!Λίγα λεπτά αργότερα επιβεβαιώθηκε.Μόλις βγήκαν τα παιδιά για την καφετέρια,έχωσε το χέρι του ανυπόμονο,κάτω απ΄το Τ-shirt.
-Αν μου κάνεις και τώρα γυμνάσια,θα πέσω απ΄το μπαλκόνι.Βγάλτο αυτό το ρημάδι το μπλου-τζην ρε παιδί μου-από πού στα κομμάτια ανοίγει!Πάλευε να της κατεβάσει το φερμουάρ έτσι όπως ήταν καθισμένη-δεν τα κατάφερνε.Την έστησε όρθια με το ζόρι-τραβάτε με κι΄ας κλαίω.Λίγο εκείνη,λίγο εκείνος,το παντελόνι πετάχτηκε στην άκρη.
Την πήγε σπρώχνοντας μέχρι την κρεβατοκάμαρα και την έρριξε στο κρεβάτι.Για πότε ξεγυμνώθηκε κι΄έπεσε από πάνω της,ούτε που κατάλαβε.Για πότε της έκανε έρωτα και για πότε άναψε μέσα της η πυρκαγιά και την έλειωσε σαν το μέταλλο στο καμίνι ούτε που κατάλαβε.Για πότε έπεσε δίπλα της μουγκρίζοντας από ευχαρίστηση,ούτε που κατάλαβε.Τίποτα δεν κατάλαβε.Αστραπή,έγιναν όλα.Κατάπιε με κόπο τα δικά της μουγκρητά.Το σχέδιο έλεγε:-ωραία,πηδηχτήκαμε ..και τι έγινε;σιγά τα λάχανα!
-Σ΄άρεσε;
-Καλό ήταν….
-Τι καλό ρε Αλέκα,με δουλεύεις τώρα;
-Παλιά,ήσουν πιο ευρηματικός..πιο ..φλογερός…πιο..πώς να στο πω τώρα…πιο μεθοδικός, ρε παιδί μου.Σήμερα μπαμ και κάτω!Θα μου πεις είναι και η αποχή-πέντε μήνες ήταν αυτοί..ή μήπως δεν έκανες αποχή εσύ,Μάκη μου;
Την άκουγε εμβρόντητος.Αυτή ήταν η Αλέκα που ήξερε;Η Αλέκα που τον παρακαλούσε;Η Αλέκα που κάθε φορά που την κουτούπωνε έκανε το σταυρό της τρεις φορές «δόξα σοι Παναγία» μου;Τι έγινε ξαφνικά.Του προέκυψε σεξουάλα η Αλέκα και της έπεφτε ανεπαρκής;Του γύρισε το μάτι ανάποδα.
-΄Ετσι,ε; Λοιπόν εσύ κάτι έχεις πάθει-δεν εξηγείται αλλιώς.Εσύ ρε Αλέκα;Εσύ που έλεγες Μάκης κι΄άλλος κανένας;Εσύ μου τα λες αυτά;
-Τι να κάνουμε..αλάζουνε οι άνθρωποι αγάπη μου…μεγαλώνουμε..θέλουμε άλλα τώρα.Μια ανανέωση στη σχέση…μια φαντασία στον έρωτα…πεθαίνει ο έρωτας άμα βαλτώσει Μάκη μου. –Κι΄αυτά απ΄την τηλεόραση τάχε ακούσει..Είδες τι μαθαίνει κανείς;Θεωρίες πράσινα άλογα αλλά να που όλα έχουν τη σωστή τους ώρα.
Τον είχε κάνει κουρέλι.Σηκώθηκε,άναψε τσιγάρο-πάω να φτιάξω ένα καφέ ,της είπε-και βγήκε στο σαλόνι.Σε λίγο άκουσε την τηλεόραση.Τράβηξε πάνω της τα σκεπάσματα και χάιδεψε αυτάρεσκα τα ευτυχισμένα μπούτια της.Τώρα δεν ντρεπόταν γι΄αυτά.
Τον άκουσε να μιλά στο τηλέφωνο.
-΄Ελα ρε φίλε,πάμε το βράδυ για κανένα ποτό;Μπάφιασα εδώ μέσα.
΄Ερριξε μέσα της το γέλιο της αρκούδας.



ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ "ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ" -YOU ARE BEAUTIFUL!!!


ΚΕΦ.8
 


Η Αλέκα μπήκε στη λουσάτη  VOLVO μ΄ένα έντονο σφίξιμο στο στομάχι,σαν να έμπαινε σε αίθουσα εξετάσεων.Είχε να οδηγήσει πάνω από δύο χρόνια..΄Οσο αυξανόταν το βάρος της τόσο της κοβόταν η διάθεση να στριμώχνεται πίσω απ΄το τιμόνι ενός αυτοκινήτου.΄Ενιωθε άβολα.Καταλάβαινε πως το σώμα της είχε γίνει τόσο δυσκίνητο που σε μια στιγμή ανάγκης δεν θα μπορούσε να το ελέγξει.Ήδη το είχε δει το έργο,μια φορά.Δε χρειαζόταν δεύτερη.
Έτσι,παραιτήθηκε αναγκαστικά , από μια δραστηριότητα που τα περασμένα χρόνια ,της έδινε μεγάλη ευχαρίστηση.Λάτρευε την οδήγηση.΄Όταν τα παιδιά της ήταν ακόμα μικρά,της άρεσε να τα βάζει δίπλα-δίπλα στο πίσω κάθισμα και να ρολάρει στους δρόμους,ήρεμη κι΄ευτυχισμένη,να σταματάει στην πρώτη παιδική χαρά που τραβούσε το ενδιαφέρον των μικρών της σατανάδων,ή στην παραλιακή καφετέρια που προτιμούσε,αφού πρόσφερε θέα στη θάλασσα που πάντα τη γοήτευε.Να καμαρώνει το Γιωργάκη και την Αγγελικούλα την ώρα που γλύφανε με αθώα ηδονή το τεράστιο παγωτό χωνάκι,πασαλείβοντας με σάλτσα φράουλα και σοκολάτα τα φρεσκοπλυμένα τους μπλουζάκια.Να βλέπει το ηλιοβασίλεμα και να γλυκαίνει η καρδιά της με την προσμονή της επόμενης μέρας που θα ήταν ακόμα πιο όμορφη απ΄τη σημερινή.
Ακόμα τότε,ήταν όμορφη η ζωή της.Ο Μάκης ,ήταν  ερωτευμένος μαζί της όπως τον πρώτο καιρό του γάμου τους.Δεν την άφηνε σε χλωρό κλαρί μέρα νύχτα.΄Όλα τα πλακάκια και τα παρκέ του σπιτιού τους,τα είχαν «σφουγγαρίσει» με τον ερωτικό τους ιδρώτα,εκείνα τα υπέροχα χρόνια. Τα παιδιά,ήταν ακόμα κρεμασμένα στη φούστα της ,γλυκά,τρυφερά,γαλίφικα,αγαπησιάρικα σαν τον πατέρα τους.
Δεν ξεκόλλαγαν απ΄την αγκαλιά της.Η εικόνα της στον καθρέφτη,εξακολουθούσε να είναι η εικόνα μιας γυναίκας όμορφης,με κάμποσες παραπανίσιες αλλά στητές καμπύλες.΄Υστερα ,με τα χρόνια και χωρίς να το καταλάβει,τα παιδιά μεγάλωσαν κι΄από χαδιάρικα ,άρχισαν να γίνονται επικριτικά.
Δεν μπορούσε πια να τους φωνάξει «η μάνα σας είμαι και βγάλτε το σκασμό».Μεγάλωσε  το βάρος της .Μεγάλωσαν και πλαδάρεψαν αφύσικα κι΄οι καμπύλες τηςΜεγάλωσε αφόρητα και το άγχος της πως κάτι δεν πήγαινε καλά.Της πήρε μια δεκαετία να το συνειδητοποιήσει-κι΄όταν αυτό έγινε, συνειδητοποίησε ταυτόχρονα πως το μόνο που δεν είχε μεγαλώσει,ήταν το σεξουαλικό ενδιαφέρον του άντρα της.Αντίθετα,αυτό ήταν το μόνο που είχε πάρει την κάτω βόλτα,μέχρι που εξαφανίστηκε εντελώς.
Στην τελευταία της εξόρμηση με το αυτοκίνητο που προτιμούσε να μη τη θυμάται,γυρίζοντας απ΄το σπίτι της Φαίης,πήγε να στρίψει στο στενό του σπιτιού της.Παίρνοντας τη στροφή,το γόνατό της φράκαρε κάτω απ΄το παρμπρίζ,έχασε το φρένο κι΄έπεσε μούρη με πόρτα πάνω στ΄αυτοκίνητο που ήταν  παρκαρισμένο αριστερά της,έξω απ΄το ψιλικατζίδικο της γωνίας.Ο ιδιοκτήτης του που κάτι ψώνιζε εκείνη την ώρα,βγήκε έξαλλος ακούγοντας το σαματά.Την πέτυχε την ώρα που άνοιγε την πόρτα της Volvo,να βγει για να δώσει εξηγήσεις και την ασφάλειά τηςΚοίταξε εξαγριωμένος την δεξιά του πόρτα που είχε διπλώσει στα δύο σαν πίττα από σουβλάκι  και της χύμηξε.
-Πού πας μωρή άσχετη;Στραβομάρα έχεις γιά δε ξέρεις πού πέφτει το φρένο;;
 Κοίτα χάλι..μου σακάτεψες τ΄αυτοκίνητο.. το κέρατό μου..
-Συγνώμη!..Ηρεμείστε σας παρακαλώ,τώρα θα τηλεφωνήσω στον άντρα μου να κατέβει και θα τα βρούμε..Εδώ κοντά μένω..
-Τι να βρούμε μωρή φώκια..΄Αντε να οδηγήσεις κανένα τρακτέρ που μου θέλεις και
λιμουζίνα!!
Ο Μάρκος ο ψιλικατζής είχε πεταχτεί κι΄αυτός έξω κι΄έπαιρνε το μέρος της.
-Μη βρίζετε κύριε,τη ξέρω την κυρία,δεν υπάρχει πρόβλημα.Θα τακτοποιηθούν όλα,μην ανησυχείτε.Συμβαίνουν αυτά..
Τρέμοντας,πήρε τηλέφωνο το Μάκη.Ευτυχώς ήταν σπίτι.Κατέβα σε παρακαλώ στη γωνία…είχα ένα ατύχημα…τράκαρα!
Εκείνος κατέβηκε,είδε τη ξεδοντιασμένη μάσκα της Volvo,τα κρεμασμένα φώτα,τον προφυλακτήρα σαν σίγμα τελικό.Φρίκαρε,αλλά δε μίλησε.΄Ενιωσε απέραντη ευγνωμοσύνη  για τον άντρα της γι΄αυτή του τη σιωπή.Την αγκάλιασε απ΄τους ώμους-ανέβα στο σπίτι της είπε,θα τα κανονίσω εγώ με τον κύριο.
΄Όταν ανέβηκε κι΄εκείνος λίγη ώρα αργότερα, του ζήτησε συγνώμη που του ρήμαξε τ΄αυτοκίνητο.
Για τα όσα της έσουρε ο άλλος,κουβέντα.
-Λαμαρίνες είναι μάνα μου,φτιάχνονται.Εσύ νάσαι καλά.Πώς έγινε;
-Μάγκωσε το πόδι μου στο παρμπρίζ και δεν πρόλαβα να πατήσω το φρένο Μάκη μου.-Τα μάτια της ,είχαν βουρκώσει.
Κούνησε το κεφάλι του με νόημα κι΄ήταν χειρότερο απ΄το να την έβριζε../
Από΄κείνη τη μέρα δεν ξανακούμπησε τα χέρια της στο τιμόνι.Ο Μάκης ήταν κάθετος.Δε με νοιάζει για τ΄αυτοκίνητο,της είπε.Φοβάμαι μη σκοτωθείς καμιά μέρα.
Εσύ δε μπορείς πια  ούτε να γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω ,στην όπισθεν.΄Ασε καλύτερα,νάχω το κεφάλι μου ήσυχο!! Δεν διαμαρτυρήθηκε.
Είχε τρομάξει-και παραιτήθηκε απ΄την προσπάθεια να τον μεταπείσει.
.Το καταλάβαινε κι΄εκείνη.Ούτε τ΄αυτοκίνητο δεν τη χωρούσε πια.

Το σφίξιμο στο στομάχι της δεν έλεγε να την παρατήσει.Είχε ν΄ανέβει ολόκληρη Κηφισίας μέχρι το Νέο Ψυχικό που έμενε η φιλενάδα της.Πώς θάβγαινε Κηφισίας;
Δυο χρόνια στη «σύνταξη»,είχε ξεχάσει και τους δρόμους.Απ΄τη θέση του συνοδηγού
το μόνο που δεν πρόσεχε ήταν η διαδρομή.Πρόσεχε τα μάτια του Μάκη ,που κολλάγανε πότε δεξιά πότε αριστερά ,ανάλογα με τη «θέα» που πρόσφεραν τα διπλανά αυτοκίνητα,πρόσεχε τα χείλη του Μάκη να δει αν χαμογελούσαν στη «θέα» και αν η «θέα» του χαμογελούσε επίσης….όλα τα πρόσεχε,εκτός απ΄τη διαδρομή.
Κι΄άλλωστε,πόσες φορές είχε κάτσει τα τελευταία χρόνια σ΄αυτή τη ρημάδα τη θέση.Ελάχιστες.
Ο έρωτας,είναι σαν το κολύμπι και το ποδήλατο..είχε ακούσει.΄Ετσι και το μάθεις μια φορά,δεν το ξεχνάς ποτέ,όσα χρόνια κι΄αν περάσουν.Και το οδήγημα-συμπλήρωσε μια φωνή μέσα της.Θα τα καταφέρεις.Το πολύ-πολύ να εισπράξεις και δυο τρία φάσκελα.Σκασίλα σου.
Ρύθμισε το κάθισμα στη θέση που τη βόλευε,έλεγξε τους καθρέφτες ,έβαλε το κλειδί
και ξεκίνησε τη μηχανή.΄Οσο να πεις,εικοσιπέντε κιλά, την κάνουν τη διαφορά.
Τα πόδια της,πέρασαν άνετα κάτω απ΄το παρμπρίζ κι΄άγγιξαν τα πεντάλ.΄Ανετα.
Βγήκε στην Κηφισίας χωρίς να το καταλάβει κι΄ανηφόρισε για το Νέο Ψυχικό.
Σε δέκα λεπτά ένιωσε σαν να μην είχε αφήσει ποτέ το τιμόνι απ΄τα χέρια της,Η Volvo
πέταγε-πέταγε και το μυαλό της.Είχε αφήσει ένα μπάχαλο,πίσω στο σπίτι.΄Ένα Μάκη,
να σέρνεται στην αμφιβολία-τον κεράτωσε ή δεν τον κεράτωσε.Θα του την έλυνε ποτέ την απορία ή θα τον άφηνε με τα ερωτηματικά του;Αυτή τη στιγμή, δεν είχε ιδέα.Περίμενε από κείνον μια απόφαση.Θα έμενε ή θα έφευγε;Κι΄αν έμενε,θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους σαν να μην έτρεξε τίποτα;Εκείνη να ξέρει στα σίγουρα πως την κεράτωνε ασύστολα κι΄εκείνος να πιστεύει πως τον κεράτωσε το ίδιο ασύστολα;Γιατρεύονται ποτέ αυτές οι πληγές;Σβύνουν;Κι΄αν εκείνη στα πενήντα της-λέμε τώρα- ξανάβλεπε το ίδιο έργο,θα είχε το κουράγιο να ξαναπεράσει όσα πέρασε;Και μάλιστα χωρίς το Μενέλαο να της συμπαραστέκεται παίζοντας το γκόμενο.Τί θα τον έκανε το Μενέλαο-θα τον έβαζε στην κατάψυξη να τον έχει καβάντζα για παν ενδεχόμενο;΄Ενιωσε μια πίκρα ν΄ανεβαίνει και να της κλείνει το λαιμό.΄Ένα παράπονο γι΄αυτόν τον άντρα-τον άντρα της-που για την καρδιά και το
κορμί του,είχε καταντήσει δολοπλόκα,ψεύτρα κι΄απατεώνισσα.Και στερημένη-αυτό πού το πας;
Κοριτσάκι την είχε πάρει.Δεν πρόλαβε ούτε να δουλέψει καλά-καλά.Να μάθει πώς είναι ο κόσμος.Η γυναίκα είναι για το σπίτι,της είχε πει.Για τον άντρα και τα παιδιά της.Την έκλεισε στο σπίτι-‘όχι πως κι΄εκείνη δεν τόθελε-τη φχαριστήθηκε όσο κράτησε η καψούρα του,της αμόλυσε και δυο παιδιά κι΄ύστερα,όταν τα «οικιακά» κι΄η «τεκνοποιϊα» τη φόρτωσαν με τα αναθεματισμένα οικογενειακά «βάρη» και την
κατάντησαν  βαρέων βαρών,την πέταξε στην άκρη σαν στιμμένη λεμονόκουπα.Αν όταν γύριζε σπίτι, της έλεγε «τ΄αποφάσισα ,φεύγω» τι θάκανε;Δεν θα έκανε τίποτε,απλούστατα γιατί ο Μάκης δεν θα κούναγε ρούπι.Τον ήξερε κι΄ας μην τον είχε γεννήσει..Θα της το΄παιζε « ΄Αγιος Γεράσιμος» και πίσω απ΄την πλάτη της ,παλιά μου τέχνη κόσκινο.Εκείνη θα το ανεχόταν παριστάνοντας την ανήξερη.Για πόσο; Για όσο τη συνέφερε.Για όσο θα τη βόλευε.αυτή η ανακωχή.
-Κι΄αν σε ξαναφέρει στο αμήν Αλεκάκι;Πες πως σπάει ο διάολος το ποδάρι του και σε ξαναρίχνει στην «ανεργία».
-΄Εφυγα! Απ΄την πρώτη μέρα.Κι΄ας κόψει το λαιμό του.Εγώ έχω ν΄ασχοληθώ με τον εαυτό μου τώρα.Καλή είμαι-μπορώ να γίνω και καλύτερη.Και θα γίνω.
΄Εχασε το φανάρι της Φαίης αλλά δεν την ένοιαξε.Συνέχισε ν΄ανεβαίνει την Κηφισίας.
Το σφίξιμο στο στομάχι είχε από ώρα περάσει.Η πίκρα και το παράπονο,έγιναν γλύκα
κι ανακούφιση.Η μουσική στο ραδιόφωνο ,της θύμισε το μπαράκι της «συνωμοσίας « και το Μενέλαο.Γλύκας ήταν.Νάναι καλά ο άνθρωπος!΄Ερριξε μια ματιά στον καθρέφτη και χαμογέλασε στο είδωλό της,τη στιγμή που στο πλατώ του σταθμού έσκαγε το τραγούδι της: Γιου αρ μπιούτιφουουλ!Γιου αρ μπιούτιφουουλ!!Γιου αρ μπιούτιφουλ-ιτς τρουουουου!!!!!

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ" ΚΕΦ.24



Ο Σταύρος στη ζωή μου.

΄Όταν τέθηκε το θέμα του πού θα μέναμε μετά το γάμο,η Ελευθερία είχε έτοιμη την πρόταση.
-Δε ξέρω τι θα κάνετε μετά,αφεντικά είστε αλλά νομίζω πως για τον πρώτο καιρό καλό θα είναι,να μείνετε στο σπίτι μαζί μου.Το παιδί εκεί έχει συνηθίσει μέχρι τώρα
και θαρρώ ,δε θάναι καλό γι΄αυτό να φύγει απότομα από κοντά μου και να βρεθεί σ΄ένα καινούργιο περιβάλλον με τη Βέρα που δεν πρόλαβε καλά-καλά να τη γνωρίσει.
Λέω,να μείνουμε για ένα διάστημα όλοι μαζί,να μη φύγει ξαφνικά απ΄το χώρο του και μετά,βλέπετε τι θα κάνετε.
Συμφωνήσαμε όλοι με τη γνώμη της.Δεν ξέραμε ότι ήδη απ΄το Γεννάρη,η μαμά,με τη βοήθεια του Ραγκιαβή,διαπραγματευόταν ένα διαμέρισμα στην Κηφισίας,λίγο πιο πάνω απ΄την Αγία Τριάδα.Μας το ανακοίνωσε πάνω στη συζήτηση.
-Πάμε και το βλέπετε κι΄αν σας αρέσει,θα πούμε του Θέμη να ετοιμάσει τα συμβόλαια.Θα χρειαστεί κανένα δίμηνο ώσπου να το ετοιμάσουμε,οπότε μένετε αυτό το διάστημα με την Ελευθερία κι΄όταν ετοιμαστεί μετακομίζετε…
Ο Χρήστος ξαφνιάστηκε κι΄η Ελευθερία το ίδιο.
-Τι λες Παολίνα μου,ετοιμάζεσαι ν΄αγοράσεις διαμέρισμα για μας;(Το «μητέρα» η Παολίνα του τόχε ξεκόψει απ΄την αρχή-μου πέφτεις μεγάλος για γιος,του είπε γελώντας,την πρώτη φορά που δοκίμασε να την αποκαλέσει έτσι).
-Χρήστο μου,κόρη παντρεύω –δε θα την προικίσω;Πού το παράξενο;
Πήγαμε λοιπόν και το είδαμε.Στον τέταρτο όροφο,καινούργιο,άνετο,καλοβαλμένο με θέα στη Λεωφόρο.Μας άρεσε.Προχώρα το,είπα στη μαμά.
Το βράδυ,όπως χουζουρεύαμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι του Πωλ,μου το πέταξε.
-Ματσωμένη η Παολίνα,έτσι μωρό μου;-Δε μου τάπες αυτά..
-Τι δεν σου είπα Χρήστο μου;
-΄Ότι το φυσάτε το παραδάκι μανάρι μου..
-΄Ό,τι μας άφησε ο μπαμπάς,αγάπη μου-αυτό είν΄όλο..
-Δηλαδή ,να υποθέσω ότι έχεις και δικά σου λεφτά;
-Κάτι έχω κι΄εγώ-το μερίδιό μου δηλαδή..
-Κοίτα ρε,που παίρνω πλούσια γυναίκα και δεν τόξερα…
-Αν τόξερες δηλαδή τι θα έκανες Χρήστο μου;
-΄Ότι κάνω και τώρα μωρό μου..
΄Επεσε πάνω μου σαν πεινασμένος κι΄εκεί,έκλεισε η κουβέντα.


Μια βδομάδα μετά το γάμο μας,ο Χρήστος είχε προγραμματισμένο,επαγγελματικό ταξείδι στο Μιλάνο.΄Ένα δεκαήμερο,μου είπε.Θάρθεις μαζί-ευκαιρία για ένα γρήγορο
Μήνα του μέλιτος.Την ημέρα όσο εγώ θα τρέχω στους προμηθευτές,εσύ θα μπορείς να χαζεύεις τις βιτρίνες και να γυρίζεις στ΄αξιοθέατα.Εγώ τάχω δει τόσες φορές που τάχω σιχαθεί…Θα κάνεις και τα ψώνια σου…Τα βραδάκια όμως,δικά μας μανάρι μου.
-Να πας κόρη μου,πετάχτηκε η Ελευθερία.Δεν είναι σωστό να χωρίσετε δέκα μέρες,ακόμα δεν παντρευτήκατε..
-Κι΄ο Σταύρος μητέρα;
-Ο Σταύρος,θάναι μια χαρά..για δέκα μέρες δεν θα χαλάσει ο κόσμος.
Στενοχωριόμουν που θ΄άφηνα το παιδί.Είχε αρχίσει να δένεται μαζί μου-μήπως με ξεχνούσε μέχρι να γυρίσω;Απ΄την άλλη,η πρόκληση αυτού του ταξιδιού ήταν πολύ μεγάλη για να την αγνοήσω.Φύγαμε μια Δευτέρα πρωί ,τέλη Φλεβάρη,αεροπορικώς.
Το χειρότερο ταξείδι που έκανα στη ζωή μου και βέβαια για Μήνα του μέλιτος,ούτε λόγος να γίνεται.Βρέθηκα σε μια πόλη που δεν την ήξερα.΄Ομορφη αλλά απρόσωπη και παγωμένη.Πέρασα τις μέρες μου ,μόνη,χαζεύοντας άσκοπα στους μεγάλους δρόμους με τις φανταχτερές βιτρίνες ,προσπαθώντας ν΄ανακαλύψω μια ζεστή γωνιά
που θα την έκανα στέκι μου για όσο διάστημα απόμενε.Μάταια.΄Ενιωθα εγκαταλειμμένη στην τύχη μου,σε μια ξένη πόλη.Σκεφτόμουν συνέχεια τη Βερόνικα.Ευτυχώς μου είχε μάθει όσα ιταλικά χρειαζόμουν για να παραγγέλνω αξιοπρεπώς τον καφέ μου και κάτι να τσιμπήσω.Ο Χρήστος, εξαφανισμένος όλη μέρα.Δεν έπαιρνε ούτε τηλέφωνο –για να μην αναγκαστώ να κλειστώ στο ξενοδοχείο
περιμένοντας το τηλεφώνημά του ,έλεγε.Τις νύχτες,η αγκαλιά του ,ήταν πάντα ανοιχτή και πρόθυμη-μια ανάσα παρηγοριάς για ν΄αντιμετωπίσω την επόμενη μοναχική μέρα μου.Το Σαββατοκύριακο που μεσολάβησε,το περάσαμε στο Ξενοδοχείο-ήταν κομμάτια είπε,δεν είχε κουράγιο ούτε να σηκωθεί απ΄το κρεββάτι.
Ωραίος μήνας του μέλιτος!Χίλιες φορές καλύτερα,να είχα μείνει στην Αθήνα.
-Σούχω κάτι μοντέλλα  στα κιβώτια που θα ξετρελλαθείς,μου είπε στο αεροπλάνο της επιστροφής.
-Πού είναι τα κιβώτια;
-΄Ελα βρε μανάρι μου,θα τα στείλουν με φορτωτική-εμείς θα τα φορτωνόμασταν;
Σωστά-μέσα στην τόση μοναξιά είχε αρχίσει να νερουλιάζει και το μυαλό μου.
΄Όταν,γυρίζοντας σπίτι,έσφιξα στην αγκαλιά μου το Σταυρούλη που έτρεξε ξεφωνίζοντας να με υποδεχτεί,ευχαρίστησα το θεό που αυτό το «ανεπανάληπτο» ταξείδι του μέλιτος είχε τελειώσει.
΄Ένα μήνα μετά,λίγο πριν το Πάσχα,μεταφερθήκαμε στο καινούργιο διαμέρισμα.
-Α,εδώ θα μένω εγώ,όταν θάρχομαι να φυλάω το Σταυράκη,δήλωσε η Ελευθερία μόλις είδε το μικρό,φωτεινό δωμάτιο ,ακριβώς δίπλα στο παιδικό.
-Βρε μητέρα,στη σκέψη μου είσαστε-αυτό σκέφτηκα κι΄εγώ μόλις το είδα.Θα σας το φτιάξω,κουκλίστικο,έννοια σας.
Η πεθερά μου ήταν η μοναδική εναλλακτική,για τις φορές που θα θέλαμε να βγούμε βράδυ-ακόμα τότε,υπολόγιζα σε βραδυνές εξόδους,χωρίς τον ξενοδόχο!!Η Παολίνα που είχε ακόμα τις φοβίες της μετά το δυστύχημα,το είχε δηλώσει απ΄την αρχή-«εγώ,μέρα ό΄τι θελήσετε αλλά για βράδυα,ξεχάστε το.»
Ο Σταύρος,είχε αρχίσει να σχηματίζει τις δικές του λεξούλες,που μόνο παρακολουθώντας το βλέμμα του μπορούσα να τις καταλάβω.΄Ηταν ένα χαρούμενο,γελαστό παιδάκι.Καλόβολο,τρυφερό-«δός μου ένα φιλάκι» τούλεγα.
Μ΄αγκάλιαζε τότε απ΄το λαιμό και κόλλαγε με δύναμη το στοματάκι του στο μάγουλό μου,δαγκώνοντάς το-αυτό ήταν το φιλάκι του.Για καιρό,ένιωθα διαρκώς ένα κόμπο στο λαιμό,απ΄το άγχος μου να προλάβω κάθε του ανάγκη,να προλάβω το κλάμα του,να του δώσω αγάπη.Σιγά –σιγά η καρδιά μου ,άρχισε να βρίσκει μόνη της το δρόμο-χωρίς να χρειάζεται να σκεφτώ,να υπολογίσω κινήσεις .΄Αρχισε να με οδηγεί το ένστικτο.΄Όταν ανέβαινε δίπλα μου στον καναπέ κουβαλώντας το βιβλιαράκι του με τις εικόνες για να του διαβάσω, δε χρειαζόταν να σκεφτώ για ν΄απλώσω το χέρι μου και να τ΄αγκαλιάσω .΄Όταν το βράδυ ,την ώρα που το έβαζα στο κρεββατάκι του για ύπνο έσκυβα να το φιλήσω και να σιγουρέψω τα σκεπάσματα γύρω απ΄το κορμάκι του,η γλύκα που ένιωθα μέσα μου,μου τόλεγε:ήταν ο γιος μου.
Δεν τον είχα γεννήσει εγώ αλλά τον ένιωθα κομμάτι απ΄τη σάρκα μου.Σκεφτόμουν συχνά τη Μαρία με τρυφερότητα.΄Εφυγε τόσο νωρίς κι΄έχασε τόσα πολλά.Κάποια στιγμή,στο μέλλον,όταν θα μπορούσε να καταλάβει κάποια πράγματα,θα έβαζα μια φωτογραφία της σε μια γωνιά του δωματίου του και θα τούλεγα πως εκείνη,η Μαρία ήταν η γυναίκα που το διάλεξε για παιδί της κι΄άνοιξε το δρόμο για να φτάσει σε μένα.΄Αλλωστε,κι΄η ταυτότητά του όταν θα μεγάλωνε,αυτό θα έγραφε:του Χρήστου και της Μαρίας..Μια απ΄τις πολλές φορές που έκανα αυτή τη σκέψη,έμεινα ξαφνικά σύξυλη.Ποια ταυτότητα ηλίθια;Απ΄το πρώτο του Ενδεικτικό του Χρήστου και της Μαρίας θα είναι.΄Ο,τι έχεις να πεις,θα το πεις πριν πάει Σχολείο κι΄αρχίσει να διαβάζει μόνος του ,αλλιώς θα βρεθεί ξαφνικά με δυο μαμάδες,που δεν θα ξέρει πώς να τις βολέψει στο μυαλουδάκι του.Θα το συζητούσα με το Χρήστο-είχαμε καιρό..

Οι πρώτοι μήνες της έγγαμης ζωής μου κύλησαν ομαλά.Τίποτε το συναρπαστικό,πέρα απ΄την πραγματικά συναρπαστική παρουσία του παιδιού και τις μικρές εκπλήξεις που μας επεφύλασσε μέρα με τη μέρα.Κόντευε δυόμισυ κι΄είχε αρχίσει ν΄αραδιάζει τις πρώτες του κουβεντούλες.΄Ένα μεσημέρι ,έβαλα στο τραπέζι το πιάτο με το φαγητό του-«έλα στη μαμά να φάμε το φαγάκι μας»του φώναξα,όπως έκανα πάντα.΄Ετρεξε κι΄έπεσε πάνω στα γόνατά μου,ψελλίζοντας «μα-μά».Τρελλά-
θηκα απ΄τη χαρά μου.Ξαναπέστο αγάπη μου,του είπα «μαμά»-«μαμά» επανέλαβε γελώντας.Η αρχή είχε γίνει.
Με το Χρήστο ,δεν είχα πρόβλημα.Μόνο το θέμα της δουλειάς του με είχε ενοχλήσει λιγάκι.Σχεδόν κάθε βράδυ είχε κι΄από μια συνάντηση επαγγελματική,συνήθως κανονισμένη τελευταία στιγμή .Ακόμα κι΄αν ήθελα να πάω μαζί του,πού να ξεσηκώναμε την Ελευθερία δέκα κι΄έντεκα η ώρα νάρθει να φυλάξει το παιδί-έβγαινε μόνος του.Είχα σχεδόν ξεχάσει πώς είναι να βγαίνεις βράδυ με τον άντρα σου για διασκέδαση.Ερχόταν σχεδόν πάντα ξημερώματα,βρωμοκοπώντας ουίσκυ και καπνό απ΄τα τσιγάρα.Καμιά φορά ,περνούσε και βδομάδα ,χωρίς να μ΄αγγίξει-«κουρασμένος,πτώμα».Δεν πήγαινε ο νους μου στο πονηρό.΄Ημουν πολύ αφελής ακόμα-τον πίστευα.
-Δουλεύεις πολύ Χρήστο μου, του παραπονέθηκα ένα πρωί την ώρα του καφέ.
-Τι να σου κάνω μανάρι μου;Δεν βγάζεις και κανένα φράγκο απ΄την τράπεζα ν΄ανοίξω μια δική μου δουλειά..
-Αφού έχεις τη δουλειά σου…
-Ποια δουλειά,την αποθήκη; ΄Ένα δικό μου μαγαζί χρειάζομαι ,να πουλάω μόνος μου αυτά που κουβαλάω απ΄έξω κι΄όχι να κυνηγώ τους εμπόρους να τ΄αγοράσουν.Αυτά τα πράγματα όμως,χρειάζονται κεφάλαιο κι΄εγώ δεν τόχω-κατάλαβες αγάπη μου;

Η Παολίνα κλώτσησε άγρια.
-Δεν κατάλαβα!΄Εχει μια σπιταρώνα και κάθεται,θέλει να του ανοίξεις και μαγαζί;
-Μαμά μου,το σπίτι δεν του το δώσαμε,δικό μου είναι.Τώρα ,για το μαγαζί ,έχει ένα δίκηο.Πάει –έρχεται και κουβαλάει  και τρέχει πίσω απ΄τους άλλους για να διαθέσει αυτά που φέρνει.Αν έχει ένα δικό του μαγαζί,θα διπλασιάσει τα κέρδη του.Για το καλό θάναι,δεν το καταλαβαίνεις;΄Άλλο να πουλάς χονδρική κι΄άλλο λιανική…
-Τι να σου πω Βέρα μου-αυτό που ακούω δεν μ΄αρέσει-(σάμπως άρεσε σε μένα;Το ποίημα που μούχε μάθει έλεγα).Δεν μ΄αρέσει καθόλου.Πολύ νωρίς άπλωσε το χέρι του.Είναι όμως άντρας σου-εσύ τον ξέρεις καλύτερα.Αν το βλέπεις σωστό,πάρε το
Ραγκιαβή και συνεννοήσου.Ενήλικη είσαι,παντρεμένη γυναίκα είσαι πια-κάνε όπως νομίζεις.
Μέσα σ΄ένα μήνα,άνοιξε το κατάστημα στην Πατησίων.Το γέμισε με το εμπόρευμα που ήδη υπήρχε στην αποθήκη.Ο Χρήστος ήταν ενθουσιασμένος.
-Αγάπη μου ,σε λατρεύω.Αυτό που έκανες για μένα δεν το περίμενα-δε θα τόκανε ούτε η ίδια μου η μάνα.Σ΄ευχαριστώ.
Είχε ξαναγίνει ο Χρήστος που ήξερα,με τις ξαφνικές αγκαλιές και τα φιλιά,με τα «αγάπη» και τα «μωρό μου».Ξαναθυμήθηκε τον παθιασμένο τρόπο που μου έκανε έρωτα.΄Αξιζε τον κόπο-εκείνος ο Χρήστος με τις μπηχτές,τα μούτρα,τα νεύρα και τις συνεχείς βραδυνές εξόδους δεν ήταν ο άντρας που είχα ερωτευτεί.Κρατούσε το μαγαζί με μεγάλη συνέπεια.Οι δουλειές πήγαιναν καλά.΄Εκανε σχέδια για το επόμενο ταξείδι του «θα πάω μια βόλτα στο Λονδίνο» μου πέταξε μια μέρα.΄Εχουν ωραία μόδα εκεί απ΄ότι ακούω.Τί Παρίσι και τι Μιλάνο.Τα εγγλέζικα ρούχα έχουν πέραση τώρα-αυτά ζητάνε οι γυναίκες.Να πάω κι΄εγώ ,δεν το συζητούσα.Δεν θ΄άφηνα το παιδί με κανένα τρόπο-άλλωστε ήταν λίγες μέρες τώρα που δεν ένιωθα στα καλά μου.
Σηκωνόμουν το πρωί κι΄έτρεμαν τα πόδια μου.Ο πονοκέφαλος με θέριζε κάθε τόσο.
Μια αδυναμία που δεν μπορούσα να την εξηγήσω.Ανησύχησα-άρπαξα κανένα κρυολόγημα,καμιά ίωση καλοκαιριάτικα;Η πρώτη μου σκέψη,πήγε στο παιδί.Να μην το κολλήσω.Απέφευγα να το φιλώ όταν το είχα στην αγκαλιά μου.΄Ένα πρωί ,σηκώθηκα και δεν μπορούσα να σταθώ όρθια απ΄τη ζαλάδα.΄Ενιωσα να με λούζει κρύος ιδρώτας.Πήρα τηλέφωνο την Ελευθερία.
-Μητέρα,δεν έρχεστε από δω σας παρακαλώ-δεν νιώθω στα καλά μου.
-Τι έχεις κόρη μου,τι αισθάνεσαι;
-Δεν ξέρω ,μάλλον καμιά ίωση θάναι.
Αχαρνών-Κηφισίας δεν είναι μακρυά.Μισή ωρίτσα της πήρε.
Με το που της άνοιξα την πόρτα με το Σταυράκη πίσω μου,έβαλα τη χούφτα στο στόμα κι΄έτρεξα στο μπάνιο.΄Ισα που πρόλαβα.Εμετός.Τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά απ΄ότι είχα υπολογίσει.
΄Όταν βγήκα,άσπρη κι΄ιδρωμένη,χαμογελούσε με το παιδί στα γόνατά της.
-΄Εκανες εμετό Βέρα μου;Με το καλό να το δεχτούμε κορίτσι μου.
-Τι να δεχτούμε μητέρα;
-Το αδερφάκι του Σταύρου μας.Παιδί περιμένεις κόρη μου-δεν το κατάλαβες;
Παιδί;Τα είχα χαμένα.Ούτε που είχε πάει το μυαλό μου.
Θα πάρω το μικρό στο σπίτι,να μπορέσεις να ξεκουραστείς. Πρωινή ναυτία είναι.
Θα σου φτιάξω ένα τσαγάκι και θα ξαπλώσεις κούκλα μου.Το απόγευμα,αν νιώσεις καλύτερα,έρχεται ο Χρήστος και παίρνει το παιδί,αλλιώς,αύριο.
΄Επεσα στο κρεβάτι κι΄έκλεισα τα μάτια γιατί το δωμάτιο γύριζε.Νόμιζα πως είχα ξαπλώσει πάνω σε στρώμα θαλάσσης,σε μέρα τρικυμίας. Κοιμήθηκα.Ξύπνησα απ΄τη φωνή του Χρήστου.
-Βέρα,μωρό μου; Τι έχεις αγάπη μου ;Πού είναι το παιδί;
Σηκώθηκα με κόπο.΄Ενιωθα κάπως καλύτερα.
-Στη μητέρα σου Χρήστο μου-δεν ένιωθα καλά κι΄ήρθε και το πήρε..
-΄Αρπαξες καμιά ίωση μάλλον.
-Μάλλον.
Το απόγευμα,μόλις ο Χρήστος έφυγε για το μαγαζί,χτύπησα το κουδούνι δίπλα στην πρώτη πινακίδα με τ΄όνομα  γυναικολόγου που βρήκα μπροστά μου.
-Συγχαρητήρια κυρία Μάρκου,μου είπε μετά την εξέταση.Είστε ήδη στον τρίτο μήνα της κύησης.
΄Εφυγα απ΄το ιατρείο του ,με φτερά στα πόδια.Σκεφτόμουνα το Χρήστο και τη χαρά που θα ένιωθε.-Θέλω να κάνω παιδιά μαζί σου,μου είχε πει.Να τα δω να μεγαλώνουν
όσο είμαι ακόμα νέος.
Φρεσκαρίστηκα,έφτιαξα ένα τσάι παγωμένο-τέρμα οι πολλοί καφέδες και το τσιγάρο-και στρώθηκα να τον περιμένω.Πώς θα του τόλεγα;
Αγάπη μου ,είμαι έγκυος- όχι,είναι βαρύγδουπο και συνηθισμένο..
Μωρό μου,σε λίγο θα γίνουμε τρεις ,είχα διαβάσει κάπου-γελοίο,άλλωστε εμείς θα γινόμασταν τέσσερεις,όχι τρεις.
Χρήστο μου,περιμένω παιδί-πολύ λαικό…αποκλείεται.Πρέπει να βρω κάτι πιο πρωτότυπο να του πω.
Αγάπη μου σε λίγους μήνες θα γίνεις πατέρας,μήπως;-πολύ μελοδραματικό.
Πώς θα τόλεγα αν ήμουν ηρωίδα μυθιστορήματος;Λατρεία μου,μέσα μου μεγαλώνει ένα κομμάτι από σένα!!!Α! ρε Βέρα,σημασία έχει το νέο κι΄όχι ο τρόπος που θα το πεις.΄Ασε νάρθει-κι΄ότι σου κατέβει εκείνη την ώρα.
Τηλεφώνησα στην πεθερά μου.Πήγα στο γιατρό της είπα-δίκηο είχατε.΄Εκανε τρελλές χαρές.Το παιδί θα το κρατήσω γι΄απόψε είπε ,αφού καταλάγιασαν οι εκρήξεις χαράς.Μείνετε να τα πείτε με τον άντρα σου κόρη μου.Στο φέρνω αύριο.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ" ΚΕΦ.23





Χριστούγεννα του 70.Πρώτα Χριστούγεννα χωρίς την παρουσία του μπαμπά και τελευταία Χριστούγεννα της κοριτσίστικης ζωής μου.Από νωρίς ,το πρωί της Παραμονής,η κυρα -΄Αρτεμι που είχε ήδη αποδεχτεί την πρόσκληση να περάσει την
Καλή τη Μέρα μαζί μας,είχε αναλάβει καθήκοντα βοηθού στην κουζίνα,εκβιαστικά.
-Εγώ κοπέλλες μου,δε θάρθω να θρονιαστώ να ντερλικώσω σαν καμιά ξένη.Θα βοηθήσω, θέλετε δε θέλετε,μέρα που έρχεται.
Είχε μάθει τα νέα απ΄τη μαμά κι΄ήταν ενθουσιασμένη.
-Αχ,Παναγιά μου,παντρεύεται το κορίτσι μας-πούναι ο συχωρεμένος ο πατέρας της να μοιραστεί τη χαρά… έλεγε και ξανάλεγε μυξοκλαίγοντας την ώρα που έπλενε τα σαλατικά .Μια στο καρφί και μια στο πέταλο δηλαδή για τη φουκαριάρα τη μαμά που απ΄το χαμόγελο,την έρριχνε στο βούρκωμα κάθε τόσο.Σε λίγο ,έπιασε άλλο βιολί:
-Κι΄αυτό το κακόμοιρο το παιδάκι…ο Θεός σου τόστειλε κοκκώνα μου,ψυχικό θα κάμεις να τ΄αναστήσεις…μεγάλο έργο παίρνεις στα χεράκια σου-ο Θεός να σ΄έχει καλά..
-Βρε κυρία ΄Αρτεμι,σταμάτα πια τη μουρμούρα και το μοιρολόι-μας ξετίναξες.Πιάσε κανένα τραγούδι-κάλαντα δεν έχετε στο νησί σου;Πες μας τα κάλαντα.Τόσες φορές τ΄ακούσαμε απ΄το πρωί,μια φορά κι΄από σένα, θα τ΄αντέξουμε.
 ΄Ηθελα να ελαφρύνω λίγο την ατμόσφαιρα-να γελάσουμε λίγο-να πάψω ν΄ακούω το ρούφηγμα της μύτης της Παολίνας μου.
-Τώωωρα κοκκώνα μου;Κρύσταλλο είχα στο λαρύγγι μου εγώ στα νιάτα μου-τώρα κρώζω-μόνο για τα δικά μου τ΄αυτιά είναι πια η φωνή μου.
Γελάσαμε κι΄οι τρεις.Τα τσουρέκια της μαμάς είχαν βαθμολογηθεί  απ΄το Γιάννη κι΄εμένα μ΄ένα σκέτο «καλώς».Ούτε για τη βιτρίνα αλλά ούτε και για πέταμα.Οι νοστιμιές όμως που ετοιμάζονταν στην κουζίνα,ήταν άλλο πράμα.
Λίγο πριν τις έντεκα το πρωί,μου ζήτησε το τηλέφωνο της κυρίας Ελευθερίας.
-Τι το θες το τηλέφωνο;Εδώ θάναι αύριο,θα τη δεις αυτοπροσώπως..
-Ναι παιδί μου αλλά οι καλοί τρόποι υπαγορεύουν να την καλέσω κι΄εγώ,έστω κι΄απ΄το τηλέφωνο.
-Μα της το είπε ο Χρήστος….
-΄Ακουσε Βέρα μου,δεν ξέρω πώς το βλέπετε εσείς η νέα γενιά αλλά εγώ δεν θα πήγαινα ακάλεστη σε ξένο σπίτι ,να τραπεζωθώ χρονιάρα μέρα..Θα την πάρω..
Την πήρε λοιπόν.΄Επιασε τόπο το τηλεφώνημα.Απ΄τα γελάκια και τα λόγια της μαμάς,κατάλαβα πως είχε σπάσει ο πάγος.Σίγουρα κι΄η κυρία Ελευθερία το φχαριστήθηκε.Μπράβο βρε μαμά ,καλά το σκέφτηκες.Η μέρα πέρασε χαρούμενα,με τα μαγειρέματα,το κουβεντολόι των τριών μας,τα πειράγματα του Γιάννη που δε μας άφησε σε χλωρό κλαρί.
-Ρε μάνα,κάνε και καμιά σουπίτσα για το ραμολί το  γαμπρούλη σου,μήπως του πέσει βαρειά η γαλοπούλα!!-Οι γνωστές κρυάδες του Γιάννη.
Στις δώδεκα το βράδυ,ανοίξαμε ένα μπουκάλι κρασί ,φάγαμε και τα μεζεδάκια μας,εκεί γύρω απ΄το τραπέζι της κουζίνας.Η κυρία ΄Αρτεμι ευχαρίστησε που δεν την  αφήσαμε μόνη-αισθανόταν του σπιτιού,είπε,αφού της κάναμε την τιμή νάναι μπροστά και στην επίσημη πρόταση γάμου την επομένη και κατέβηκε για ύπνο.
Στην τραπεζαρία το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο,στολισμένο με τα κρύσταλλα και τις πορσελάνες που η Παολίνα έβγαζε μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις,η γαλοπούλα μούλιαζε στο ψυγείο,γεμισμένη και περιχυμένη με πορτοκάλια και κονιάκ,τα πάντα
έτοιμα.Τράβηξα στην άκρη τις κουρτίνες στο σαλόνι για να φαίνονται απ΄έξω τα φωτάκια του δέντρου κι΄εκεί,στο τραπέζι της κουζίνας,μόνη ,στα σκοτεινά,μόνο με το φως απ΄τις λάμπες του δρόμου,έβαλα στο ποτήρι μου λίγο κρασί ακόμα κι΄άναψα το τελευταίο τσιγάρο της εργένικης ζωής μου.
Καλά Χριστούγεννα μπαμπά μου-μου λείπεις..Μου φάνηκε σαν ν΄άκουσα τη φωνή του-«κι΄εμένα κοριτσάκι μου».


Ανήμερα,οκτώ το πρωί ,συναγερμός.Να μπει η γαλοπούλα στο φούρνο,να κοπούν οι σαλάτες να γίνουν όσα δεν πρόλαβαν –ή δε γινόταν-να ετοιμαστούν την παραμονή.
Ετοιμαστήκαμε κι΄εμείς.
-Μαύρα φοράει η μητέρα του;
-Ξέρω ΄γω βρε μαμά-τις δυο φορές που την είδα,μαύρα φόραγε.
-Α΄. καλά..
Διάλεξε ένα σκούρο γκρι φόρεμα και το παντατίφ της γιαγιάς Ντόντος για το λαιμό.
-΄Εχω ένα σφίξιμο στο στομάχι,είπε,την ώρα που έτοιμη πια,άναβε το τσιγάρο της.
-Εγώ μανούλα,γροθιές νιώθω στο στομάχι μου ,όχι σφίξιμο.
-Δεν πιστεύω να το μετάνοιωσες;
-Στο τσακ είμαι..άλλη μια φορά να με ρωτήσεις…..
Με κοίταζε με τα μάτια της υγρά-γεμάτα έννοια.Την αγκάλιασα-«είμ΄ευτυχισμένη μανούλα..πολύ ευτυχισμένη.Από δω και πέρα δε θάχεις πια ν΄ανησυχείς για μένα.
Δώδεκα ακριβώς,χτύπησε το κουδούνι.Η κυρα -΄Αρτεμι με το ταψί στο χέρι.΄Όχι μπακλαβάς Θεέ μου!!!
-΄Εφτιαξα ένα κανταίφι στα γρήγορα ,να γλυκάνουμε το γαμπρό κοκώνα μου.
Ευτυχώς.

Μία, τηλεφώνησε ο Χρήστος.
-Τώρα ξεκινάμε,αγάπη μου..
-Σας περιμένουμε.
Λίγο μετά τη μιάμιση ,ξαναχτύπησε το κουδούνι.’ Ανοιξα και τους περίμενα ν΄ανέβουν.Μπροστά,η κυρία Ελευθερία στα σκούρα μπλε(έβγαλε τα μαύρα για την περίσταση ,μας είπε αργότερα).Κρεμασμένος απ΄το χέρι της ο Σταυράκος,μες τα κόκκινα,σαν την Κοκκινοσκουφίτσα.Πίσω,μ΄ένα τεράστιο χαμόγελο ο Χρήστος.΄Ένα πελώριο μπουκέτο άσπρα τριαντάφυλλα στο ένα χέρι κι΄ένα κουτί ζαχαροπλαστείου στο άλλο.Στο χωλ έγιναν οι συστάσεις,οι αγκαλιές ,δόθηκαν τα φιλιά και οι ευχές της μέρας΄Ανετοι όλοι-λες κι΄είμασταν γνωστοί από παλιά.΄Εβγαλα το κόκκινο μουφανάκι και το σκούφο του παιδιού που έστεκε ελαφρά σαστισμένο ανάμεσα σε τόσο κόσμο,το πήρα αγκαλιά κι΄οδήγησα το τσούρμο στο σαλόνι.Η κουβέντα άναψε χωρίς κόπο-νάναι καλά η κυρα-΄Αρτεμι που ήθελε να τα μάθει όλα μεμιάς.΄Αφησα το παιδί στην αγκαλιά της γιαγιάς του και πήρα τα λουλούδια και τα γλυκά να τα τακτοποιήσω στην κουζίνα.Ο Χρήστος ήρθε πίσω μου.Μ΄άρπαξε στην αγκαλιά του
σαν τρελλός.
-Επιτέλους,αγαπούλα μου,σήμερα τελειώνουν τα ψέματα.Από χτες το  βράδυ πετάω στα σύννεφα.
-Σιγά Χρήστο μου,θα μπει κανείς και θα μας δει.
-Μη σε νοιάζει μανάρι μου…σήμερα,κανείς δεν πρόκειται να μας παρεξηγήσει.
Μανάρι μου;;πρώτη φορά την άκουγα απ΄τα χείλη του αυτή την έκφραση.Από άλλους γύρω μου,την άκουγα συχνά-δε μ΄άρεσε καθόλου,μου φαινόταν κάπως μπανάλ ν΄αποκαλείς μια γυναίκα μανάρι.Αυτή όμως,ήταν η μέρα των αρραβώνων μου.Δε θα κολλούσα σε τέτοιες λεπτομέρειες.Πήρα το βάζο με τα λουλούδια και με το Χρήστο να μ΄ακολουθεί,γύρισα στο σαλόνι.Ο Γιάννης είχε σερβίρει τ΄αναψυκτικά,
Με το Σταύρο κρεμασμένο απ΄το μπατζάκι του.Τον είχε πάρει από κοντά.
-Τον είδες το σπόρο;Με  συμπάθησε αδερφούλα .Αυτόν εγώ,θα τον κάνω ντράμμερ.
-Καλά γίνε πρώτα εσύ…και βλέπουμε.
Εύκολο τόχαμε το γέλιο ,όλοι μας εκείνα τα Χριστούγεννα.Ο Σταυρούλης,είχε βρει την αδερφή ψυχή στο πρόσωπο του Γιάννη (κι΄αυτό δεν έχει αλλάξει,μέχρι σήμερα).
Η κυρία Ελευθερία,με πέτυχε στο χωλ,κάποια στιγμή που σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο.Μ΄έκλεισε στην αγκαλιά της κι΄ακουμπώντας το μάγουλό της στο δικό μου:
-Σ΄ευχαριστώ Βέρα μου..σ΄ευχαριστώ κόρη μου…,είπε.
Η κυρά-΄Αρτεμι,κάθε τόσο στη διάρκεια του φαγητού μούκανε κάτι περίεργους μορφασμούς,προσέχοντας να μην τη δουν οι άλλοι…Μόνο όταν αργότερα με βοηθούσε να πάμε τα πιάτα στην κουζίνα,κατάλαβα τι προσπαθούσε να μου πει..
-Κούκλος,Βέρα κορίτσι μου,κούκλος ο αρραβωνιαστικός σου-ωραίος άντρας –ταιριά-
ζετε…να είστε και τυχεροί κοκώνα μου.

Την ώρα του γλυκού,έπεσε και το κυρίως θέμα στο τραπέζι.
-Εμείς Λίνα μου-Λίνα θα σε λέω,το Παολίνα μου πέφτει δύσκολο-εμείς που λες Λίνα μου,ξέρεις γιατί είμαστε εδώ και με πολλή χαρά μας.Τα παιδιά μας ,τα βρήκαν,τ΄απο-
φάσισαν.΄Εχεις κορίτσι διαμάντι κι΄εμένα ο γιος μου,μ΄όσα τράβηξε μέχρι τώρα που σίγουρα θα στάπε η Βέρα,είναι καλός-η κόρη σου θα ζήσει καλά μαζί του.Εμείς την ευχή μας να δώσουμε και τελειώσαμε.
Ο Χρήστος πήρε την άκρη της κουβέντας της μητέρας του.
-Την αγαπώ τη Βέρα κυρία Καρούσου,την αγαπώ πολύ και ξέρω ότι μ΄αγαπά κι΄εκείνη.Υπάρχουν κάποια σημεία σ΄αυτό το γάμο που ίσως τα θεωρείτε αρνητικά
αλλά σας υπόσχομαι ότι θα δώσω και τη ζωή μου αν χρειαστεί για να την κάνω ευτυχισμένη.Θέλω να την κάνω γυναίκα μου το γρηγορότερο-αύριο αν είναι δυνατόν.
Είχε σκεπάσει το χέρι της με το δικό του-ήταν ο τρόπος του να γίνεται πειστικός.
Το παιδί είχε αρχίσει να βαρυέται κι΄αρχισε να γκρινιάζει.Ο Γιάννης με ωριμότητα που μ΄εξέπληξε ,το πήρε και κλείστηκαν στο δωμάτιό του.Είχε πολλά εκεί μέσα που
θα του κέντριζαν το ενδιαφέρον.Η μαμά άκουγε το Χρήστο με προσοχή κι΄ένα χαμόγελο ενθαρρυντικό.
-Τι λέτε κι΄εσείς;
-Χρήστο μου ,εγώ δεν έχω αντίρρηση σ΄όσα λες.Την ευτυχία σας θέλω-την ευτυχία του παιδιού μου κι΄αφού εσύ εγγυάσαι γι΄αυτήν,…τι να πω.΄Αλλωστε,εκτίμησα πολύ τη στάση της μητέρας σου.Είμαι σίγουρη πως θα σταθεί στην κόρη μου σαν δεύτερη μητέρα.
Η κυρία Ελευθερία κουνούσε το κεφάλι,συμφωνώντας.
-Ξέρεις όμως Χρήστο μου ότι είμαστε σε πένθος(τα μάτια της μαμάς βούρκωσαν ξανά).Πρόσφατα χάσαμε τον άντρα μου εγώ και τα παιδιά τον πατέρα τους.Επομένως,φοβάμαι πως δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε γάμο, αν δεν κλείσει τουλάχιστον χρόνος.
Η κουβέντα έμεινε μετέωρη για λίγα δευτερόλεπτα(ο Χρήστος μάλλον δεν τόχε σκεφτεί έτσι και για να πω την αλήθεια ούτε κι΄εγώ).
-Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι΄οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους,Παολίνα κόρη μου.. -΄Ηταν η κυρά-΄Αρτεμι που μίλησε.Γυρίσαμε όλοι προς το μέρος της.
-Παίρνω το θάρρος ,μια που μου κάματε την τιμή νάμαι παρούσα σ΄αυτή τη συζήτηση.Παολίνα μου,ένας χρόνος είναι πολύς καιρός.Ο συχωρεμένος,δε θα κακοκαρδιστεί για τη χαρά του παιδιού του.΄Υστερα μην το λησμονάς κοκώνα μου,είναι και το μωρό στη μέση.Αν είναι η Βέρα μας να γίνει μάνα γι΄αυτό το παιδί,
όσο πιο γρήγορα το πάρει απάνω της, τόσο καλύτερα.΄Όταν όπου νάναι θ΄αρχίσει να μιλά,τη Βέρα πρέπει να πει μάνα του αλλιώς τόχει χαμένο το παιχνίδι το κορίτσι μας.
΄Ακου τι σου λέω κόρη μου,πολλά τέτοια έχουν δει τα μάτια μου.Ξέρω τι σου λέω.
Μην κόβεις την τύχη του κοριτσιού.Σε δυο μήνες είναι τα εξάμηνα.Από΄κει κι΄ύστερα, να κάμετε το γάμο.΄Ησυχα,όμορφα ,χωρίς πολλά –πολλά.Κανείς δε θα σας κατηγορήσει.
Η κυρία Ελευθερία έκλαιγε –είχε κατασυγκινηθεί απ΄τα λόγια της κυρα- ΄Αρτεμις.
Το ίδιο κι΄η μαμά.Εγώ κι΄ο Χρήστος κοιταζόμασταν άναυδοι..
Η Παολίνα,έσπρωξε πίσω την καρέκλα της αποφασιστικά.
-Σε δυο μήνες λοιπόν,είπε,πάω  να φέρω κάτι να πιούμε για την ώρα την καλή.
Τα χαμόγελα καπάκι στα δάκρυα ξανά.Φωνάξαμε το Γιάννη,πήρα το παιδί στην αγκαλιά μου κι΄εκεί μπροστά σε όλους «από σήμερα είσαι γιος μου αγάπη μου» ,του είπα,στ΄ορκίζομαι και τόσφιξα στο στήθος μου.Ο Χρήστος σηκώθηκε και μας αγκάλιασε και τους δυο.Βροχή οι ευχές,τα φιλιά,οι αγκαλιές.Η πεθερά μου,ήταν προετοιμασμένη.Μου πέρασε στο λαιμό μια χοντρή αλυσίδα ,χρυσή,μ΄ένα βαρύ ,βυζαντινό σταυρό στην άκρη.Της μητέρας μου είπε-οικογενειακό κειμήλιο.Μου πέρασε σαν αστραπή η σκέψη.Σίγουρα,τον είχε περάσει και στο λαιμό της Μαρίας-της πρώτης γυναίκας του Χρήστου.Δεν με πείραξε-το παιδί που διάλεξε να μεγαλώσει εκείνη,παίρνω αγκαλιά σήμερα.Γούρι θα μου πάει.Θα με προσέχει.Για να προσέχω κι΄εγώ εκείνο.
Παντρευτήκαμε Φλεβάρη του 71.Αθόρυβα,λιτά,με λίγους αγαπημένους φίλους.Με το μικρό Σταύρο ανάμεσά μας, ντυμένο στο κρεμ κουστουμάκι του.Την ώρα των συγχαρητηρίων απ΄τους λιγοστούς καλεσμένους,ένας άντρας στάθηκε μπροστά μου,
απλώνοντάς μου το χέρι του.
Ο Χρήστος έσκυψε προς το μέρος μου,γελαστός .
-Ο Πωλ,είπε,Πωλ Γεραλής…ο φίλος μου.
-Συγχαρητήρια μου είπε.Να ζήσετε-και μου χαμογέλασε πολύ φιλικά και με νόημα.
Ο Πωλ,ήταν ιπτάμενος φροντιστής σε αεροπορική Εταιρεία.Ταξίδευε συχνά και για μέρες γι΄αυτό το σπίτι του που έγινε η προσωρινή στέγη του έρωτά μας,έμενε άδειο
τόσο συχνά.Είχα δει τ΄όνομά του στο κουδούνι αλλά δεν είχα προλάβει να τον συναντήσω,να τον γνωρίσω.Τον έβλεπα τη μέρα του γάμου μας,για πρώτη φορά κι΄έμελλε να μην είναι η τελευταία.