Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

ΜΙΚΡΗ ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ!





Η «προσέγγιση».


Oι πρώτες δύο εβδομάδες εκείνου του Φλεβάρη,ήταν αποκαλυπτικές για τη Στέλλα.Ανακάλυπτε μέσα της έναν άλλο εαυτό που της ήταν άγνωστος.
Πάντα πίστευε πως οι αρχές και οι αξίες που είχαν ριζώσει μέσα της από
τότε που ήταν παιδί,ήταν αμετακίνητες.Ότι τίποτε και κανείς δεν θα ήταν ικανός να την αναγκάσει να τις παρακάμψει.Θυμόταν τα λόγια της Μάρθας,της μητέρας της.
Πόσες φορές τα είχε ακούσει; «Δεν έχει σημασία αν αυτό που πιστεύεις,το απορρίπτουν οι άλλοι.Αρκεί να το πιστεύεις εσύ,Στελλίτσα μου. Οι αξίες που
κουβαλάμε,είναι οι ρίζες μας. Δέντρο χωρίς βαθειές ρίζες, γκρεμίζεται στον πρώτο δυνατό αγέρα.»
Τα είχε καταγράψει σαν αξίωμα στο μυαλό της εκείνα τα λόγια,κι’ έτσι είχε πορευτεί μέχρι τώρα.Και τώρα;
Τώρα ένιωθε πως κάτι είχε αλλάξει.Κάτι είχε αρχίσει να «χαλαρώνει» μέσα της.
Αμφιταλαντευόταν!Η αυστηρότητα που την χαρακτήριζε,κυρίως σε ό,τι είχε να κάνει με τις σχέσεις της με τους άλλους,είχε αρχίσει να κλονίζεται.Μήπως έκανε λάθος μέχρι τώρα;Μήπως αυτή η συνειδησιακή ευελιξία που είχε αρχίσει να την
κυριεύει ήταν προτιμότερη,πιο χρήσιμη και πιο ρεαλιστική, από τις προηγούμενες εμμονές της;
Είχε ορθώσει τείχος αδιαπέραστο μπροστά στο «εν διαστάσει» του Τάσου Μέντζου
αλλά μπροστά στο «εν διαστάσει» του Θέμη Τιμόπουλου,το τείχος κατέρρευσε κι’ η
κατανόηση πήρε τη θέση της επιφύλαξης.Όταν το συνειδητοποίησε ανησύχησε.Τί εί-
χε πάθει κι’ έδινε στο Θέμη τα ελαφρυντικά που είχε αρνηθεί ν’αναγνωρίσει στον
Τάσο;
΄Ηταν η συμπάθεια στο πρόσωπό του, που μεγάλωνε με κάθε νέα τους συνάντηση;
΄Ηταν εκείνο το πετάρισμα στη ματιά του,κάθε φορά που συναντούσε τη δική της;
΄Ηταν το παράπονο που διάβαζε στα λόγια του,όταν η κουβέντα έφτανε στη γυναίκα και την κόρη του;Αυτό το τελευταίο, το εύρισκε ιδιαίτερα επικίνδυνο. Είχε ακούσει πως οι γυναίκες,συγκινούνται και παραδίδουν τα όπλα,σχεδόν πάντα, μπροστά σ’έναν άντρα που πονά για μια χαμένη αγάπη,κι’ο Θέμης ήταν ολοφάνερο πως ,όσο κι’ αν πάλευε να το κρύψει,πονούσε ακόμα. Το ν’ αφεθεί να ερωτευτεί ένα τέτοιο άντρα
θα ήταν κάτι σαν πυροβασία,σαν να περπατούσε ξυπόλυτη σ’ αναμμένα κάρβουνα.
Η Ροδούλα,απασχολημένη με τον Πάνο της, που λίγο μετά τα Χριστούγεννα,είχε αρχίσει να συζητά ανοιχτά για γάμο,αρκέστηκε σε τρεις -τέσσερεις επισκέψεις στο σπίτι της θείας της και κάθε φορά,ορμούσε ενθουσιασμένη, ν’ αγκαλιάσει και να
φιλήσει τον καινούριο της φίλο μ’έναν αυθορμητισμό,που άφηνε τη Στέλλα με ανοιχτό το στόμα. Πολύ γρήγορα,είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μια τρυφερή φιλία που η αυθεντικότητά της,δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες.
Αντιθέτως,η ίδια,πύκνωσε τις επισκέψεις της,προφασιζόμενη ότι δεν ήθελε να πέσει όλο το βάρος της φιλοξενίας,στους ώμους της Ντίνας.Μια και ο Θέμης δεν είχε αναρρώσει ακόμα εντελώς ώστε να μπορεί να κυκλοφορεί μόνος,οπότε υποχρεωτικά περιοριζόταν στο σπίτι,κάποιος έπρεπε να του κρατά συντροφιά,τις ώρες που ο Ηλίας
βρισκόταν στο γραφείο του.΄Ετσι, σιωπηρά,«ανέλαβε» εκείνη αυτό το ρόλο και  
σχεδόν κάθε απόγευμα,ξέκλεβε δυο ωρίτσες απ’ το κομμωτήριο για να τρέξει να του προσφέρει τη συντροφιά της,να πιει μαζί του ένα καφέ, να μοιραστεί μια βόλτα στον κήπο όταν ο καιρός το επέτρεπε,πάντα όμως κάτω απ’ το άγρυπνο μάτι της Ντίνας που καραδοκούσε,προσπαθώντας φιλότιμα,να κρύψει τον πανικό της ,βλέποντας αυτή τη σχέση να γίνεται όλο και πιο στενή.
Ο Θέμης,χαιρόταν τη συντροφιά της νέας κοπέλας που τον έβγαζε από τη μοναξιά του λάπτοπ,την εκνευριστική «γκρίνια» της τηλεόρασης και τη διακριτική «ανάκριση» της οικοδέσποινας,που είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική.Η κουβέντα με τη Στέλλα,ήταν κάθε φορά μια μικρή όαση.Του άρεσε σαν γυναίκα,από την πρώτη στιγμή ,και σιγά-σιγά,είχε αρχίσει να εκτιμά τον τρόπο που σκεφτόταν,τον ήρεμο και συγκροτημένο χαρακτήρα της.Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.Μετά την πρώτη γνωριμία με τα δυο κορίτσια,κράτησε σαν πολύτιμο απόκτημα τη φιλία με το Μελτεμάκι  αλλά ήξερε ήδη,πως η ζυγαριά της καρδιάς του,έγερνε προς τη Φωτιά. Δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να το συνειδητοποιήσει.Προτίμησε όμως να τηρήσει στάση αναμο-
νής,σεβόμενος την οικογένεια που τον φιλοξενούσε.Επιπλέον,η προσωπική του ζωή βρισκόταν ακόμα σε αταξία. Δεν είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει το παραμικρό από ένα καινούριο έρωτα,όσο αυτή η αταξία συνεχιζόταν.
Η Στέλλα απ’ τη μεριά της,δεν είχε ακόμα καταφέρει ν’απαλλαγεί από την αμηχανία
και το μούδιασμα που ένιωθε,κάθε φορά που βρισκόταν κοντά του. Στις συζητήσεις τους,με όσες γνώσεις ψυχολογίας είχε αποκομίσει από τα δύο πανεπιστημιακά της χρόνια,προσπαθούσε να «σκάψει» στη ψυχή του νέου άνδρα,ν’ ανασύρει στην επιφάνεια τις απαντήσεις ,στα πολλά ερωτήματα που τη βασάνιζαν.΄Ηταν αρκετές οι
φορές που δεν απέφευγε τον πειρασμό να τον ρωτήσει, «τι γίνεται με τη Λούπε;Είχες κανένα νέο;» Για να πάρει την απάντηση , «Όχι,τίποτε !» Ντρεπόταν εκ των υστέρων
γι’ αυτή της, την αδιακρισία. Με ποιο δικαίωμα επέμενε να τον ρωτά για κάτι τόσο προσωπικό;Τι την ένοιαζε αυτή,τι έκανε ο Θέμης με τη Λούπε;Κι’ όμως την ένοιαζε,
κι’ αυτό ήταν σημάδι πως μέσα της, γεννιόντουσαν συναισθήματα που πέρα από το όποιο φιλικό ενδιαφέρον και τη συμπάθεια,έκρυβαν και μια μικρή δόση ζήλειας.
«Όταν ζηλεύεις έναν άντρα,είναι φανερό πως έχεις αρχίσει να τον ερωτεύεσαι»,
είχε διαβάσει κάπου.
Την τελευταία φορά που επανέλαβε την ίδια ερώτηση,δεν πήρε τη συνηθισμένη
απάντηση.Περπατούσαν στον κήπο,απολαμβάνοντας την ξαφνική,χειμωνιάτικη λιακάδα.
-Τι νέα από τη Λούπε,όλα καλά;
Εκείνος σταμάτησε απότομα .Στάθηκε απέναντί της,κοιτώντας την ερευνητικά.
-Γιατί επιμένεις να με ρωτάς,το ίδιο πράγμα κάθε φορά;
Δαγκώθηκε και του απάντησε όσο πιο φυσικά μπορούσε.
-Γιατί ανησυχώ για σένα Θέμη.Δεν θέλω να στενοχωριέσαι…
-Αυτό είναι;
-Αυτό!
Άγγιξε με το χέρι του,το μάγουλό της.Πέρασε απαλά τον αντίχειρα πάνω στα χείλη της.Μια προσέγγιση που την τάραξε συθέμελα.
-Μη με ξαναρωτήσεις Στέλλα!Σε παρακαλώ γλυκειά μου! Η Λούπε έπαψε να υπάρχει στη ζωή μου.Την άφησα πίσω. Μη σε απασχολεί!
«Μη σε απασχολεί».
Είχε προδωθεί!Την είχε καταλάβει!Την είχε απογυμνώσει από κάθε περιττό πρόσχημα. Είχε δει στην καρδιά της. Την αγκάλιασε απ’τους ώμους και χωρίς να ξαναμιλήσουν,περπάτησαν κατά το σπίτι.
Η Ντίνα,απ’ το παράθυρο της κουζίνας,παρακολούθησε όλη τη σκηνή,κρατώντας την αναπνοή της. Δεν χρειαζόταν ν’ ακούσει. Είδε ό,τι χρειαζόταν να δει,κι’ αλαφιασμένη συνειδητοποίησε πως τα γεγονόταν την είχαν προλάβει. ΄Επρεπε κατεπειγόντως να παρέμβει. Είχε κάνει ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της, για να διαφυλάξει μυστικά,
ν’αποφύγει δράματα,να προστατέψει ψυχές και μνήμες.Όλα μάταια.Δεν είχε καταφέρει, να νικήσει το πεπρωμένο.
Και τώρα,η Στελλίτσα της,έπρεπε να μάθει!΄Ενιωθε παγιδευμένη.Δεμένη χειροπόδαρα,ανήμπορη να διαλύσει το γκρίζο απειλητικό σύννεφο που πύκνωνε
πάνω απ’ το κεφάλι της.
«Θα πονέσει,μπορεί και να με μισήσει αλλά μάρτυς μου ο Θεός,δεν μπορώ να κάνω κι’αλλιώς.Φτάνει μόνο,να μην είναι ήδη πολύ αργά!»

Το πήγαινε-έλα της Στέλλας στο σπίτι της θείας της, συνεχίστηκε  και τις επόμενες μέρες. Όμως,εκείνη η πρώτη προσέγγιση,δεν είχε συνέχεια.Καμμιά κίνηση από την πλευρά του Θέμη,καμμιά κίνηση από τη δική της πλευρά.΄Ηταν σαν όλα να είχαν ακινητοποιηθεί,σαν να είχε παγώσει ο χρόνος, μετά από εκείνη την μικρή συνομιλία, εκείνο το χάδι στο μάγουλο,εκείνο το στιγμιαίο άγγιγμα των χειλιών της ,που εκείνη,είχε ευχηθεί να μετουσιωθεί σ’ ένα φιλί,που όμως,δεν ήρθε ποτέ. Μόνο μια πιο επίμονη ματιά του πότε-πότε ή ένα παρατεταμένο σφίξιμο του χεριού του 
δυνάμωνε τη βεβαιότητά της,πως κάτι υπήρχε ανάμεσά τους κι’ αυτό το κάτι δεν μπορούσε παρά να είναι σημαντικό.
Ο Ηλίας, είχε επίσης αντιληφθεί αυτά τα αμφίδρομα ρεύματα συναισθηματικής έντασης,ανάμεσα στη νεαρή εξαδέλφη και το φίλο του.Όταν θεώρησε πως η στιγμή
ήταν κατάλληλη,ξεμονάχιασε τη Στέλλα και της μίλησε ανοιχτά.
-Βλέπω πόσο τον συμπαθείς Στελλίτσα. Σε καταλαβαίνω κορίτσι μου. Όμως ο Θέμης
δεν είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για σένα.Μην το πάρεις στραβά. Είναι νέος,εμφανήσιμος,δημιουργημένος. Είναι αξιόλογος σαν άνθρωπος-εγώ πρώτος το παραδέχτηκα,από τη στιγμή που αποφάσισα να τον βάλω στο σπίτι μας, Όμως, Στέλλα μου,η ζωή του είναι πέρα από δω, και είναι βεβαρημένη μ’ ένα γάμο που δεν έχει λήξει τελεσίδικα και που,έχοντας διαπιστώσει τη συναισθηματική αβεβαιότητα σε σχέση με τη γυναίκα του,δεν είμαι σίγουρος πως θα λήξει ποτέ. Υπάρχει και το κοριτσάκι του,μην το ξεχνάς.Χρειάζεται τον πατέρα του.Πρώτος ο Θέμης το καταλα-
βαίνει αυτό. Τι μπορείς να περιμένεις απ’ αυτόν τον άνθρωπο; Ακόμα κι’ αν αποφασίσεις να διακινδυνεύσεις μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του,το μόνο που θα
καταφέρεις,είναι να κερδισεις το μισό του εαυτό.Ο άλλος μισός δεν θα γίνει ποτέ
δικός σου,ξαδερφούλα. ΄Αντρας είμαι και ξέρω τι σου λέω!Πρόσεξε!Πρόσεξε πολύ!
Σ’ αγαπώ,είσαι αίμα μου,δεν θέλω με τίποτα να σε δω να ματώνεις.
Τον είχε αποπάρει,θορυβημένη.
-Τι αρλούμπες μου αραδιάζεις βρε Ηλία μου!Πολύ μεγάλη φαντασία έχεις ξάδερφε! Πολύ μακρυά το πας. Σχέση εγώ με το Θέμη;Πώς σου κατέβηκε;Δε λέω…Μ’ αρέσει η παρέα του,μ’ αρέσουν τα όσα ακούω να μου περιγράφει και να μου εξιστορεί, για την χώρα που ζει !Επιπλέον, θέλω να είμαι ευγενική μαζί του.Στο κάτω-κάτω,φιλο-
ξενούμενος είναι. Πέραν αυτού, ουδέν!Με ξέρεις εμένα να μπλέκω σε ερμαφρόδιτες καταστάσεις;
Τρόμαξε και η ίδια, με την ευκολία με την οποία όρθωσε την κάλπικη  άμυνά της απέναντι στον Ηλία.Γιατί του είχε πει ψέμματα.Τώρα ήταν βέβαιη.΄Ηδη φαντασιω-
νόταν σκηνές  έρωτα και πάθους στην αγκαλιά του Θέμη,ακόμα και την ώρα που άνοιγε το ταμείο στο μαγαζί, για να δώσει ρέστα. Το ήξερε!!Όταν μια γυναίκα αρχί-
ζει να φαντασιώνεται έναν άντρα,ο έρωτας έχει ήδη «άρει τας πύλας» της καρδιάς της.
Κράτησε αυτόν το μυστικό της έρωτα,για τον εαυτό της,αποφασισμένη να περιμένει την επόμενη κίνηση από το Θέμη. Αν κι’ εκείνος ένιωθε όπως εκείνη,αυτή η κίνηση δεν θ’ αργούσε ναρθεί.Κι’ όταν ερχόταν,εκείνη,παρά τις προειδοποιήσεις του Ηλία,παρά τις αντιξοότητες, θα του άνοιγε την αγκαλιά της.Δεν αρνιέσαι έναν έρωτα που έχει κυριεύσει το είναι σου,μόνο και μόνο γιατί μπορεί να είναι ένας έρωτας «δύστροπος». Θα περίμενε!

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Η ΠΙΚΡΑ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΥΝΟΡΑ!!
ΚΙ' ΕΓΩ ΘΥΜΑΜΑΙ!!!ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΩ ΠΙΑ!!!
(Απόσπασμα από το βιβλίο ΟΤΑΝ Η ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ)
Για την Τίτα, το Μανώλη,το Γιώργο!!


Χειμώνες και καλοκαίρια


Μεγαλώσαμε και οι τέσσερεις σε μια περίεργη οικογενειακή μοναξιά.Χωρίς παππούδες και γιαγιάδες να μας ζεσταίνουν με κανακέματα και παραμύθια.Απ΄τη μεριά της μαμάς η γιαγιά που μου έδωσαν και τ΄όνομά της υπήρχε μόνο σαν ένα πρόσωπο σε μια φωτογραφία μόνιμα κρεμασμένη κι΄αυτή στον τοίχο της τραπεζαρίας μας.Μ΄ένα λουσάτο καστόρινο καπέλο φορεμένο στο πλάϊ κι΄ένα μικρό χαμόγελο που το έκανε αινιγματικό τάχα μου, το βάναυσο ρετουσάρισμα. .΄Ηρθε μόνο μια φορά  στο νησί όταν η μαμά ήταν ακόμα έγκυος στην αδερφή μου.΄Εμεινε μόνο μια βδομάδα και πριν καλά καλά συνηθίσω την παρουσία της,έφυγε.
Σ΄αυτές τις λίγες μέρες,τη λάτρεψα..γιατί δεν έμοιαζε με το απόμακρο πρόσωπο στη φωτογραφία της τραπεζαρίας.Είχε απαλές ρυτίδες και μια χαμηλή καλωσυνάτη φωνή
που έμοιαζε με χάδι.΄Ένα απ΄τα λίγα πρωινά που πέρασε κοντά μας, βοηθούσε τη
μαμά καρυκώνοντας το πρώτο μου ξώπλατο καλοκαιρινό φουστανάκι κι΄εγώ  στα
πόδια τους τραγουδούσα ευτυχισμένη.΄Απλωσε τότε το χέρι της και χάϊδεψε το μάγουλό μου:
-Φωνούλα μου,να χαρώ εγώ τη γλύκα σου….είπε.
Γι΄αυτό τη λάτρεψα.Γιατί ήταν η γιαγιά μου-αυτή,όχι η άλλη στη φωτογραφία.
΄Όμως, μετά από κείνες τις επτά υπέροχες μέρες, δεν τη ξαναείδα..
 Υπέφερε απ΄την καρδιά της για πολλά χρόνια γι΄αυτό απέφευγε τα ταξίδια.Λίγο καιρό αφού μας άφησε ,έφυγε κι΄απ΄τη ζωή  στη γιορτή του Σωτήρος.΄Όπως παρακολουθούσε τον πυρρίχιο στο πανηγύρι των Σουρμένων με τις αδερφές της από δίπλα έγειρε το κεφάλι και ξεψύχησε.Την πήραν είδηση μόνο όταν γύρισαν να τη ρωτήσουν αν της άρεσε ο χορός.΄Ηταν 57 χρονών.Η μαμά όταν πήρε το τηλεγράφημα με το κακό μαντάτο την επομένη το μεσημέρι,έπεσε μπρούμητα στο κρεβάτι σπαράζοντας και δε σηκώθηκε από κει παράμόνο το βράδυ για να νοιαστεί αν είχαμε φάει.
Ο μπαμπάς που λάτρευε τη γιαγιά μου όπως τον λάτρευε κι΄εκείνη έκανε το σταυρό του κάθε φορά που έμπαινε στην κουζίνα όπου οι τέσσερείς μας λουφάζαμε μουδιασμένοι εκείνο το απόγευμα.
-΄Αγια γυναίκα η γιαγιά σας ,άγια γυναίκα .


Ο πόντιος παππούς μας ήρθε κι΄αυτός μόνο μια φορά-ίσα για να μας γνωρίσει.Μέχρι που έφυγε κι΄αυτός απ΄τη ζωή αρκετά χρόνια αργότερα δε συχώρεσε ποτέ το μπαμπά
που με το έτσι θέλω του βούτηξε την πρωτοκόρη του.
‘ Οσο μεγαλώναμε έστελνε δυο φορές το χρόνο δέματα με υφάσματα στη μαμά-ήταν υφασματέμπορος στη Ευαγγελιστρίας.Πάνω σε κάθε κομμάτι ύφασμα είχε καρφιτσωμένο και το σχετικό σημείωμα:
-Παλτό για τη μεγάλη
-Παντελόνια για τ΄αγόρια
-Αυτό για τη μικρή
-Κι αυτά για σένα.
Για το μπαμπά, ποτέ , ούτε φόδρα.
Ρούχα φιρμάτα δεν υπήρχαν στη Ρόδο εκείνη την εποχή αλλά και να υπήρχαν δεν θα τ΄άντεχε το πορτοφόλι του μπαμπά που βρισκόταν σχεδόν πάντα σε συντηρητική δίαιτα.Εμείς όμως χάρη στον παππού είμασταν πάντα μοντελάκια Πάσχα ,Χριστούγεννα και γιορτές πάσης φύσεως.
Η μαμά κάθε που έπαιρνε τέτοιο πακέττο μας έπαιρνε τα μέτρα και τις νύχτες όταν το σπίτι ησύχαζε έρραβε στη NECCHI ραπτομηχανή της, ακούγοντας στο ραδιόφωνο απ΄το σταθμό της Ρώμης που είχε εντοπίσει, θέατρο και ιταλικές καντσονέτες.Στο ημερίσιο ρεπερτόριό της  εκτός απ΄την «Κατινιώ» και τα΄άλλα αγαπημένα της είχε συμπεριλάβει κι΄αυτές. Tι MAMMA ,τι SOLE MIO,τι LA CAMPAGNUOLA BELLA -τάχα μάθει όλα απ΄έξω κι΄ανακατωτά.΄Ηταν και καλλίφωνη!

Και για να ξαναγυρίσω στους παππούδες και τις γιαγιάδες, ο καπετάνιος πατέρας του μπαμπά μου πέθανε στην Αμερική.Δεν τον γνωρίσαμε ποτέ γιατί μετά το τελευταίο ταξίδι του στην Κάλυμνο που κόστισε και το επίδομα σπουδών στο μπαμπά μου δεν ξαναγύρισε στο νησί του.Η μόνη γιαγιά που μας είχε απομείνει ήταν η δεύτερη γυναίκα του η γιαγια Μαρία που μας επισκεπτόταν αρκετά συχνά,κουβαλώντας και το απαραίτητο πεσκέσι-καβουρμά στο κιούπι.Τη χειμωνιάτικη λιχουδιά μας.Ερχόταν βέβαια  για να μας δει και ν΄αλλάξει και τον αέρα της,   κυρίως όμως  για να καταφέρει το μπαμπά να ψάξει γαμπρό για τη θυγατέρα της η οποία πήγαινε κατ΄ευθείαν για το ράφι.Τελικά το γαμπρό η θεία μου τον βρήκε μόνη της δι΄αλληλογραφίας και κοντά στα σαράντα ταξίδεψε ολομόναχη για τη Χιλή όπου και τον παντρεύτηκε-αυτή που το μόνο ταξίδι που είχε κάνει στη ζωή της ήταν Κάλυμνος-Ρόδος και πίσω.Η γιαγιά Μαρία ήταν καλή η καϋμένη.Παντρεύτηκε τον παππού μου με τα τρία παιδιά του κι΄έκανε μαζί του άλλα δύο .Χαράς το κουράγιο της λέω τώρα..Μου πήρε καιρό μέχρι να χωνέψω και να καταλάβω γιατί αφού δεν ήταν η πραγματική μητέρα του μπαμπά,ήταν γιαγιά μου.
Η μαμά έλυσε την απορία μου.
-Γιατί εκείνη τον μεγάλωσε και τον έκανε άντρα,παιδί μου.
Τη θυμάμαι πάντα με τις πελώριες γκρι και μαύρες φουστάνες της και το μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι,τυλιγμένο γύρω στο λαιμό,σχεδόν μέχρι το πηγούνι.Το καλοκαίρι ,όταν την έπιανε η ζέστη, τ΄άφηνε καμιά φορά να πέσει στους ώμους της, αποκαλύπτοντας τις αδυνατισμένες απ΄τα χρόνια πλεξούδες της ,τυλιγμένες γύρω απ΄το κεφάλι σαν καψαλιασμένο στεφάνι.
.Η γιαγιά Μαρία δεν ήξερε γράμματα.
Τ΄απογεύματα που η μαμά την ώρα του καφέ της άναβε τσιγαράκι και ξεφύλλιζε το περιοδικό της  εκείνη στρωνόταν δίπλα της ακουμπούσε τους αγκώνες στο τραπέζι και χώνοντας το μάγουλο μέσα στη χούφτα της παρακολουθούσε με μεγάλη περιέργεια το ξεφύλλισμα των ακαταλαβίστικων γι΄αυτήν σελίδων.

-Καλό είναι  μαθές αυτό που διαβάζεις κόρη μου;
-Καλό είναι μητέρα
-Κι΄ίνταναι που λέει κόρη μου;
-Να, λέει πως δεν πρέπει να τραβάς το μάγουλό σου με τη χούφτα σου γιατί θα κάνεις ζάρες.
Ουου!κόρη μου,εγώ είμαι πλιο γριά.Τραβώ το δεν το τραβώ τις ζάρες τις έκαμα.
Και ξεκαρδιζόταν απ΄τα γέλια φράσσοντας το στόμα με το χέρι της.

Οι χειμώνες μας ήταν δύσκολοι.Οι βοριάδες κι΄οι βροχές χτυπούσαν το νησί και το σπίτι μας από παντού.Μεγάλο σπίτι.Πού να ζεστάνεις  τέσσερα δωμάτια πάνω,τέσσερα κάτω και δυο διαδρόμους σαν αλάνες μ΄ένα μαγκάλι και δυο ηλεκτρικές σομπίτσες.Πολλές νύχτες η αδερφούλα μου τρύπωνε στο κρεβάτι μου χωνόταν στην αγκαλιά μου και ζεσταίναμε η μια την άλλη.Στα μεγάλα κρύα μαζευόμασταν τα βράδυα γύρω απ΄το μεγάλο μαγκάλι που άναβε στην τραπεζαρία και πυρώναμε τα πόδια μας πάνω απ΄τ΄αναμένα κάρβουνα.Την άλλη μέρα τρίβαμε με φακούρες τα δαχτυλάκια των ποδιών μας για ν΄ανακουφιστούμε απ΄τη φαγούρα.
Μυαλό δε βάζαμε ,το ίδιο βράδυ πάλι τα πόδια στα κάρβουνα.
Οι χιονίστρες ήταν το μόνιμο χειμωνιάτικο βάσανό μας.
Μέχρι τη  Δευτέρα Δημοτικού η αδερφή μου δε ξεκόλλησε από δίπλα μου.Μαζί μου στο Ωδείο όπου κάλυπτα το κοριτσίστικο απωθημένο της μαμάς μαθαίνοντας βιολί,
μαζί μου στο δωμάτιο όταν μελετούσα, να γράφει κι΄εκείνη σκυμμένη δίπλα μου τα μαθήματά της γιατί όσες φορές δοκίμασε να διαβάσει στο ίδιο δωμάτιο με το μικρό μου αδερφό, ερχόταν η συντέλεια του κόσμου.Δεν άφηνε ο ένας τον άλλο σε χλωρό κλαρί.
Από΄κει κι΄ύστερα την κέρδισε η αγοροπαρέα της γειτονιάς.Με το που τέλειωναν τα διαβάσματα τους ,πλάκωνε η μαρίδα για ποδόσφαιρο.Ο Ατζαμής,ο Νίκος,ο Τάσος,ο Αντρέας,  πηδάγανε το μαντρότοιχο και προσγειωνόντουσαν  στο αποψιλωμένο ήδη από τα φαρμακερά σουτ κομμάτι του χωραφιού μας.Ο Ζαμόρα ήταν ο τερματοφύλακας-αστέρι της εποχής κι΄η πιτσιρικαρία φιλοδοξούσε να του μοιάσει.Εκεί να δεις γδαρμένους αγκώνες ,ματωμένα γόνατα κι΄ανοιγμένα κεφάλια απ΄τα πλονζόν.Η αδερφή μου ξελογιάστηκε απ΄τις φωνές και τα χαχανητά και ήρθε η στιγμή που εντάχθηκε κι΄αυτή στην ομάδα.Την κέρδισαν αυτοί τη έχασα εγώ.΄Ετσι κι
αλλιώς τέλειωνα πια το Γυμνάσιο και τα ενδιαφέροντά μου είχαν από καιρό στραφεί και σε άλλους τομείς πέρα απ΄τα μαθήματα.Τί να πω πια με την αδελφούλα μου.Υποθέτω πως και κείνη δε θάβρισκε πια κανένα ενδιαφέρον σε μένα,τη μεγάλη αδερφή που άρχισε να μοιάζει πιο πολύ με τη μαμά παρά με κείνη.΄Ετσι «κόλλησε» με τα δυο αγόρια και κυρίως με το μικρότερο αδερφό μου που από τότε που κατάλαβε τον κόσμο τον έβλεπε σαν τ΄άλλο της μισό.





-