Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ -ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ!



Το χαμόγελο της Ειμαρμένης  25


Εκείνο το βράδυ,μετά την πρωϊνή επίσκεψη στην Ελένη,η Αθηνά,έγραψε τις πρώτες αράδες στο ημερολόγιό της.Αυτή τη φορά,αβίαστα.χωρίς διλήμματα ,για το τι έπρεπε να γράψει και πώς να το γράψει.΄Οσα είχε ακούσει απ΄το στόμα της Ελένης επιβεβαίωναν αυτά που άκουγε απ΄τα στόματα των δικών της ανθρώπων,από τη στιγμή που άρχισαν να μοιράζονται μαζί της,την οδυνηρή πραγματικότητα.Είχε προσπαθήσει-ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, ν΄αντικρούσει αυτή την ψυχοφθόρα δυσβάσταχτη πραγματικότητα.Να την κάνει υποφερτή.Να ελαφρύνει
 το φορτίο στις κοριτσίστικες πλάτες της.Τα είχε βάλει με όλους και τελικά τους είχε αδικήσει όλους.Ιδιαίτερα τη Λένια και το Μηνά.Τους είχε πικράνει και σ΄ένα βαθμό τους είχε τραυματίσει,στην προσπάθειά της ν΄απαλύνει τα δικά της τραύματα.
Τώρα καταλάβαινε πως δεν ήταν εφικτό ν΄ανατρέψει,ν΄ακυρώσει τα πεπραγμένα της μοίρας.Η αλήθεια,όσο αποκρουστική  κι΄αν ήταν,στεκόταν εκεί μπροστά της,ολόγυμνη.Δεν γινόταν να την αγνοεί πια.΄Ενας δρόμος της έμενε.Να την αγκαλιάσει και να συμφιλιωθεί μαζί της.΄Ηταν η κόρη του φονιά της μητέρας της.
Αυτό, δεν μπορούσε να τ΄αλλάξει.Μπορούσε όμως,ν΄αρπάξει το μαχαίρι απ΄το χέρι του εφιάλτη και να τον εμποδίσει να την πληγώνει από δω και πέρα.Το κερί που άναψε νωρίτερα τ΄απόγευμα στον τάφο της Φανής, τρεμόπαιξε για δευτερόλεπτα,
σαν κάτι νάθελε να της πει «εκείνη» μές απ΄τη φωτογραφία με το συγκρατημένο χαμόγελο κι΄ύστερα σήκωσε τη φλόγα του, ζωντανή κι΄ολόισια,δίπλα στις ρόδινες ορτανσίες απ΄την αυλή της Ματίνας.Την ένιωσε «ευτυχισμένη»,εκεί,κοντά στους γεννήτορές της που τη στερήθηκαν στη ζωή,τόσο νωρίς και τόσο άδικα και που τώρα την είχαν κοντά τους,όλη δική τους.
Είχε αποξεχαστεί,κοιτώντας τα πρόσωπα της Κασσιανής,του Μανώλη και της Φανής.Τα «δικά» της πρόσωπα.Θολά,μές απ΄τα δάκρυα που έκαιγαν τα μάτια της.Η γαλήνη που της μετέδιδαν,της έλεγε πως κι΄η οριστική λύτρωση ήταν στο δρόμο.Επώδυνη,αλλά θαρχόταν.΄Ενιωσε τη Ματίνα,να την τραβά απ΄το χέρι:
-Πάμε Αθηνούλα μου.Πέφτει ο ήλιος.Δεν κάνει νάμαστε΄δω,τέτοια ώρα.
………………..
΄Εγραφε..έγραφε,μέχρι που μέσωσε η νύχτα.Βιαζόταν, να τα βάλει όλα στο χαρτί.Να μη ξεχάσει το παραμικρό.Ξημέρωνε Σάββατο.΄Άλλη μια δύσκολη μέρα-η τελευταία.
΄Ηξερε,πως το δικό της πατρικό,δεν ήταν όπως των περισσότερων ανθρώπων.Δεν ήταν ο παράδεισος των παιδικών της χρόνων.Δεν ήταν η αγκαλιά που νανούρισε την
παιδική της αθωότητα.Δεν ήταν η Χώρα των παραμυθιών.΄Ηταν ο θάλαμος βασανιστηρίων της μάνας της.Ο προθάλαμος του θανάτου της.Θα πήγαινε όμως.
Θα πήγαινε και στον πατέρα της πριν φύγει-γιατί η κάθαρση θαρχόταν μόνο μέσα απ΄αυτή την τελευταία δοκιμασία.
………..
Για την Κυριακή,ο Νότης είχε υποσχεθεί,ένα ημερήσιο γύρο στη χερσόνησο της
 Κασσάνδρας,οικογενειακώς.Ανυπομονούσε!
-Θα δεις τέτοια ομορφιά,που δεν θα θέλεις να φύγεις..,της είχε πει,όταν τους ανακοίνωσε την ιδέα του.
-Θα φύγω Νότη μου,αλλά θα ξανάρθω.Τώρα που έμαθα το δρόμο,δε χάνομαι.
Την επόμενη φορά μάλιστα,θα φέρω και παρέα.Τη Θάλεια.σίγουρα-μπορεί και τη θεία Λένια με το θείο Μηνά,αν καταφέρω να τους πείσω.Αρκετά κράτησε το εμπάργκο.Ξέρω πως κατά βάθος,το λαχταράνε αυτό το ταξίδι.Θα τους πείσω!
-Μακάρι Παναγία μου.Αναστέναξε η Ματίνα.Να ξαναζωντανέψει και το σπίτι.
Αργά-γρήγορα,θάρθουνε και τα μωρά σας.Καλά τα λέω;Η ζωή δε σταματά Αθηνά μου.
-Η Θάλεια,ετοιμάζεται να παντρευτεί-πέταξε χαμογελώντας η Αθηνά.
-Ε! γι΄αυτό σου λέω,χαρά μου.Η ζωή δε σταματά.Ποτάμι είναι και τρέχει.
Δόξα τω Θεώ.
……….
΄Εστειλε τη σκέψη της στον Αντώνη. «Δεν αργώ αγάπη μου.Λίγες μέρες ακόμα
κι΄έρχομαι.Σ΄αγαπάω».Αποκοιμήθηκε με τη μορφή του κάτω απ΄τα βλέφαρα.

***

Το Σάββατο,ξημέρωσε συννεφιασμένο.Σίγουρα είχε βρέξει στη διάρκεια της νύχτας.
΄Όλα γύρω,ήταν ακόμα βρεμένα και τα κλαδιά της ακακίας έσταξαν κρυστάλλινες χάντρες,όταν ανοίγοντας το παράθυρο,άπλωσε το χέρι της να τα χαϊδέψει.
Το στομάχι της,ήταν σφιγμένο.Δεν ήταν και στα καλύτερά της.Η μελαγχολία των προηγούμενων ημερών,είχε ξαναγυρίσει.΄Όχι το ίδιο έντονη,αλλά ήταν ε κ ε ί-παρούσα. ΄Εφτιαξε τον καφέ της και τον ήπιε όρθια,μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.
Η ψύχρα κι΄η υγρασία, την έκαναν ν΄ανατριχιάσει.»Να τελειώνω!»-αποφάσισε. Φόρεσε ένα ελαφρό μπουφάν,κλείδωσε το σπίτι και χτύπησε την πόρτα  της Ματίνας.Της άνοιξε ο Νότης.
-Πάμε;-τον ρώτησε.
-Πάμε.΄Ετοιμος είμαι.





Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ -ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ!




Στην Αθήνα

Βγαίνοντας απ΄το σταθμό Λαρίσης,σταμάτησε το πρώτο άδειο ταξί και μπήκε με την Αθηνούλα.-Καλλιθέα σας παρακαλώ,είπε στον οδηγό κι΄έδωσε τη διεύθυνση της Λένιας.
-Κοίτα τι πολλά αυτοκίνητα μαμά!!Και πολλά φώτα μανούλα!!…Φτάσαμε στην Αθήνα;
-Φτάσαμε, αγάπη μου.
-Είμαι κουρασμένη μαμά…
-Κάνε υπομονή μωρό μου.Σε λίγο θάμαστε στη θεία Λένια και τη Θαλίτσα.
Τράβηξε το παιδί κοντά της κι΄ακούμπησε το κεφαλάκι του στο στήθος της.
΄Ηταν κι΄η ίδια κουρασμένη.Τόσες ώρες ταξίδι..το σώμα της είχε μουδιάσει.Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.΄Ηταν αγχωμένη.Με το που πάτησε το πόδι της στην αποβάθρα
του σταθμού,ένας αλλόκοτος πανικός την κυρίευσε.Δυσκολευόταν ν αναπνεύσει,σαν κάποιος νάχε αρπάξει τα πλεμόνια της και τάσφιγγε με σιδερένιες γροθιές.Το στόμα της είχε στεγνώσει.Πνιγόταν.΄Εβγαλε απ΄το σακκίδιο το μπουκαλάκι με το νερό και
προσπάθησε να καταπιεί δυο γουλιές.Το πρόσωπο του Δημήτρη,περνούσε και ξανα-
περνούσε μπροστά στα μάτια της,απειλητικό.Φοβόταν.Η δύναμη κι΄η αποφασιστι-
κότητα,πάλευαν μέσα της με το φόβο-αυτό το φόβο που την είχε καθηλώσει και υπο-
τάξει,τα τελευταία χρόνια.Που δεν της είχε επιτρέψει να νιώσει ίχνος αγάπης ή έστω συμπάθειας για το «βασανιστή» της.
 ΄Οσο ήταν στο τρένο,ένιωθε τουλάχιστον ασφαλής.Τώρα,η αγωνία για το τι θα μπορούσε νάχε συμβεί μετά την απόδρασή της,ήρθε να προστεθεί στη σωματική κούραση.Ασυναίσθητα,έσφιξε πάνω της το παιδί.
-Πολλή κίνηση…σχολίασε ,έτσι για να πει κάτι.
-Τέτοια ώρα,τέτοια λόγια ,απάντησε ο οδηγός.Πήξαμε κορίτσι μου,γίναμε πολλοί.
 Από πού έρχεστε;Μεγάλο ταξίδι;
-Θεσσαλονίκη.( Τη Χαλκιδική,την έκρυψε μέσα της βαθειά.΄Ηταν το μυστικό της.)
-Η γ υ ν α ί κ α  μου είναι Σαλονικιά.Ωραία πόλη έχετε.Είστε γλετζέδες του κερατά εσείς εκεί πάνω.Καλοπερνάτε!!
Δεν του απάντησε.Κοίταξε το ρολόι της.Επτάμιση.Η Λένια θα ήταν σίγουρα σπίτι.Πάντα ήταν σπίτι τέτοια ώρα.Διάβαζε τη Θάλεια.Δεν την εμπιστευόταν ακόμα
να διαβάσει μόνη της.Εκεί θα ήταν.
-Καλά είμαστ΄εδώ;
-Ναι,εδώ είμαστε.
Πλήρωσε,και καληνύχτησε τον οδηγό.Βγαίνοντας στο πεζοδρόμιο,σήκωσε τα μάτια ψηλά.Στο γωνιακό του τρίτου είδε φώτα.Ευτυχώς.Το παιδί ,με το ζόρι στεκόταν στα πόδια του.Κι΄εκείνη το ίδιο.Ανέβηκε τα τρία σκαλιά μέχρι την είσοδο,έψαξε το όνομα του γαμπρού της-Μηνάς Λυγερός και χτύπησε το κουδούνι.΄Ακουσε τη φωνή του,διστακτική.
-Ποιος είναι;
-Εγώ Μηνά,η Φανή.΄Ανοιξε σε παρακαλώ…

Δυο ώρες πριν,μετά το αναστατωμένο τηλεφώνημα της Κασσιανής που την είχε παραλύσει,η Λένια,κοίταζε ανήσυχη τον άντρα της καθισμένη δίπλα του στον καναπέ του σαλονιού.Ο καφές στα φλυτζάνια τους,είχε παγώσει.Η οκτάχρονη κορούλα τους,η Θαλίτσα,πεσμένη στα γόνατα μπροστά στο τραπεζάκι,ζωγράφιζε γοργόνες με  μακρυά μαλλιά και χρωματιστές ψαροουρές χωρίς να τους δίνει σημασία.
Η Λένια,ήταν θορυβημένη.Η ψυχραιμία του Μηνά,δεν έφτανε για να την ησυχάσει.
-Κι΄αν έρθει εδώ Μηνά μου;Τι θα κάνουμε;Θα την πετάξουμε στο δρόμο;Αδερφή μου είναι.Κι΄έχει και το παιδί μαζί της!!
-Μη βιάζεσαι Λένια.Από Χαλκιδική –Αθήνα,είναι μεγάλο ταξίδι.Δεν πιστεύω να το τολμήσει.΄Εχει τη Ματίνα απάνω…έχει το Νότη.Κάπου θα βρει να κρυφτεί μέχρι να
περάσει η μπόρα.Τί έχει στο νου της να κάνει μετά,δεν μπορώ να ξέρω.Ελπίζω όμως πως δεν θα θελήσει να μας βάλει κι΄εμάς σε τέτοιους μπελάδες.Ξέρει τα αισθήματά μου για τον άντρα της ,ξέρει και τα δικά του απέναντί μου.Δε θα μας βάλει να σφαχτούμε,είμαι σίγουρος.
-Στην τρέλλα του ο άνθρωπος δε σκέφτεται λογικά,Μηνά μου.Κι΄η αδερφή μου είναι τρελλαμένη ,εδώ και χρόνια-και με το δίκιο της,εδώ που τα λέμε..
-Σου τηλεφώνησε;
-΄Όχι.Δεν μου τηλεφώνησε,θα στο είχα πει.Αλλά αυτό δε λέει τίποτα!!
-Ε! άσε να δούμε τότε.Αργά ή γρήγορα ,θα μάθουμε..Πάρε τη μάνα σου να δεις αν έχει κανένα νέο.
-Δε φάνηκε κόρη μου,της απάντησε η Κασσιανή,ακόμα πιο αναστατωμένη από πριν.
΄Αφαντη!! ΄Ανοιξε η γη και την κατάπιε μαζί με το παιδί.
΄Όταν χτύπησε το κουδούνι κι΄άκουσε τη φωνή της απ΄το θυροτηλέφωνο,ο Μηνάς Λυγερός,είδε τις ελπίδες του για ουδετερότητα να καταρρέουν.
-΄Ηρθε!!Ψιθύρισε στη γυναίκα του.Είναι στην είσοδο.
-E! άνοιξε…τι περιμένεις;
-Ανοίγω…ανοίγω..κι΄ο Θεός να μας λυπηθεί.Κι΄εκείνη κι΄εμάς!


Μπήκε,σέρνοντας το παιδί απ΄το χεράκι.Πέταξε το σακκίδιο στο πάτωμα κι΄έπεσε στην αγκαλιά της αδερφής της,με τη λαχτάρα και την ανακούφιση που νιώθει ο τυραννισμένος ναυαγός,αγκαλιάζοντας ξέπνοος  τη στεριά,μετά από πολύωρη πάλη με τα μανιασμένα κύμματα.
Το πρόσωπο της Λένιας,ήταν απροσπέλαστο.Πετρωμένο.Φοβόταν κι΄αυτή
τα όσα μπορούσαν να επακολουθήσουν.
-Πάρε την Αθηνούλα και πηγαίνετε στο δωμάτιό σου να της δείξεις τις ζωγραφιές σου-είπε στην κόρη της.Εκείνη,τράβηξε τη Φανούλα στο σαλόνι.
-Τρελλή!Θεότρελλη! Τι πήγες κι΄έκανες;Κανένα δε σκέφτηκες;Τη μάνα,τον πατέρα μας;Κανένα;Καταλαβαίνεις τι έχει να γίνει από δω και πέρα;
-΄Επρεπε αδερφή-δεν είχα άλλη επιλογή-πίστεψέ με!
Ο Μηνάς έφερε κι΄ακούμπησε μπροστά της,ένα φλυτζάνι με ζεστό καφέ.
-Πιες,της είπε,θα σου κάνει καλό.΄Εχετε φάει τίποτε;
-Λίγα πράματα-στο τρένο.
Η ανησυχία της,ξεχείλισε,ξεστομίζοντας την  ερώτηση που την έκαιγε.
-Πήρε καθόλου ο Δημήτρης;
-΄Όχι-απάντησε εκνευρισμένος ο Μηνάς-κι΄αυτό δε μ΄αρέσει καθόλου.Αν σ΄έψαξε και δεν σε βρήκε εκεί γύρω,το λογικό θα ήταν να σκεφτεί πως θα είχες επικοινωνήσει μαζί μας.Το ότι δεν τηλεφώνησε,εμένα μου λέει πως κατάλαβε-ξέρει ότι μάλλον εδώ
θα αναζητούσες καταφύγιο.Πολύ φοβάμαι πως έχει πάρει τον κατήφορο για δω κι΄από στιγμή σε στιγμή θα χτυπήσει την πόρτα.Γι΄αυτό πρέπει να βιαστούμε.Η γυναίκα του γύρισε και τον κοίταξε με χίλια ερωτηματικά στο βλέμμα.Η Φανή, ανα-
στέναξε βαθειά και τράβηξε ασυναίσθητα,το μαντήλι που σκέπαζε το κεφάλι της.Στη θέα του πληγωμένου προσώπου της η Λένια έφερε το χέρι στο στόμα κι΄έπνιξε την κραυγή που ανέβηκε στα χείλη της.
-Α! τον αλήτη!!Α! το μπάσταρδο!!
΄Ένα τέταρτο αργότερα,είχε ακούσει τα πάντα απ΄το στόμα της αδερφής της κι΄είχε δει στο σώμα της τις αδιάψευστες αποδείξεις.
-Θα με σκότωνε.Κάποια στιγμή θε με σκότωνε Λένια….Φοβήθηκα,ακόμα και για το παιδί!Γι΄αυτό έφυγα.Συχώρεσέ με που σας αναστατώνω.Μόνο εσάς έχω.Δεν άντεχα άλλο.

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ- ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ




_ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΙΧΡΥΣΟΣ_                               (210 8212972)
ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ                                 ISBN
ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ                                                             978-960-98533-2-3




   16,00 ΕΥΡΩ


Κανείς δεν ξέρει αν ο “από μηχανής θεός” θα εμφανιστεί και
ανατρέψει όσα η μοίρα όρισε για μας, χωρίς εμάς.
Η αέναη πάλη του πεπρωμένου και η θέληση του ανθρώπου
να το αλλάξει παίζουν στη ζωή τα πιο περίεργα παιχνίδια…
Το πάθος της Φανής για ζωή την οδηγεί στο λάθος.
Παύει να ορίζει την ύπαρξή της.. μοιραία θα το κάνουν άλλοι.
Όταν αποφασίζει να γυρίσει σελίδα, το βιβλίο της τελειώνει
με τον πιο τραγικό τρόπο.
Σιωπηλός μάρτυρας, στον προσωπικό της γολγοθά και την
σταύρωσή της, η κόρη της. Χρόνια μετά θα ανασύρει τις
αναμνήσεις της. Θα επιστρέψει να πολεμήσει τους δαίμονες
που τη στοιχειώνουν, αναζητώντας τη λύτρωσή της.
Εκεί η μοίρα θα επέμβει να παίξει την τελευταία πράξη του
έργου της.
Χαρά και πόνος. Νοσταλγία και καταδίκη.
Ζωή και θάνατος. Τι θα επικρατήσει;


Μια ιστορία που τα συναισθήματα σχοινοβατούν.
Νιώθουμε το θυμό να μας κυριεύει, την αγάπη να μας ηρεμεί.
Μας ανασύρει μνήμες που βιώσαμε, γεγονότα που ακούσαμε.
Σίγουρα δεν μας αφήνει να παρακολουθούμε αδιάφοροι.
Κάνουμε μαζί ένα ταξίδι αναζητώντας αιτίες, αφορμές και
γεγονότα που αλλάζουν τη ζωή μας.
Έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι συνεπιβάτες.


Η Σέβη Τηλιακού γεννήθηκε στην Αθήνα κι έζησε τα παιδικά και νεανικά της χρόνια στη Ρόδο όπου αποφοίτησε από την Ανωτέρα Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων και σπούδασε μουσική (βιολί και θεωρία) στο Εθνικό Ωδείο του Μανώλη Καλομοίρη.
Από το 1958 ζει στην Αθήνα. Εργάστηκε σαν ιπτάμενη συνοδός για πέντε χρόνια στην Ολυμπιακή Αεροπορία και από το 1967 ασχολείται επαγγελματικά με το στίχο. Διαθέτει πλούσια δισκογραφία, σε συνεργασία με κορυφαίους Έλληνες συνθέτες και ερμηνευτές.




_Αν είχες φύγει πιο νωρίς _
13/12/2010
_Εκδόσεις Μελίχρυσος_