Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Τα όνειρα τα πλέκεις με το βελονάκι!!Σέβη Τηλιακού,Εκδ. ΕΝΑΣΤΡΟΝ






κεφ.1
Κουβέντες του μαντρότοιχου!





-Αν μ’αξιώσει ο θεός και ξαναπάω ποτέ στη Ρόδο,το πρώτο που θα κάμω είναι να ψάξω να βρω τη Βαλασία.Αν ζει βέβαια γιατί Μελίνα μου πάνε κοντά εξήντα χρόνια  
πούχω να πατήσω στο νησί,κι’ήταν και κάνα πεντάρι χρόνια μεγαλύτερή μου.Δες τα δικά  μου χάλια στα εβδομήντα μου και βάλε με το νού σου.Αν τήνε κράτησε ζωντα- 
νή ο θεός,χούφταλο θάναι κι’αυτή σαν κι’εμένα.Αααχ!πώς κατάντησα έτσι Παναγίτσα  μου!
Αυτή ήταν η μόνιμη επωδός σε κάθε κουβέντα με τη μάνα μου,κάθε φορά που η  αγιάτρευτη νοσταλγία της την έστελνε πίσω στα παιδικά της χρόνια.
«Αν μ’αξιώσει ο Θεός…»
-Αμάν βρε μαμά!Μου το ξανάπες αυτό χίλιες φορές…φτάνει πια!΄Εχω βαρεθεί να
 τ’ακούω,της πέταξα ένα βράδυ όπως ήταν πεσμένη μπρούμυτα στον καναπέ
κι’εγώ της έτριβα το ραγισμένο της γοφό με θεραπευτική κρέμα ενώ εκείνη έκανε για πολλοστή  φορά βουτιά με το κεφάλι στα λιμνάζοντα ύδατα των παιδικών της αναμνήσεων.
-Α!ναι;Δεν το θυμόμουν βρε κόρη μου.
-Καλά,μαζί με την οστεοπόρωση σε βάρεσε τώρα και το Αλτσχάιμερ κυρία Λουκία;
-Μακάρι νάταν το Αλτσχάιμερ καμάρι μου.Δε θα θυμόμουν τίποτα κι’ούτε γάτα ούτε ζημιά.Είναι που δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου.Αυτό είναι που με σακατεύει.

Είχε έναν αλλιώτικο τόνο η φωνή της εκείνο το βράδυ.Κάτι σαν παράπονο,σαν πίκρα
και σαν παράκληση,να την ακούσω και να μοιραστώ τα όσα ήθελε να βγάλει από μέ- σα της.Ποιος ξέρει τι κλωθογύριζε στο μυαλό της όλη μέρα! Η ανημπόρια κι η απρα-  ξία κάνουν τον άνθρωπο ευάλωτο σε κάθε λογής συναισθηματική επίθεση κι η μάνα
 μου τον τελευταίο καιρό ήταν και ανήμπορη και άπρακτη.Εγώ πάλι,φορτωμένη τα προσωπικά μου προβλήματα και τις έγνοιες της δουλειάς,είναι αλήθεια πως την είχα παραμελήσει.Παρέα ζητούσε,άνθρωπο να μιλήσει.Εκείνο το βράδυ πιο πολύ από κά- θε άλλη φορά.Αποφάσισα να της κάνω τη χάρη.
-΄Ελα λέγε,της είπα.Κάτι έχεις εσύ σήμερα.Τί έγινε;
-Απ’το πρωί,μπαρκάρισα σ’ένα βαπόρι κι αρμενίζω,Μελίνα μου..
-Σώπα!Και για πού νάχουμε καλό ρώτημα;
-Πού αλλού παιδί μου…για το νησί!Όλη μέρα σκεφτόμουνα πως μπορεί να τα τινάξω
καμιάν ώρα και να μην προλάβω να το ξαναδώ.Άργησα κόρη μου.Πολύ άργησα.Να δεις που ούτε τη Βαλασία θα προλάβω να ξαναδώ!
-Άντε πάλι!Τι εμμονή είναι κι αυτή με τη Βαλασία;Άλλον κανένα δεν έχεις στη Ρόδο να θυμάσαι βρε μάνα;
-Πώς δεν έχω…Και συμμαθήτριες…και συμμαθητές και γειτονόπουλα κι απ’όλα!
Πώς δεν έχω!Η Βαλασία όμως…Η Βαλασίτσα ήταν η συντροφούλα μου,η φιληνάδα μου…η μοναδική μου φιληνάδα γιατί η γιαγιά σου δεν ήτανε γυναίκα!Κέρβερος ήτανε.Το χέρι της μονίμως στην ανάταση τόχε.Έτσι και τολμούσα να περάσω το κατώφλι της οξώπορτας,η απαλάμη της άνοιγε γούβα όπου προσγειωνόταν -μια στα πισινά μου,μια στις πλάτες.
-Σούρριχνε και στο κεφάλι;Γι’αυτό ξεκούτιανες απ’τα εβδομήντα σου;
Δεν κατάλαβε το αστείο.Έτσι όπως είχε ξαπλώσει αναπαυτικά στον καναπέ ανακου- φισμένη προσωρινά από τον πόνο,με κοίταξε μ’ένα βλέμμα επιτιμητικό.
«Ντροπή σου,έλεγε εκείνο το βλέμμα.Ντροπή σου και που το σκέφτηκες!»
-Όχι στο κεφάλι,στο κεφάλι ποτέ!Αυτό τουλάχιστον το πρόσεχε.Ο παππούς σου,τον πιο πολύ καιρό έλειπε σε δουλειές.Πότε στο ένα νησί πότε στο άλλο και πότε για μήνες ολόκληρους,στην Αθήνα.Αυστηρός μ’όλη την αδυναμία που μού’χε!
Είχε παραδώσει στη γιαγιά σου το καμουτσίκι με την εντολή να περιφρουρεί την τάξη και να επιβάλλει την πειθαρχία κατά την κρίση της,στο θηλυκό σατανά που είχανε για κόρη-την αφεντιά μου.
Εκείνη πάλι,με το φόβο μη και της πάρω τον αέρα είχε καταντήσει βασιλικότερη του βασιλέως που λένε!Αδέρφια δεν μούδωκε ο Θεός,μοναχοκόρη με είχε,κι όλη της την παιδαγωγική δεινότητα την εξαντλούσε σε μένα.Διαβάσματα το χειμώνα,σταυροβε-
λονιά κι’ ανεβατό,το καλοκαίρι,έτσι για να μαθαίνω κι από νοικοκυροσύνη!Άκουγα τα ξεφωνητά των παιδιών που παίζανε στη γειτονική αλάνα και μαράζωνε η ψυχή μου.Για μένα η αλάνα ήτανε απαγορευμένη ζώνη.Τί να κάμω κι εγώ;
Δυο στρέμματα χωράφι είχε το σπίτι μας γύρω-γύρω.Τόφερνα δυο βόλτες και ξέδινα.
Αν ήμουν και στα κέφια μου μάζευα στην ποδιά μου και τ’αυγουλάκια που γεννούσαν οι κοτούλες μας στις γωνιές,κάτω απ’τις φραγκοσυκιές και τις μολόχες.
-Κι η Βαλασία πού κολλάει καλέ μαμά;Τόση αγάπη πια της είχες που την τραβολο- γάς στο νου σου τόσα χρόνια;
-Εσύ δε ξέρεις…Του ποδαριού φιλίες κάνετε σήμερα.Τότε ήταν άλλα χρόνια,
Μελίνα μου.Οι φιλίες δένανε τότε και στους μικρούς και στους μεγάλους,σαν το
 γλυκό του κουταλιού,μυρωδάτες,γλυκές,σοροπιαστές,όχι σαν τώρα που σήμερα
 σ’έχω φίλο,αύριο μήτε που σε ξέρω!
-Μάλιστα κυρία Λουκία!..Και λοιπόν;
-Λοιπόν,απ’τη μεριά του χωραφιού μας που έβλεπε στο σπίτι της,ήταν ένας ψηλός
μαντρότοιχος.Απ’την πίσω μεριά του,πυκνές καλαμιές.Το σπίτι ίσα που φαινόταν στο
βάθος,ένα διόροφο βαμμένο κόκκινο,με άσπρα στολίσματα στα παράθυρα και  γύρω-γύρω κάτι πανύψηλες χουρμαδιές.
-Φοίνικες δηλαδή…
-Χουρμαδιές τις λέγαμε εμείς τότε.Κάθε απόγεμα λοιπόν που έβγαινα στο χωράφι
να βολτάρω,η Βαλασία με περίμενε πίσω απ’το μαντρότοιχο.Ψηλός πρέπει νάτανε κι’απ’τη μεριά της γιατί μόνο το πρόσωπό της έβλεπα,σαν κομμένο κεφάλι ανάμεσα στα καλάμια,ακουμπισμένο πάνω στις χτισμένες πέτρες.Να σκεφτείς ότι για να τη φτάσω,πάταγα πάνω στην κοτρώνα που με χίλια ζόρια είχα κουβαλήσει επί τούτου κοντά στο μαντρότοιχο.Μόνο τις βροχερές χειμωνιάτικες μέρες το χάναμε αυτό το ραντεβού.
Καθόμασταν που λες εκεί,φάτσα με φάτσα,με τον τοίχο ανάμεσά μας και τα λέγαμε με τις ώρες!
-Τι λέγατε δηλαδή:
-Ό,τι μας κατέβαινε.Για τ’αγόρια,για τους ηθοποιούς του κινηματογράφου που τους είχε αραδιασμένους σ’ένα τετράδιο που πότε-πότε,άμα κόλλαγε τίποτα καινούργιες φωτογραφίες τόφερνε μαζί της και μου τόδειχνε με περηφάνεια…για το σχολείο… Εκείνη δεν πήγαινε σχολείο.Την είχανε κόψει οι δικοί της απ’το δημοτικό.Για να βοηθά λέει τη μάνα της που ήταν άρρωστη.
΄Ηξερε όμως ένα σωρό πράματα.Εκείνη μου είπε πρώτη φορά πως στα κορίτσια,άμα μεγαλώσουνε λίγο τους έρχεται η περίοδος. «Πόσο είσαι;»,με ρώτησε ένα απόγεμα. «Έκλεισα τα δέκα».«Ε! όπου νάναι θα σούρθουνε τα ρούχα σου.Εμένα μου ήρθανε πριν τρία χρόνια».«Και τι είναι αυτά τα ρούχα;» τη ρώτησα. «Γαίμα!μου λέει,γαίμα
 αλλά μην τρομάξεις,δεν είναι τίποτα κακό»!Τί να μην τρομάξω που απ’την ημέρα που μου τόπε,κάθε φορά που κατέβαζα το βρακί μου να κάμω την ανάγκη μου μ’έλουζε κρύος ιδρώτας,μπας και το δω πασαλειμένο με τίποτα αίματα!Έλα καμιά μέρα στο σπίτι της έλεγα,να δεις και τη μαμά μου.Θα της πω να μας κάμει και σπανακόπιτες.Τις κάνει πολύ νόστιμες.Όχι,μου απαντούσε.Δεν μ’αφήνει η μάνα μου
να βγω απ’ το σπίτι.΄Εχουμε πολλές δουλειές.
-Θέλεις να μου πεις δηλαδή,πως δε βρισκόσασταν ποτέ από κοντά;
-Ποτέ σου λέω!
-Φιλία να σου πετύχει δηλαδή! Μ’ένα μαντρότοιχο ανάμεσά σας!Ας γελάσω!
-Καθόλου να μη γελάσεις Μελίνα μου γιατί εκείνο το κουβεντολόϊμα πάνω απ’το
μαντρότοιχο ήταν όλη μας η χαρά τότε,όλο μας το ξέδωμα,και για κείνη και για μένα.
-Για να τη θυμάσαι ακόμα έτσι θα ήταν!Και λοιπόν;
-Τρία χρόνια και κάτι κράτησε αυτό το σούξου-μούξου,κάθε απόγεμα,εκτός απ’τις Κυριακές που η γιαγιά σου μ’έπαιρνε και πηγαίναμε πότε κανένα σινεμά απογευματινή,πότε απ’το πρωί σε καμιά φιληνάδα της.Αυτό βέβαια όσο έλειπε ο παππούς σου γιατί αν ήταν εκείνος στο σπίτι,το Κυριακάτικο οικογενειακό πρόγραμμα προέβλεπε «παγωτό στο Ακταίον» αν ήταν καλοκαίρι, «γλυκό στο Ακταίον» αν ήταν χειμώνας.Στα μισά του τέταρτου χρόνου,με το που τελείωσε το σχολείο φύγαμε ξαφνικά και άρον-άρον κι’απ’το σπίτι κι’απ’το νησί.To σπίτι μας που τόχαμε με το ενοικιοστάσιο, το έβγαλε ο δήμαρχος στον πλειστηριασμό κι ο παππούς σου τόχασε μέσ’απ’τα χέρια του.Στην έχω πει την ιστορία με την κομπίνα του δημάρχου!Την παραμονή που θα φεύγαμε,πήγα ν’ αποχαιρετήσω τη Βαλασίτσα. Πέρασε το χέρι της πάνω απ’το μαντρότοιχο και μούδωκε ένα δαχτυλίδι.Σαν ασημένιο…με μια μεγάλη πέτρα-τεράστια-σαν μπριλλάντι.Τσίγγος και γυαλί είτανε αλλά εγώ έτσι το είδα τότε.Πάρτο να με θυμάσαι,μου είπε.
-Εσύ;τη ρώτησα.
-Εγώ έχω πολλά τέτοια.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

ΛΙΓΗ ΤΥΧΗ ΝΑΧΑ!!!!


Από τον κύκλο των ραδιοφωνικών μου εκπομπών
ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ (Ράδιο ΑΛΦΑ 96,5)
Το κείμενο της εκπομπής
που βγήκε ζωντανά στον αέρα
στις 29 Ιουνίου 1990.

**

Λίγη Τύχη νάχα!!!

Αγοράζετε λαχεία; Μη μου πείτε όχι!!Μη μου πείτε όχι!! Γιατί ακόμα κι’ αν δεν είστε
απ’ τους εκ πεποιθήσεως κυνηγούς της τύχης,κάποια στιγμή, όλο και θάχετε βρεθεί μ’ ένα λαχειάκι στο χέρι-θέλεις Εθνικό,θέλεις Λαϊκό,θέλεις Ειδικό Κρατικό-Πρωτο-
χρονιάτικο-όλοι μας, ακόμα κι’ οι πιο «καλοβολεμένοι» οικονομικά,νιώθουμε κάποτε την ανάγκη,ν΄ανοίξουμε σ’ αυτή τη μυστήρια θεά,την Τύχη,ένα παραθυράκι. ΄Ετσι,
για ν’ ανιχνεύσουμε τις προθέσεις της ή εκ περιεργείας-ή σε μια στιγμή απελπισίας ,
όταν όλες οι ελπίδες μας έχουν εκπνεύσει.
Μερικές φορές,αρκετά συχνά θα έλεγα,τα προβλήματα μοιάζουν άλυτα!Η εποχή του «νάναι καλά τα χεράκια μου»είναι πια, ένα γλυκό,μακρυνό παρελθόν.Σήμερα,και με
τέσσερα χέρια να δουλεύεις,προβλήματα δεν λύνεις. Μεγάλα προβλήματα εννοώ και μεγάλες ανάγκες γιατί,εδώ που τα λέμε,γιατί ζούμε;΄Ισα-ίσα για να πληρώνουμε το νοίκι μας στην ώρα του και να βρίσκουμε ένα πιάτο φαί στο τραπέζι μας; Αυτό,λέγε-
ται ζωή με το ζόρι-όχι ζωή με ζήτα κεφαλαίο.
΄Ανθρωποι είμαστε. Κι’ αφού ζούμε καδουλεύουμε σ’ ένα κράτος δικαίου όπως βαυκαλιζόμαστε να πιστεύουμε,θέλουμε και το κάτι παραπάνω μας.
Δεν ζητάμε βίλλα τριόροφη στην Πολιτεία, αλλά ένα διαμερισματάκι ν΄απλώσουμε αξιοπρεπώς τη ζωούλα μας, να μην το ζητήσουμε;
Δεν ζητάμε κότερο,ν’ αρμενίζουμε τα πετρελαιόπηκτα ελληνικά πέλαγα, αλλά δεκα-
πέντε μερούλες οικογενειακές διακοπές σε κάποια –πετρελαιόπληκτη,έστω- ελληνική παραλία,να μην τις ζητήσουμε;
Δεν απαιτούμε Χιούστον του Τέξας και Χέρφηλντ άμα λάχει να πάθουμε απ΄την καρδούλα μας αλλά το δικαίωμα να διάγουμε βίον ήρεμο,πολιτισμένο και απρό-
σκοπτο ώστε να μην πάθουμε απ΄την καρδιά μας πριν την ώρα μας…-αυτό το δικαίω-
μα, να μην το διεκδικήσουμε;

Όλ’ αυτά λοιπόν που τα λέμε περιληπτικά «ποιότητα ζωής» ή αν θέλουμε να κυριολεκτούμε,δικαίωμα αναπνοής, φαίνονται νάναι σήμερα άπιαστα πουλιά!
Αν περιμένουμε να τα πιάσουμε με τα δικά μας χέρια που μας τα έχουν ακρωτηριάσει ελαφρώς και δεν φτάνουν πέρα απ’ όσα μας έχουν ήδη σερβιρισμένα στο δίσκο,
χαιρέτα μου τον πλάτανο!!
Όσο και να τ’ απλώσουμε…μέχρι το δίσκο! Πέρα απ’ το δίσκο,τίποτε για μας.
Πιο πέρα απ’ το δίσκο και τα επ’ αυτού σκόρπια ανθυπο-υπολείμματα δίκην ψιχίων από αριστοκρατικό τραπέζι,το χάος,το κενό, η έλλειψη,συχνά η στέρηση.
Και το χειρότερο η απουσία και της ελάχιστης ελπίδας για φως.
Οπότε, τί μας μένει;Ένα λαχείο!

Απ’ την άλλη μεριά,αν περιμένουμε απ’ τα χέρια των «άλλων»,να μας φτιάξουν,να μας βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής,να μας λύσουν τα προβλήματα….
Σωθήκαμε!
Κούνια που μας κούναγε!
Ζήτω που καήκαμε!
Φέξε μου και γλύστρισα!
Ζήσε Μάη μου και Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά!!
Αυτοί οι «άλλοι»,χέρια έχουνε βεβαίως.Και γνώση έχουνε και επίγνωση έχουνε.
Διάθεση δεν έχουνε και πρεμούρα δεν έχουνε γιατί αυτοί συνήθως έχουν,όσα εμείς δεν έχουμε! Τι έχουμε λοιπόν να περιμένουμε από δαύτους; Θα μου πείτε,τι έχουμε
να περιμένουμε κι’ απ’το λαχείο! Λαχείο είναι και τρέχα γύρευε!
Ναι!Μόνο που το λαχείο,όταν δεν στα δίνει,και συνήθως δεν στα δίνει,δεν στα δίνει
από ατυχία!Παραξενιά της Τύχης. Οι «άλλοι» δεν στα δίνουν εκ προθέσεως ή γιατί δεν περισσεύουν από τις δικές τους  «ανάγκες»!
Κάπου βέβαια και το λαχείο και οι «άλλοι»,έχουν κάτι κοινό στην τακτική. ΚΑΙ το
Λαχείο ΚΑΙ οι «άλλοι»,όταν τα δίνουν,τα δίνουν συνήθως σ’ αυτούς που ήδη τα έχουν-΄Εχουν όπως και μια διαφορά.
Στο λαχείο,σπανίως αλλά συμβαίνει,κάπου σπάει ο διάολος το ποδάρι του και τα
παίρνει καμιά φορά και κάποιος που δεν τάχει. Κάτι που με τους «άλλους» ,δεν συμβαίνει ποτέ!
Οπότε,πού καταλήγουμε; Πάλι στο λαχείο!

Αν θες να δεις,λένε,πόσο φτωχός είναι ένας λαός,μέτρα πόσα λαχεία αγοράζει!
Δεν ξέρω αν και πόσα ακριβώς λαχεία αγοράζουν οι ΄Ελληνες,εμείς πάντως,στο γραφείο που εργάζομαι τα πρωϊνά,αγοράζουμε όλοι ανεξαιρέτως. Από τους εργο-
δότες και τους προϊστάμενους,μέχρι τους υφιστάμενους και το παιδί για τις εξωτε-
ρικές δουλειές!
Κάθε φορά που ο «μόνιμος» λαχειοπώλης μας,ένας γλυκύτατος γεράκος κάνει την εμφάνισή του,όλοι επί ποδός! Περνάει πάντα Τετάρτη-οπότε εμείς ξέρουμε ήδη απ’ την Τρίτη πως σε μια ακόμα κλήρωση,η θεά Τύχη,μας μούντζωσε μεγαλοπρεπώς δια μίαν εισέτι φορά –πλην όμως, απλώνουμε  πρόθυμα και ανυπόμονα χέρια,σε τσά-
ντες ,τσέπες και πορτοφόλια για ν’ ανασύρουμε το αντίτιμο αγοράς,μιας ακόμα ελπί-
δας, αμφίβολης κι’ εβδομαδιαίας διαρκείας!
Καμιά φορά, κάποιος απ’ όλους,ψιλοτσαντισμένος απ’ τη συνεχή γκαντεμιά,το παίζει
βαρύ πεπόνι.
-Λαχείο;-ρωτά ο γεράκος…
-Πάρτα από μπροστά μου και μη με ξαναρωτήσεις μπάρμπα-συνεννοηθήκαμε; Δε με θέλει,δεν το βλέπεις;Ε,δε με θέλει εκείνη,δεν τη θέλω κι’ εγώ.Τύχη και πράσινα άλογα!
-Καλά…καλά..,λέει ο γεράκος σαν το Μητροπάνο στο «Χιονάνθρωπο»…και μόλις κάνει να φύγει..
-΄Αντε, δώσε ένα να τελειώνουμε! Για σένα το κάνω μπάρμπα,όχι για μένα-να το ξέρεις.

Αγοράζω λοιπόν κι΄εγώ ανελλιπώς, λαχεία.΄Ετσι κι’ αλλιώς οι «κλειστοί» χώροι
με καταπιέζουν.Μ’ αρέσει ακόμα και μεσ’ το καταχείμωνο νάχω ένα παράθυρο ανοιχτό.
Αγοράζω λοιπόν Εθνικό- ένα γραμματιάκι.
Αγοράζω Λαϊκό- ένα γραμματιάκι επίσης.
Πρωτοχρονιάτικα-καμιά δεκαριά κάθε χρόνο.Και φ υ σ ι κ ά,φυσικά παίζω ΠΡΟΠΟ!
Ακούω λοιπόν όλ’ αυτά τα χρόνια που «παίζω»,κάτι πενηνταριές,κατοσταριές εκατομμύρια να σκάνε σαν χρυσή βροχή στα κεφάλια των ευνοουμένων της τύχης
και μένω με το στόμα ορθάνοιχτο. Κατά’δω μεριά,μόνο κάτι ψιλοκατοστάρικα,εκατόδραχμα δηλαδή. Από λήγοντες. Αυτό που με τρελλαίνει κυριολεκτικά,είναι ότι η τύχη σπάει και την πλάκα της σε βάρος μου. Όλο από
κοντά με πάει…όλο και μ’ ακουμπάει. Πότε-πότε,μου ρίχνει περνώντας και μια ξεγυρισμένη σπρωξιά,μετά πετάει κι’ ένα «με συγχωρείτε,παραπάτησα,γι’ αλλού πήγαινα»…-και δρόμο!
Την περασμένη Τετάρτη το μεσημεράκι λοιπόν, μπαίνει στο γραφείο ο γεράκος,ο λαχειοπώλης. Στάθηκε μπροστά στο γραφείο μου,με τα χέρια ψηλά! Δεν ήξερα αν ήταν από ενθουσιασμό ή απόγνωση!!
-Τι έγινε, του λέω.Κερδίσαμε;
-Παρά έναν αριθμό,μου λέει.
-Δηλαδή;;;;;;;
ΕΘΝΙΚΟ,παρακαλώ! 156472 βγήκε στο εκατομμύριο! Εγώ, 156470.Τρία χιλιαρι-
κάκια στο άρτιο! Τύχη να σου πετύχει!!!

Πριν από κάτι μήνες λοιπόν,ένα Σάββατο πρωί κατά τις εννέα,μόλις είχα σηκωθεί κι’ έπινα το καφεδάκι μου,χτυπάει το τηλέφωνο. Νωρίς-νωρίς αρχίσαμε σκέφτηκα.
-….Παρακαλώ!- άκρα σιγή.
-…Παρακαλώ!Ποιός είναι;
- Τι’ναι κειιιιιιιιιιιιιι;;
Αχά,παιδική φωνούλα-κοριτσίστικη μου ακούστηκε.
-Εσύ,τι ζητάς;
-Δε σσσσέρωω!
-Σε ποιον θέλεις να μιλήσεις κούκλα μου;
-Σε κανέεενα! (πλάκα είχε)….πώς σε λέεενεεε;
-Εμένα με λένε Σέβη-εσένα;
-Ββαββάρρα!!
-Α! Βαρβάρα,ε; Τι αριθμό πήρες Βαρβαρούλα;
-Δε σσσσέρωω!
-Πόσων χρονών είσαι κούκλα μου;
-Δε σσσσέρωω!!
Ήμουν έτοιμη να της στείλω ένα τηλεφωνικό φιλάκι και να κλείσω αλλά με πρόλαβε
μια γυναικεία,λαχανιασμένη  φωνή απ΄την άλλη άκρη:
-Ποιος είναι Βαρβάρα;..Παρακαλώ;;
-Γειά σας!
-Ορίστε,ποιον θέλετε;
-Εγώ κανέναν-εσείς με πήρατε!
-Αχχχ!!Η μικρή! Αχ, κυρία μου,να με συγχωρείτε! Βαρβάρααα!!!Θα σε σκοτώσω!
Αχ, δεν ξέρετε τι μου κάνει με το τηλέφωνο- μεγάλο πρόβλημα!
-Θάθελε να πάρει κανένα συγγενή κι’ έκανε λάθος!Δεν πειράζει!
-Καλέ,ποιον να πάρει;Αυτή ούτε τους αριθμούς δεν ξέρει!Παίζει!Παίζει κι’ ενοχλεί τον κόσμο.Τριών χρονών δεν είναι ακόμα!
-Συγγνώμη,κυρία μου. Θέλετε να πείτε ότι παίρνει νούμερα στην τύχη,χωρίς να ξέρει ποιο είναι το καθένα;
-Τι σας λέω τόσην ώρα κυρία μου!Μόλις κάνω πως γυρίζω το κεφάλι μου,αυτή κατ’ ευθείαν στο τηλέφωνο!Τρέλλα έχει με δαύτο.Αχ,δεν ξέρετε τι μου κάνει!Μέχρι Καρπενήσι μούχει βγάλει!!

Δηλαδή!…..Η Βαρβαρούλα έβαλε το δαχτυλάκι της  στο καντράν εκείνο το
πρωί του Σαββάτου κι’ άρχισε να γυρνάει αριθμούς,χωρίς νάχει ιδέα, πού είναι το πέντε ή το τρία ,ας πούμε!Θα μπορούσε να είχε πάρει από ένα μέχρι και δέκα νούμερα –λέμε τώρα….και πήρε επτά! Κι΄αυτά τα επτά,στη σειρά, ο αριθμός του τηλεφώνου μου!Μέσα απ’ όλο το τηλεφωνικό δίκτυο Αθηνών,περιχώρων κι’ επαρχίας- για να μην πω και της Υφηλίου! Δεν είναι η τύχη μου νάχει το δαχτυλάκι της Βαρβαρούλας στην επόμενη κλήρωση του όποιου λαχείου κουβαλάω στη τσάντα μου;
-Δεν μου λέτε μαντάμ, μου τη «δανείζετε» τη Βαρβαρούλα για μια-δυο ωρίτσες αύριο-μεθαύριο;
Γέλασε.
-Γιατί;
-Α, έτσι!Να την πάω μια βόλτα…να της πάρω μια ωραία κούκλα…να την κεράσω ένα παγωτό…να μου διαλέξει και κανένα λαχείο!!!
Ξεκαρδίστηκε! Νόμιζε πως αστειευόμουν-κι’ εγώ ντράπηκα να της πω ,πως μιλούσα σοβαρά!!Σοβαρώτατα!!!
-Να σας ζήσει κυρία μου,αρκέστηκα να πω,δώστε της φιλάκια !
Κι’ έκλεισα το τηλέφωνο.
Σ. Τ.

Υ.Γ.
Το περιστατικό με το τηλεφώνημα της Βαρβαρούλας, είναι πραγματικό.Μου συνέβη ένα Σάββατο πρωί του 1989, γι’ αυτό και το συμπεριέλαβα στην εκπομπή μου!!Από τότε,η Τύχη, δεν μου «ξανατηλεφώνησε»!!!



Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

ΝΑ ΗΜΟΥΝ,ΛΕΕΙ.....

Να ήμουν λέει δώδεκα χρονών...
σαν τότε...και νάναι καλοκαίρι!
Ναρχόταν η φωνή της,δυνατή για ν' ακουστεί
στο πάνω πάτωμα,
να με ξυπνήσει,
αφήνοντας στη μέση το πρωϊνό τραγούδι της:
-Κατέβα,μεσημέριασε!!
Να σκύβει και να με φιλά
κι' εγώ να βγάζω με το δάχτυλο
την πέτσα απ' το φλυτζάνι με το γάλα που άχνιζε,
φρεσκοβρασμένο!
Να ήμουν λέει,στα δεκάξη!!
Εγώ να σκέφτομαι τ' αγόρι απ' το Αρρένων
που με περίμενε να σκάσω απ' τη γωνιά
καβάλα στο ποδήλατό του
κι' εκείνη να "ωρύεται"
που ακόμα δεν τα σκούπησα τα πιάτα!!!
Στα είκοσι,να με ξεπροβοδίζει
με κείνο το βουβό παράπονο στα μάτια!
Κι' εγώ να φεύγω,
πρώτη φορά ν' αφήνω τη φωλιά της
για να πετάξω-με φτερά δικά μου!!!
Ερχόταν η σκιά της πίσω μου!
Πότε γελώντας,πότε κλαίγοντας
με τα δικά μου τα καμώματα,
συντρόφεψε τα βήματά μου...
μέχρι που έφυγε!.....


Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012



ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ.

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΑΓΓΕΛΕΤΟ!
ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

« Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι, αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές, αλλά πιο μακρόβιες, πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές, η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα, σαν τις ψυχές, για να θυμούνται, να

περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ όλα αυτά τα ερείπια, να βαστούν χωρίς να λυγίζουν, πάνω στη μικρή σχεδόν άυλη σταγόνα τους, το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης…» Marcel Proust, A la recherche du temps perdu.

Για μια ακόμη φορά η Σέβη Τηλιακού βουτά την μαντλέν της σε ένα φλιτζάνι ζεστό μυρωδάτο τσάι βρασμένο στην σταχτόμαυρη επιφάνεια μιας στόφας της αμέσως μεταπολεμικής Ρόδου, για να βγουν από αυτό, με αόρατο όχημα τις καταγραμμένες αλλά καθεύδουσες στην λήθη αισθήσεις των παιδικών και εφηβικών της χρόνων βίοι και πολιτείες, δύσκολοι Καλβινικοί έρωτες που ακροβατούν σε χαλαρό σχοινί μέχρι αυτό να τεντωθεί αναπάντεχα για να προκαλέσει την ανατροπή, ανθρώπινες σχέσεις εξουσίας σε μινιμαλιστικό μεσογειακό φόντο που φέρνει στον νού αόριστα τον Λόρκα αλλά εδράζεται στο ανεξίτηλο της προσωπικής εμπειρίας που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με το συλλογική μακρά πεπαλαιωμένη πρακτική που συμβατικά αποκαλούμε «παράδοση».

Το μυθιστόρημα ξεκάθαρα και αναπότρεπτα γυναικείο. Όχι θηλυκό, γυναικείο, με κεφαλαία τα γράμματα. Η μητριαρχία στα Δωδεκάνησα είναι καθεστώς, θεσμός, modus vivendi. Οφείλεις να την (από)δεχθείς αν δεν θέλεις να αποβληθείς. Η Βαλασία – Μπερνάρντα Άλμπα δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί το βελονάκι με το οποίο πλέκεται το μυθιστόρημα, έστω και με την παραβατική της συμπεριφορά στην ανάγκη της για άσκηση εξουσίας πάνω στους άλλους. Μικροί ή μεγάλοι σκελετοί, ακόμη και επιφανειακά ασήμαντα λείψανα κρύβονται στα ράφια κάθε βαθειά μητριαρχικού ερμαριού.

Μα και η πρωταγωνίστρια της ιστορίας κρύβει μια μικρή Βαλασία – πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά; Το νήμα της εξουσίας γύρω από τον άντρα πλέκεται με επιδέξιες, ακόμη και όταν είναι ασυνείδητες ή έστω υποσυνείδητες κινήσεις, μιας και το βελονάκι «δουλεύει» σχεδόν μόνο του. Υπάρχει όμως ένα λαμπρό αντίβαρο τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στην

πραγματικότητα της θεσμικής μητριαρχίας. Η εξουσία δεν ευνουχίζει για να επιβληθεί πλαγίως. Δεν ακρωτηριάζει την αρσενική altera pars.

Μέσα στην διήγηση της Σέβης παρεισφρέουν και αυτοβιογραφικά στοιχεία, που την κάνουν πειστικά και αφήγηση. Το σκηνικό με τις λιτές, σχεδόν στιγμιαίες αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα του Ροδίτικου χωροχρόνου δεν διακινδυνεύει ούτε στιγμή να ολισθήσει σε φολκλορικά ή εθιμο-γραφικά παραπτώματα και περιορίζεται στον ρόλο της ανάδειξης των χαρακτήρων και των δρώμενων.

Διήγηση χειμαρρώδης αλλά και δωρική, πειστική, χωρίς εξεζητημένες καλλιέπειες και λογοτεχνικές φιοριτούρες, που όμως διευθύνει το χορόδραμα των χαρακτήρων με σημειολογικές αρετές που χαρακτηρίζουν τα αποσπάσματα του ερωτικού λόγου των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών της μυθιστορίας. Ερωτικός λόγος λεκτικός και συμπεριφορικός για τους εξοικειωμένους με τον Roland Barthes.

Και τέλος η κάθαρση. Το τέλος – Κάθαρση. Ο χαμένος χρόνος επαν-ευρίσκεται, επανα-προσδιορίζεται και επανα-διατυπώνεται από την Σέβη. Όχι μόνον ο χαμένος χρόνος των ηρωίδων της, αλλά και της ίδιας μέσω αυτών.
Like ·

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΑΓΓΕΛΕΤΟ-ΔΙΚΗΓΟΡΟ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ.



















ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ-ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ


ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ-ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ EΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ 2Ο12









Τα όνειρα τα πλέκεις με το βελονάκι!
Η περίληψη!

Μελίνα,Βαλασία,Λουκία,Χρυσή,Ρηνιώ!
Η Γυναίκα!Πολύμορφη,πολυδιάστατη,απρόβλεπτη!
Οι ζωές τους,ξεκινώντας από διαφορετικές,χρονικές αφετηρίες,συναντιούνται σ’ ένα
«κρίσιμο» σταυροδρόμι,στην ειδυλλιακή Ρόδο.
Παρελθόν,παρόν και μέλλον,μέσα από βασανιστικούς,αδιέξοδους έρωτες,παλιές,σημαδιακές μνήμες και ένοχα φυλακισμένα μυστικά,υφαίνουν γύρω τους,ένα ασφυκτικό δίχτυ που θα τις εγκλωβίσει,σε απρόβλεπτες,δραματικές καταστάσεις,
Ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται.
Ανατροπές που ταράζουν, τα φαινομενικά ήρεμα νερά.
Φωνές από ένα ταραγμένο χθες που επανέρχονται για να επιβεβαιώσουν πως ο χρόνος και η ζωή,συμπλέκονται μοιραία,σε μια αέναη,κοινή πορεία.
Μέσα από μια καταιγίδα συναισθημάτων και διλημμάτων,η Μελίνα, θα καταλήξει τελικά,στη διαπίστωση που θα σημάνει και την δική της,προσωπική «απελευθέρωση».
-«Η δική σου ζωή,δεν έχει καμμιά αξία,αν οι γύρω σου,δεν έχουν ζωή.Ποτέ,δεν θα νιώσεις ελεύθερη,όσο αφήνεις στη φυλακή τους,αυτούς που μπορείς να ελευθερώσεις».

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

ΜΙΚΡΗ ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ!





Η «προσέγγιση».


Oι πρώτες δύο εβδομάδες εκείνου του Φλεβάρη,ήταν αποκαλυπτικές για τη Στέλλα.Ανακάλυπτε μέσα της έναν άλλο εαυτό που της ήταν άγνωστος.
Πάντα πίστευε πως οι αρχές και οι αξίες που είχαν ριζώσει μέσα της από
τότε που ήταν παιδί,ήταν αμετακίνητες.Ότι τίποτε και κανείς δεν θα ήταν ικανός να την αναγκάσει να τις παρακάμψει.Θυμόταν τα λόγια της Μάρθας,της μητέρας της.
Πόσες φορές τα είχε ακούσει; «Δεν έχει σημασία αν αυτό που πιστεύεις,το απορρίπτουν οι άλλοι.Αρκεί να το πιστεύεις εσύ,Στελλίτσα μου. Οι αξίες που
κουβαλάμε,είναι οι ρίζες μας. Δέντρο χωρίς βαθειές ρίζες, γκρεμίζεται στον πρώτο δυνατό αγέρα.»
Τα είχε καταγράψει σαν αξίωμα στο μυαλό της εκείνα τα λόγια,κι’ έτσι είχε πορευτεί μέχρι τώρα.Και τώρα;
Τώρα ένιωθε πως κάτι είχε αλλάξει.Κάτι είχε αρχίσει να «χαλαρώνει» μέσα της.
Αμφιταλαντευόταν!Η αυστηρότητα που την χαρακτήριζε,κυρίως σε ό,τι είχε να κάνει με τις σχέσεις της με τους άλλους,είχε αρχίσει να κλονίζεται.Μήπως έκανε λάθος μέχρι τώρα;Μήπως αυτή η συνειδησιακή ευελιξία που είχε αρχίσει να την
κυριεύει ήταν προτιμότερη,πιο χρήσιμη και πιο ρεαλιστική, από τις προηγούμενες εμμονές της;
Είχε ορθώσει τείχος αδιαπέραστο μπροστά στο «εν διαστάσει» του Τάσου Μέντζου
αλλά μπροστά στο «εν διαστάσει» του Θέμη Τιμόπουλου,το τείχος κατέρρευσε κι’ η
κατανόηση πήρε τη θέση της επιφύλαξης.Όταν το συνειδητοποίησε ανησύχησε.Τί εί-
χε πάθει κι’ έδινε στο Θέμη τα ελαφρυντικά που είχε αρνηθεί ν’αναγνωρίσει στον
Τάσο;
΄Ηταν η συμπάθεια στο πρόσωπό του, που μεγάλωνε με κάθε νέα τους συνάντηση;
΄Ηταν εκείνο το πετάρισμα στη ματιά του,κάθε φορά που συναντούσε τη δική της;
΄Ηταν το παράπονο που διάβαζε στα λόγια του,όταν η κουβέντα έφτανε στη γυναίκα και την κόρη του;Αυτό το τελευταίο, το εύρισκε ιδιαίτερα επικίνδυνο. Είχε ακούσει πως οι γυναίκες,συγκινούνται και παραδίδουν τα όπλα,σχεδόν πάντα, μπροστά σ’έναν άντρα που πονά για μια χαμένη αγάπη,κι’ο Θέμης ήταν ολοφάνερο πως ,όσο κι’ αν πάλευε να το κρύψει,πονούσε ακόμα. Το ν’ αφεθεί να ερωτευτεί ένα τέτοιο άντρα
θα ήταν κάτι σαν πυροβασία,σαν να περπατούσε ξυπόλυτη σ’ αναμμένα κάρβουνα.
Η Ροδούλα,απασχολημένη με τον Πάνο της, που λίγο μετά τα Χριστούγεννα,είχε αρχίσει να συζητά ανοιχτά για γάμο,αρκέστηκε σε τρεις -τέσσερεις επισκέψεις στο σπίτι της θείας της και κάθε φορά,ορμούσε ενθουσιασμένη, ν’ αγκαλιάσει και να
φιλήσει τον καινούριο της φίλο μ’έναν αυθορμητισμό,που άφηνε τη Στέλλα με ανοιχτό το στόμα. Πολύ γρήγορα,είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μια τρυφερή φιλία που η αυθεντικότητά της,δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες.
Αντιθέτως,η ίδια,πύκνωσε τις επισκέψεις της,προφασιζόμενη ότι δεν ήθελε να πέσει όλο το βάρος της φιλοξενίας,στους ώμους της Ντίνας.Μια και ο Θέμης δεν είχε αναρρώσει ακόμα εντελώς ώστε να μπορεί να κυκλοφορεί μόνος,οπότε υποχρεωτικά περιοριζόταν στο σπίτι,κάποιος έπρεπε να του κρατά συντροφιά,τις ώρες που ο Ηλίας
βρισκόταν στο γραφείο του.΄Ετσι, σιωπηρά,«ανέλαβε» εκείνη αυτό το ρόλο και  
σχεδόν κάθε απόγευμα,ξέκλεβε δυο ωρίτσες απ’ το κομμωτήριο για να τρέξει να του προσφέρει τη συντροφιά της,να πιει μαζί του ένα καφέ, να μοιραστεί μια βόλτα στον κήπο όταν ο καιρός το επέτρεπε,πάντα όμως κάτω απ’ το άγρυπνο μάτι της Ντίνας που καραδοκούσε,προσπαθώντας φιλότιμα,να κρύψει τον πανικό της ,βλέποντας αυτή τη σχέση να γίνεται όλο και πιο στενή.
Ο Θέμης,χαιρόταν τη συντροφιά της νέας κοπέλας που τον έβγαζε από τη μοναξιά του λάπτοπ,την εκνευριστική «γκρίνια» της τηλεόρασης και τη διακριτική «ανάκριση» της οικοδέσποινας,που είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική.Η κουβέντα με τη Στέλλα,ήταν κάθε φορά μια μικρή όαση.Του άρεσε σαν γυναίκα,από την πρώτη στιγμή ,και σιγά-σιγά,είχε αρχίσει να εκτιμά τον τρόπο που σκεφτόταν,τον ήρεμο και συγκροτημένο χαρακτήρα της.Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.Μετά την πρώτη γνωριμία με τα δυο κορίτσια,κράτησε σαν πολύτιμο απόκτημα τη φιλία με το Μελτεμάκι  αλλά ήξερε ήδη,πως η ζυγαριά της καρδιάς του,έγερνε προς τη Φωτιά. Δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να το συνειδητοποιήσει.Προτίμησε όμως να τηρήσει στάση αναμο-
νής,σεβόμενος την οικογένεια που τον φιλοξενούσε.Επιπλέον,η προσωπική του ζωή βρισκόταν ακόμα σε αταξία. Δεν είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει το παραμικρό από ένα καινούριο έρωτα,όσο αυτή η αταξία συνεχιζόταν.
Η Στέλλα απ’ τη μεριά της,δεν είχε ακόμα καταφέρει ν’απαλλαγεί από την αμηχανία
και το μούδιασμα που ένιωθε,κάθε φορά που βρισκόταν κοντά του. Στις συζητήσεις τους,με όσες γνώσεις ψυχολογίας είχε αποκομίσει από τα δύο πανεπιστημιακά της χρόνια,προσπαθούσε να «σκάψει» στη ψυχή του νέου άνδρα,ν’ ανασύρει στην επιφάνεια τις απαντήσεις ,στα πολλά ερωτήματα που τη βασάνιζαν.΄Ηταν αρκετές οι
φορές που δεν απέφευγε τον πειρασμό να τον ρωτήσει, «τι γίνεται με τη Λούπε;Είχες κανένα νέο;» Για να πάρει την απάντηση , «Όχι,τίποτε !» Ντρεπόταν εκ των υστέρων
γι’ αυτή της, την αδιακρισία. Με ποιο δικαίωμα επέμενε να τον ρωτά για κάτι τόσο προσωπικό;Τι την ένοιαζε αυτή,τι έκανε ο Θέμης με τη Λούπε;Κι’ όμως την ένοιαζε,
κι’ αυτό ήταν σημάδι πως μέσα της, γεννιόντουσαν συναισθήματα που πέρα από το όποιο φιλικό ενδιαφέρον και τη συμπάθεια,έκρυβαν και μια μικρή δόση ζήλειας.
«Όταν ζηλεύεις έναν άντρα,είναι φανερό πως έχεις αρχίσει να τον ερωτεύεσαι»,
είχε διαβάσει κάπου.
Την τελευταία φορά που επανέλαβε την ίδια ερώτηση,δεν πήρε τη συνηθισμένη
απάντηση.Περπατούσαν στον κήπο,απολαμβάνοντας την ξαφνική,χειμωνιάτικη λιακάδα.
-Τι νέα από τη Λούπε,όλα καλά;
Εκείνος σταμάτησε απότομα .Στάθηκε απέναντί της,κοιτώντας την ερευνητικά.
-Γιατί επιμένεις να με ρωτάς,το ίδιο πράγμα κάθε φορά;
Δαγκώθηκε και του απάντησε όσο πιο φυσικά μπορούσε.
-Γιατί ανησυχώ για σένα Θέμη.Δεν θέλω να στενοχωριέσαι…
-Αυτό είναι;
-Αυτό!
Άγγιξε με το χέρι του,το μάγουλό της.Πέρασε απαλά τον αντίχειρα πάνω στα χείλη της.Μια προσέγγιση που την τάραξε συθέμελα.
-Μη με ξαναρωτήσεις Στέλλα!Σε παρακαλώ γλυκειά μου! Η Λούπε έπαψε να υπάρχει στη ζωή μου.Την άφησα πίσω. Μη σε απασχολεί!
«Μη σε απασχολεί».
Είχε προδωθεί!Την είχε καταλάβει!Την είχε απογυμνώσει από κάθε περιττό πρόσχημα. Είχε δει στην καρδιά της. Την αγκάλιασε απ’τους ώμους και χωρίς να ξαναμιλήσουν,περπάτησαν κατά το σπίτι.
Η Ντίνα,απ’ το παράθυρο της κουζίνας,παρακολούθησε όλη τη σκηνή,κρατώντας την αναπνοή της. Δεν χρειαζόταν ν’ ακούσει. Είδε ό,τι χρειαζόταν να δει,κι’ αλαφιασμένη συνειδητοποίησε πως τα γεγονόταν την είχαν προλάβει. ΄Επρεπε κατεπειγόντως να παρέμβει. Είχε κάνει ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της, για να διαφυλάξει μυστικά,
ν’αποφύγει δράματα,να προστατέψει ψυχές και μνήμες.Όλα μάταια.Δεν είχε καταφέρει, να νικήσει το πεπρωμένο.
Και τώρα,η Στελλίτσα της,έπρεπε να μάθει!΄Ενιωθε παγιδευμένη.Δεμένη χειροπόδαρα,ανήμπορη να διαλύσει το γκρίζο απειλητικό σύννεφο που πύκνωνε
πάνω απ’ το κεφάλι της.
«Θα πονέσει,μπορεί και να με μισήσει αλλά μάρτυς μου ο Θεός,δεν μπορώ να κάνω κι’αλλιώς.Φτάνει μόνο,να μην είναι ήδη πολύ αργά!»

Το πήγαινε-έλα της Στέλλας στο σπίτι της θείας της, συνεχίστηκε  και τις επόμενες μέρες. Όμως,εκείνη η πρώτη προσέγγιση,δεν είχε συνέχεια.Καμμιά κίνηση από την πλευρά του Θέμη,καμμιά κίνηση από τη δική της πλευρά.΄Ηταν σαν όλα να είχαν ακινητοποιηθεί,σαν να είχε παγώσει ο χρόνος, μετά από εκείνη την μικρή συνομιλία, εκείνο το χάδι στο μάγουλο,εκείνο το στιγμιαίο άγγιγμα των χειλιών της ,που εκείνη,είχε ευχηθεί να μετουσιωθεί σ’ ένα φιλί,που όμως,δεν ήρθε ποτέ. Μόνο μια πιο επίμονη ματιά του πότε-πότε ή ένα παρατεταμένο σφίξιμο του χεριού του 
δυνάμωνε τη βεβαιότητά της,πως κάτι υπήρχε ανάμεσά τους κι’ αυτό το κάτι δεν μπορούσε παρά να είναι σημαντικό.
Ο Ηλίας, είχε επίσης αντιληφθεί αυτά τα αμφίδρομα ρεύματα συναισθηματικής έντασης,ανάμεσα στη νεαρή εξαδέλφη και το φίλο του.Όταν θεώρησε πως η στιγμή
ήταν κατάλληλη,ξεμονάχιασε τη Στέλλα και της μίλησε ανοιχτά.
-Βλέπω πόσο τον συμπαθείς Στελλίτσα. Σε καταλαβαίνω κορίτσι μου. Όμως ο Θέμης
δεν είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για σένα.Μην το πάρεις στραβά. Είναι νέος,εμφανήσιμος,δημιουργημένος. Είναι αξιόλογος σαν άνθρωπος-εγώ πρώτος το παραδέχτηκα,από τη στιγμή που αποφάσισα να τον βάλω στο σπίτι μας, Όμως, Στέλλα μου,η ζωή του είναι πέρα από δω, και είναι βεβαρημένη μ’ ένα γάμο που δεν έχει λήξει τελεσίδικα και που,έχοντας διαπιστώσει τη συναισθηματική αβεβαιότητα σε σχέση με τη γυναίκα του,δεν είμαι σίγουρος πως θα λήξει ποτέ. Υπάρχει και το κοριτσάκι του,μην το ξεχνάς.Χρειάζεται τον πατέρα του.Πρώτος ο Θέμης το καταλα-
βαίνει αυτό. Τι μπορείς να περιμένεις απ’ αυτόν τον άνθρωπο; Ακόμα κι’ αν αποφασίσεις να διακινδυνεύσεις μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του,το μόνο που θα
καταφέρεις,είναι να κερδισεις το μισό του εαυτό.Ο άλλος μισός δεν θα γίνει ποτέ
δικός σου,ξαδερφούλα. ΄Αντρας είμαι και ξέρω τι σου λέω!Πρόσεξε!Πρόσεξε πολύ!
Σ’ αγαπώ,είσαι αίμα μου,δεν θέλω με τίποτα να σε δω να ματώνεις.
Τον είχε αποπάρει,θορυβημένη.
-Τι αρλούμπες μου αραδιάζεις βρε Ηλία μου!Πολύ μεγάλη φαντασία έχεις ξάδερφε! Πολύ μακρυά το πας. Σχέση εγώ με το Θέμη;Πώς σου κατέβηκε;Δε λέω…Μ’ αρέσει η παρέα του,μ’ αρέσουν τα όσα ακούω να μου περιγράφει και να μου εξιστορεί, για την χώρα που ζει !Επιπλέον, θέλω να είμαι ευγενική μαζί του.Στο κάτω-κάτω,φιλο-
ξενούμενος είναι. Πέραν αυτού, ουδέν!Με ξέρεις εμένα να μπλέκω σε ερμαφρόδιτες καταστάσεις;
Τρόμαξε και η ίδια, με την ευκολία με την οποία όρθωσε την κάλπικη  άμυνά της απέναντι στον Ηλία.Γιατί του είχε πει ψέμματα.Τώρα ήταν βέβαιη.΄Ηδη φαντασιω-
νόταν σκηνές  έρωτα και πάθους στην αγκαλιά του Θέμη,ακόμα και την ώρα που άνοιγε το ταμείο στο μαγαζί, για να δώσει ρέστα. Το ήξερε!!Όταν μια γυναίκα αρχί-
ζει να φαντασιώνεται έναν άντρα,ο έρωτας έχει ήδη «άρει τας πύλας» της καρδιάς της.
Κράτησε αυτόν το μυστικό της έρωτα,για τον εαυτό της,αποφασισμένη να περιμένει την επόμενη κίνηση από το Θέμη. Αν κι’ εκείνος ένιωθε όπως εκείνη,αυτή η κίνηση δεν θ’ αργούσε ναρθεί.Κι’ όταν ερχόταν,εκείνη,παρά τις προειδοποιήσεις του Ηλία,παρά τις αντιξοότητες, θα του άνοιγε την αγκαλιά της.Δεν αρνιέσαι έναν έρωτα που έχει κυριεύσει το είναι σου,μόνο και μόνο γιατί μπορεί να είναι ένας έρωτας «δύστροπος». Θα περίμενε!

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Η ΠΙΚΡΑ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΥΝΟΡΑ!!
ΚΙ' ΕΓΩ ΘΥΜΑΜΑΙ!!!ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΩ ΠΙΑ!!!
(Απόσπασμα από το βιβλίο ΟΤΑΝ Η ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ)
Για την Τίτα, το Μανώλη,το Γιώργο!!


Χειμώνες και καλοκαίρια


Μεγαλώσαμε και οι τέσσερεις σε μια περίεργη οικογενειακή μοναξιά.Χωρίς παππούδες και γιαγιάδες να μας ζεσταίνουν με κανακέματα και παραμύθια.Απ΄τη μεριά της μαμάς η γιαγιά που μου έδωσαν και τ΄όνομά της υπήρχε μόνο σαν ένα πρόσωπο σε μια φωτογραφία μόνιμα κρεμασμένη κι΄αυτή στον τοίχο της τραπεζαρίας μας.Μ΄ένα λουσάτο καστόρινο καπέλο φορεμένο στο πλάϊ κι΄ένα μικρό χαμόγελο που το έκανε αινιγματικό τάχα μου, το βάναυσο ρετουσάρισμα. .΄Ηρθε μόνο μια φορά  στο νησί όταν η μαμά ήταν ακόμα έγκυος στην αδερφή μου.΄Εμεινε μόνο μια βδομάδα και πριν καλά καλά συνηθίσω την παρουσία της,έφυγε.
Σ΄αυτές τις λίγες μέρες,τη λάτρεψα..γιατί δεν έμοιαζε με το απόμακρο πρόσωπο στη φωτογραφία της τραπεζαρίας.Είχε απαλές ρυτίδες και μια χαμηλή καλωσυνάτη φωνή
που έμοιαζε με χάδι.΄Ένα απ΄τα λίγα πρωινά που πέρασε κοντά μας, βοηθούσε τη
μαμά καρυκώνοντας το πρώτο μου ξώπλατο καλοκαιρινό φουστανάκι κι΄εγώ  στα
πόδια τους τραγουδούσα ευτυχισμένη.΄Απλωσε τότε το χέρι της και χάϊδεψε το μάγουλό μου:
-Φωνούλα μου,να χαρώ εγώ τη γλύκα σου….είπε.
Γι΄αυτό τη λάτρεψα.Γιατί ήταν η γιαγιά μου-αυτή,όχι η άλλη στη φωτογραφία.
΄Όμως, μετά από κείνες τις επτά υπέροχες μέρες, δεν τη ξαναείδα..
 Υπέφερε απ΄την καρδιά της για πολλά χρόνια γι΄αυτό απέφευγε τα ταξίδια.Λίγο καιρό αφού μας άφησε ,έφυγε κι΄απ΄τη ζωή  στη γιορτή του Σωτήρος.΄Όπως παρακολουθούσε τον πυρρίχιο στο πανηγύρι των Σουρμένων με τις αδερφές της από δίπλα έγειρε το κεφάλι και ξεψύχησε.Την πήραν είδηση μόνο όταν γύρισαν να τη ρωτήσουν αν της άρεσε ο χορός.΄Ηταν 57 χρονών.Η μαμά όταν πήρε το τηλεγράφημα με το κακό μαντάτο την επομένη το μεσημέρι,έπεσε μπρούμητα στο κρεβάτι σπαράζοντας και δε σηκώθηκε από κει παράμόνο το βράδυ για να νοιαστεί αν είχαμε φάει.
Ο μπαμπάς που λάτρευε τη γιαγιά μου όπως τον λάτρευε κι΄εκείνη έκανε το σταυρό του κάθε φορά που έμπαινε στην κουζίνα όπου οι τέσσερείς μας λουφάζαμε μουδιασμένοι εκείνο το απόγευμα.
-΄Αγια γυναίκα η γιαγιά σας ,άγια γυναίκα .


Ο πόντιος παππούς μας ήρθε κι΄αυτός μόνο μια φορά-ίσα για να μας γνωρίσει.Μέχρι που έφυγε κι΄αυτός απ΄τη ζωή αρκετά χρόνια αργότερα δε συχώρεσε ποτέ το μπαμπά
που με το έτσι θέλω του βούτηξε την πρωτοκόρη του.
‘ Οσο μεγαλώναμε έστελνε δυο φορές το χρόνο δέματα με υφάσματα στη μαμά-ήταν υφασματέμπορος στη Ευαγγελιστρίας.Πάνω σε κάθε κομμάτι ύφασμα είχε καρφιτσωμένο και το σχετικό σημείωμα:
-Παλτό για τη μεγάλη
-Παντελόνια για τ΄αγόρια
-Αυτό για τη μικρή
-Κι αυτά για σένα.
Για το μπαμπά, ποτέ , ούτε φόδρα.
Ρούχα φιρμάτα δεν υπήρχαν στη Ρόδο εκείνη την εποχή αλλά και να υπήρχαν δεν θα τ΄άντεχε το πορτοφόλι του μπαμπά που βρισκόταν σχεδόν πάντα σε συντηρητική δίαιτα.Εμείς όμως χάρη στον παππού είμασταν πάντα μοντελάκια Πάσχα ,Χριστούγεννα και γιορτές πάσης φύσεως.
Η μαμά κάθε που έπαιρνε τέτοιο πακέττο μας έπαιρνε τα μέτρα και τις νύχτες όταν το σπίτι ησύχαζε έρραβε στη NECCHI ραπτομηχανή της, ακούγοντας στο ραδιόφωνο απ΄το σταθμό της Ρώμης που είχε εντοπίσει, θέατρο και ιταλικές καντσονέτες.Στο ημερίσιο ρεπερτόριό της  εκτός απ΄την «Κατινιώ» και τα΄άλλα αγαπημένα της είχε συμπεριλάβει κι΄αυτές. Tι MAMMA ,τι SOLE MIO,τι LA CAMPAGNUOLA BELLA -τάχα μάθει όλα απ΄έξω κι΄ανακατωτά.΄Ηταν και καλλίφωνη!

Και για να ξαναγυρίσω στους παππούδες και τις γιαγιάδες, ο καπετάνιος πατέρας του μπαμπά μου πέθανε στην Αμερική.Δεν τον γνωρίσαμε ποτέ γιατί μετά το τελευταίο ταξίδι του στην Κάλυμνο που κόστισε και το επίδομα σπουδών στο μπαμπά μου δεν ξαναγύρισε στο νησί του.Η μόνη γιαγιά που μας είχε απομείνει ήταν η δεύτερη γυναίκα του η γιαγια Μαρία που μας επισκεπτόταν αρκετά συχνά,κουβαλώντας και το απαραίτητο πεσκέσι-καβουρμά στο κιούπι.Τη χειμωνιάτικη λιχουδιά μας.Ερχόταν βέβαια  για να μας δει και ν΄αλλάξει και τον αέρα της,   κυρίως όμως  για να καταφέρει το μπαμπά να ψάξει γαμπρό για τη θυγατέρα της η οποία πήγαινε κατ΄ευθείαν για το ράφι.Τελικά το γαμπρό η θεία μου τον βρήκε μόνη της δι΄αλληλογραφίας και κοντά στα σαράντα ταξίδεψε ολομόναχη για τη Χιλή όπου και τον παντρεύτηκε-αυτή που το μόνο ταξίδι που είχε κάνει στη ζωή της ήταν Κάλυμνος-Ρόδος και πίσω.Η γιαγιά Μαρία ήταν καλή η καϋμένη.Παντρεύτηκε τον παππού μου με τα τρία παιδιά του κι΄έκανε μαζί του άλλα δύο .Χαράς το κουράγιο της λέω τώρα..Μου πήρε καιρό μέχρι να χωνέψω και να καταλάβω γιατί αφού δεν ήταν η πραγματική μητέρα του μπαμπά,ήταν γιαγιά μου.
Η μαμά έλυσε την απορία μου.
-Γιατί εκείνη τον μεγάλωσε και τον έκανε άντρα,παιδί μου.
Τη θυμάμαι πάντα με τις πελώριες γκρι και μαύρες φουστάνες της και το μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι,τυλιγμένο γύρω στο λαιμό,σχεδόν μέχρι το πηγούνι.Το καλοκαίρι ,όταν την έπιανε η ζέστη, τ΄άφηνε καμιά φορά να πέσει στους ώμους της, αποκαλύπτοντας τις αδυνατισμένες απ΄τα χρόνια πλεξούδες της ,τυλιγμένες γύρω απ΄το κεφάλι σαν καψαλιασμένο στεφάνι.
.Η γιαγιά Μαρία δεν ήξερε γράμματα.
Τ΄απογεύματα που η μαμά την ώρα του καφέ της άναβε τσιγαράκι και ξεφύλλιζε το περιοδικό της  εκείνη στρωνόταν δίπλα της ακουμπούσε τους αγκώνες στο τραπέζι και χώνοντας το μάγουλο μέσα στη χούφτα της παρακολουθούσε με μεγάλη περιέργεια το ξεφύλλισμα των ακαταλαβίστικων γι΄αυτήν σελίδων.

-Καλό είναι  μαθές αυτό που διαβάζεις κόρη μου;
-Καλό είναι μητέρα
-Κι΄ίνταναι που λέει κόρη μου;
-Να, λέει πως δεν πρέπει να τραβάς το μάγουλό σου με τη χούφτα σου γιατί θα κάνεις ζάρες.
Ουου!κόρη μου,εγώ είμαι πλιο γριά.Τραβώ το δεν το τραβώ τις ζάρες τις έκαμα.
Και ξεκαρδιζόταν απ΄τα γέλια φράσσοντας το στόμα με το χέρι της.

Οι χειμώνες μας ήταν δύσκολοι.Οι βοριάδες κι΄οι βροχές χτυπούσαν το νησί και το σπίτι μας από παντού.Μεγάλο σπίτι.Πού να ζεστάνεις  τέσσερα δωμάτια πάνω,τέσσερα κάτω και δυο διαδρόμους σαν αλάνες μ΄ένα μαγκάλι και δυο ηλεκτρικές σομπίτσες.Πολλές νύχτες η αδερφούλα μου τρύπωνε στο κρεβάτι μου χωνόταν στην αγκαλιά μου και ζεσταίναμε η μια την άλλη.Στα μεγάλα κρύα μαζευόμασταν τα βράδυα γύρω απ΄το μεγάλο μαγκάλι που άναβε στην τραπεζαρία και πυρώναμε τα πόδια μας πάνω απ΄τ΄αναμένα κάρβουνα.Την άλλη μέρα τρίβαμε με φακούρες τα δαχτυλάκια των ποδιών μας για ν΄ανακουφιστούμε απ΄τη φαγούρα.
Μυαλό δε βάζαμε ,το ίδιο βράδυ πάλι τα πόδια στα κάρβουνα.
Οι χιονίστρες ήταν το μόνιμο χειμωνιάτικο βάσανό μας.
Μέχρι τη  Δευτέρα Δημοτικού η αδερφή μου δε ξεκόλλησε από δίπλα μου.Μαζί μου στο Ωδείο όπου κάλυπτα το κοριτσίστικο απωθημένο της μαμάς μαθαίνοντας βιολί,
μαζί μου στο δωμάτιο όταν μελετούσα, να γράφει κι΄εκείνη σκυμμένη δίπλα μου τα μαθήματά της γιατί όσες φορές δοκίμασε να διαβάσει στο ίδιο δωμάτιο με το μικρό μου αδερφό, ερχόταν η συντέλεια του κόσμου.Δεν άφηνε ο ένας τον άλλο σε χλωρό κλαρί.
Από΄κει κι΄ύστερα την κέρδισε η αγοροπαρέα της γειτονιάς.Με το που τέλειωναν τα διαβάσματα τους ,πλάκωνε η μαρίδα για ποδόσφαιρο.Ο Ατζαμής,ο Νίκος,ο Τάσος,ο Αντρέας,  πηδάγανε το μαντρότοιχο και προσγειωνόντουσαν  στο αποψιλωμένο ήδη από τα φαρμακερά σουτ κομμάτι του χωραφιού μας.Ο Ζαμόρα ήταν ο τερματοφύλακας-αστέρι της εποχής κι΄η πιτσιρικαρία φιλοδοξούσε να του μοιάσει.Εκεί να δεις γδαρμένους αγκώνες ,ματωμένα γόνατα κι΄ανοιγμένα κεφάλια απ΄τα πλονζόν.Η αδερφή μου ξελογιάστηκε απ΄τις φωνές και τα χαχανητά και ήρθε η στιγμή που εντάχθηκε κι΄αυτή στην ομάδα.Την κέρδισαν αυτοί τη έχασα εγώ.΄Ετσι κι
αλλιώς τέλειωνα πια το Γυμνάσιο και τα ενδιαφέροντά μου είχαν από καιρό στραφεί και σε άλλους τομείς πέρα απ΄τα μαθήματα.Τί να πω πια με την αδελφούλα μου.Υποθέτω πως και κείνη δε θάβρισκε πια κανένα ενδιαφέρον σε μένα,τη μεγάλη αδερφή που άρχισε να μοιάζει πιο πολύ με τη μαμά παρά με κείνη.΄Ετσι «κόλλησε» με τα δυο αγόρια και κυρίως με το μικρότερο αδερφό μου που από τότε που κατάλαβε τον κόσμο τον έβλεπε σαν τ΄άλλο της μισό.





-

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ -ΕΚΔ.ΜΕΛΙΧΡΥΣΟΣ 2010 /ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ




Δημήτρης

Η ώρα δέκα,η βροχή που λίγο πριν φάνηκε να σταματά,ξανάρχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση από πριν.Η θάλασσα φουσκωμένη κι΄αγριεμένη,χτυπούσε αφρίζοντας το χαμηλό τοιχάκι της προκυμαίας.Ο ουρανός,μαυρισμένος.Το πήρε απόφαση.Βγήκε τρέχοντας απ΄το μπαρ και χώθηκε στ΄αυτοκίνητο βρίζοντας θεούς και δαίμονες.Φτάνοντας στο εργοτάξιο,έδιωξε όσους εργάτες είχαν μείνει να τον περιμένουν κι΄αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.Μέσα στ΄αυτοκίνητο,θυμήθηκε την υπόσχεση στη γυναίκα του.-Θα σε ξαναπάρω,είχε πει στη Φανή.-Καλύτερα έτσι.
Δεν θα την έπαιρνε-γιατί  να την  πάρει;Για να της δώσει τον χρόνο να μαζέψει τα
μπόσικα;Απροειδοποίητα θα γύριζε.Φάντης μπαστούνι!Μπορεί να τη τσάκωνε με το τηλέφωνο στο χέρι.Δεν του τόβγαζε κανένας απ΄το μυαλό ότι εκείνη η φιλενάδα
της ,η Ματίνα,όλο και θα την έπαιρνε τις ώρες που εκείνος έλειπε.Θα τα λέγανε οι δυο τους.Η δικιά του,θα της ξέρναγε τα παράπονά της.Η Ματίνα ήξερε-έκοβε το κεφάλι του πως ήξερε.
Το καταλάβαινε απ΄τον τρόπο της,κάθε φορά που τη συναντούσε στο δρόμο γιατί στο σπίτι δεν τολμούσε να πατήσει .Το μπασμένο!!-Γεια σου Δημήτρη,τι κάνει η Φανούλα; Είναι καλά;Χαιρετίσματα να της πεις..-΄Ολ΄αυτά με νόημα.Σαν να τον ρωτούσε –«ζει ακόμα ή την ξαπόστειλες;»Η πρωϊνή υπόσχεση στον εαυτό του,θάμπωσε.Ξεχάστηκε.Ο θυμός ,ξεπήδησε μέσα του,ορμητικός, σαν πυρακτωμένη λάβα ,απλώθηκε κι΄έθαψε τις καλές του προθέσεις.-Αν την  πιάσω να τηλεφωνεί,θα τη τσακίσω την άτιμη!.Δε θα με ξεμπροστιάζει εμένα η Φανούλα στην  κάθε Ματίνα.Το θηρίο είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του,παράλογο, ορεξάτο,
τρίζοντας τα δόντια του.
Παρκάροντας τ΄αμάξι,πρόσεξε τα κλειστά παραθυρόφυλλα.Τί διάολο!΄Εντεκα η ώρα ,κοιμούνται ακόμα;.Και καλά η Φανή,στα χάλια που ήταν .Το παιδί όμως;
Δε μπορεί να κοιμάται κι΄η μικρή.Κι΄αν η μικρή είναι ξύπνια,αποκλείεται η Φανή νάχει πέσει στον ύπνο.΄Εκλεισε μαλακά την πόρτα του αυτοκινήτου και πήγε προς το σπίτι προβληματισμένος.Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε στο χωλ
 ακροπατώντας.Απόλυτη ησυχία.Νέκρα.Πήγε στην κουζίνα.΄Αδεια.΄Αδειες κι΄οι δυο κρεβατοκάμαρες.-Φανή;Αθηνά; Φώναξε, σιγά στην αρχή,πιο δυνατά μετά.Καμμιά απάντηση.Πού στο διάολο πήγανε-αφού της είπα ότι θα γυρίσω σπίτι.Ξαναβγήκε στο χωλ και στάθηκε μπροστά στην κρεμάστρα.Τα μπουφάν τους λείπανε.Είχε βγει με τη μικρή-να πάει πού;Αυτή με το ζόρι έβγαινε απ΄το σπίτι ακόμα και με καλό καιρό.Βγήκε σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Και στα χάλια που ήταν;Να πάει πού;
Στεκόταν σαστισμένος,προσπαθώντας να κάνει το μυαλό του να πάρει μπρος.
«Στη μάνα μου θα πήγε,πού αλλού.»-Σήκωσε το τηλέφωνο.΄Όχι! Η Αναστασία είχε να μιλήσει στη νύφη της τρεις μέρες.Ιδέα δεν είχε.
 «Στη μάνα της τότε.»- «Θέλω να πάω,δυο μέρες να τη δω» του είχε πει χτες και τον είχε φέρει εκτός εαυτού.Μαύρη την είχε κάνει αλλά φαίνεται πως το χτεσινό δεν της έβαλε μυαλό.Αυτή η γυναίκα είχε βαλθεί να τον στείλει στα σίδερα.
Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.Η Κασσιανή,έπεσε απ΄τα σύννεφα.-«Δυο μήνες έχουμε να τη δούμε.Θαρχόταν σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Μήπως βγήκε για τίποτα ψώνια Δημήτρη μου;»Δεν την πίστεψε.Σιγά μην του τόλεγε η παλιόγρια αν ήταν εκεί η κόρη της.Κλείδωσε το σπίτι και ξαναμπήκε στ΄αυτοκίνητο.Η Κασσιανή του άνοιξε τρομοκρατημένη.Ο Δημήτρης όρμησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και πήρε σβάρνα το σπίτι. «Πού την κρύβεις;» της φώναξε «πού την  κρύβεις την προκομένη σου;» ΄Ανοιξε τα δωμάτια ένα-ένα.΄Ανοιξε ντουλάπες,έψαξε κάθε γωνιά του σπιτιού.Η Κασσιανή τον ακολουθούσε αποσβολωμένη.Τί έγινε με την κόρη της  και την έψαχνε αυτός ο λυσσασμένος με τέτοια μανία;
-Δεν είν΄εδώ γιε μου,στο είπα.Τί συνέβη Δημήτρη μου,έπαθε τίποτα το κορίτσι μου;
Πού είναι-γιατί τη ψάχνεις παιδί μου;
΄Οπως την άκουγε να μυξοκλαίει,του ήρθε η ιδέα.
-Πού είναι ο κυρ-Μανώλης;
-Στο καφενείο γιε μου.
-Αυτός την πήρε έτσι; Αυτός τη ξεκουβάλησε για να την κρύψει! Με γράψατε όλοι σας κανονικά,έτσι;Να παρακαλάς να μην πέσει στα χέρια μου.Τα χτεσινά πες της.δεν  ήταν τίποτα μπροστά σ΄αυτά που έχει να πάθει.Να με περιμένει της είπα κι΄αυτή μ΄έγραψε και ξεπόρτισε.Η ξεμυαλισμένη!!!
-Παραλογίζεσαι  γιέ μου.Γύρνα σπίτι-εκεί θάναι η Φανή,ηρέμησε.
΄Εφυγε σαν σίφουνας,βρίζοντας χυδαία,την εξαφανισμένη γυναίκα του..Ξαναγύρισε στο σπίτι.΄Αδειο!-Πού πήγε,αναρωτήθηκε με το μυαλό θολωμένο..Γιατί δε γύρισε ακόμα;Γιατί…
Το συνειδητοποίησε ξαφνικά: «Γιατί έφυγε ,ρε ηλίθιε!Στην έκανε!»


Η Κασσιανή ,έκλεισε την  πόρτα πίσω απ΄το Δημήτρη κι΄έμεινε με τα μάτια στο κενό.
Λες; -αναρωτήθηκε.Λες να πήρε τους δρόμους;Τα χτεσινά δε θάναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που θα πάθει ,αν πέσει στα χέρια μου,της είχε πει ο γαμπρός της.Ποιος ξέρει
τι θα τράβηξε το φουκαριάρικο απ΄αυτό τον αλήτη.Λες να το πήρε απόφαση;Να πήρε
το παιδί και νάγινε μπουχός;Μακάρι Παναγία μου!Μακάρι νάχε βρει το κουράγιο
ν΄ανοίξει την πόρτα και να τον παρατήσει.Να γλυτώσει!Καλύτερα στους πέντε δρόμους,παρά κοντά σ΄αυτό το ανήμερο θηρίο.Σιγά –σιγά η βεβαιότητα θέριεψε και ρίζωσε μέσα της.΄Εφυγε! Αν είχε πάει κάπου κοντά,θάχε πάρει τον άντρα της να του το πει-αλλιώς ήξερε τι θα την περίμενε.΄Εφυγε!Για να την ψάχνει αυτός ο εξαποδώ,
πήρε το παιδί και των ομματιών της κι΄έφυγε.
Τηλεφώνησε στο καφενείο.Σήκωσε το τηλέφωνο ο καπετάν-Σέρρος. «Πες του Μανώλη,νάρθει σπίτι,του είπε.Γρήγορα!!»
Τον περίμενε με τη ψυχή στο στόμα,στην πόρτα της κουζίνας.Πριν προλάβει να τη ρωτήσει,του το ξεφώνισε.
-΄Εφυγε,Μανώλη μου!! Η Φανή πήρε το παιδί και λάκισε!!
΄Εμεινε άγαλμα ο ηλικιωμένος άντρας.
Τι΄ναι αυτά που λες ,γυναίκα;Πώς έφυγε δηλαδή-να πάει πού;
-΄Ηρθε αυτός ο αφορεσμένος και την έψαχνε.Παντού την έψαξε-δεν τη βρήκε.Θα χανόταν η Φανή ,έτσι,στα καλά του καθουμένου;΄Εφυγε σου λέω!!΄Εφυγε να γλυτώσει.
Ο κυρ-Μανώλης,προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του.΄Εξυσε το κεφάλι του
όπως συνήθιζε,όταν ήθελε να οργανώσει τη σκέψη του:
-Πάρε τηλέφωνο τη Ματίνα,τη φιλενάδα της.Αυτή κάτι μπορεί να ξέρει.
Η Ματίνα ,έμεινε σύξυλη με το νέο. «΄Όχι,δεν ήξερε τίποτε αλλά αν η Φανούλα τ΄αποφάσισε και τον παράτησε τον αλήτη,μπράβο της!!Καιρός ήταν!!»
-Πάρε τη Λένια,Κασσιανή.Αφού δε ξέρει η Ματίνα,θα ξέρει αυτή.Θα της τηλεφώνησε.Αδερφή της είναι.Αν πήρε τέτοια απόφαση η Φανή,κάποιον θα ειδοποίησε.΄Ετσι πήρε τους δρόμους,στα τυφλά,μ΄ένα μωρο στην αγκαλιά;Δεν μπορεί!!
Η Λένια δεν απαντούσε.Για μια ώρα και βάλε,η Κασσιανή καλούσε κάθε τόσο τον αριθμό της μεγάλης κόρης της κι΄απάντηση δεν έπαιρνε.
-Δεν το σηκώνει,θα λείπει, είπε στον άντρα της.-Τι θα κάνουμε Μανώλη μου;-Εκείνος,σκούπισε με την παλάμη τον ιδρώτα στο μέτωπό του κι΄έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι της κουζίνας,αποκαρδιωμένος. -«Φωτιά στα μπατζάκια μας»,βόγγηξε.

Δημήτρης

Η ώρα δέκα,η βροχή που λίγο πριν φάνηκε να σταματά,ξανάρχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση από πριν.Η θάλασσα φουσκωμένη κι΄αγριεμένη,χτυπούσε αφρίζοντας το χαμηλό τοιχάκι της προκυμαίας.Ο ουρανός,μαυρισμένος.Το πήρε απόφαση.Βγήκε τρέχοντας απ΄το μπαρ και χώθηκε στ΄αυτοκίνητο βρίζοντας θεούς και δαίμονες.Φτάνοντας στο εργοτάξιο,έδιωξε όσους εργάτες είχαν μείνει να τον περιμένουν κι΄αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.Μέσα στ΄αυτοκίνητο,θυμήθηκε την υπόσχεση στη γυναίκα του.-Θα σε ξαναπάρω,είχε πει στη Φανή.-Καλύτερα έτσι.
Δεν θα την έπαιρνε-γιατί  να την  πάρει;Για να της δώσει τον χρόνο να μαζέψει τα
μπόσικα;Απροειδοποίητα θα γύριζε.Φάντης μπαστούνι!Μπορεί να τη τσάκωνε με το τηλέφωνο στο χέρι.Δεν του τόβγαζε κανένας απ΄το μυαλό ότι εκείνη η φιλενάδα
της ,η Ματίνα,όλο και θα την έπαιρνε τις ώρες που εκείνος έλειπε.Θα τα λέγανε οι δυο τους.Η δικιά του,θα της ξέρναγε τα παράπονά της.Η Ματίνα ήξερε-έκοβε το κεφάλι του πως ήξερε.
Το καταλάβαινε απ΄τον τρόπο της,κάθε φορά που τη συναντούσε στο δρόμο γιατί στο σπίτι δεν τολμούσε να πατήσει .Το μπασμένο!!-Γεια σου Δημήτρη,τι κάνει η Φανούλα; Είναι καλά;Χαιρετίσματα να της πεις..-΄Ολ΄αυτά με νόημα.Σαν να τον ρωτούσε –«ζει ακόμα ή την ξαπόστειλες;»Η πρωϊνή υπόσχεση στον εαυτό του,θάμπωσε.Ξεχάστηκε.Ο θυμός ,ξεπήδησε μέσα του,ορμητικός, σαν πυρακτωμένη λάβα ,απλώθηκε κι΄έθαψε τις καλές του προθέσεις.-Αν την  πιάσω να τηλεφωνεί,θα τη τσακίσω την άτιμη!.Δε θα με ξεμπροστιάζει εμένα η Φανούλα στην  κάθε Ματίνα.Το θηρίο είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του,παράλογο, ορεξάτο,
τρίζοντας τα δόντια του.
Παρκάροντας τ΄αμάξι,πρόσεξε τα κλειστά παραθυρόφυλλα.Τί διάολο!΄Εντεκα η ώρα ,κοιμούνται ακόμα;.Και καλά η Φανή,στα χάλια που ήταν .Το παιδί όμως;
Δε μπορεί να κοιμάται κι΄η μικρή.Κι΄αν η μικρή είναι ξύπνια,αποκλείεται η Φανή νάχει πέσει στον ύπνο.΄Εκλεισε μαλακά την πόρτα του αυτοκινήτου και πήγε προς το σπίτι προβληματισμένος.Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε στο χωλ
 ακροπατώντας.Απόλυτη ησυχία.Νέκρα.Πήγε στην κουζίνα.΄Αδεια.΄Αδειες κι΄οι δυο κρεβατοκάμαρες.-Φανή;Αθηνά; Φώναξε, σιγά στην αρχή,πιο δυνατά μετά.Καμμιά απάντηση.Πού στο διάολο πήγανε-αφού της είπα ότι θα γυρίσω σπίτι.Ξαναβγήκε στο χωλ και στάθηκε μπροστά στην κρεμάστρα.Τα μπουφάν τους λείπανε.Είχε βγει με τη μικρή-να πάει πού;Αυτή με το ζόρι έβγαινε απ΄το σπίτι ακόμα και με καλό καιρό.Βγήκε σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Και στα χάλια που ήταν;Να πάει πού;
Στεκόταν σαστισμένος,προσπαθώντας να κάνει το μυαλό του να πάρει μπρος.
«Στη μάνα μου θα πήγε,πού αλλού.»-Σήκωσε το τηλέφωνο.΄Όχι! Η Αναστασία είχε να μιλήσει στη νύφη της τρεις μέρες.Ιδέα δεν είχε.
 «Στη μάνα της τότε.»- «Θέλω να πάω,δυο μέρες να τη δω» του είχε πει χτες και τον είχε φέρει εκτός εαυτού.Μαύρη την είχε κάνει αλλά φαίνεται πως το χτεσινό δεν της έβαλε μυαλό.Αυτή η γυναίκα είχε βαλθεί να τον στείλει στα σίδερα.
Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.Η Κασσιανή,έπεσε απ΄τα σύννεφα.-«Δυο μήνες έχουμε να τη δούμε.Θαρχόταν σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Μήπως βγήκε για τίποτα ψώνια Δημήτρη μου;»Δεν την πίστεψε.Σιγά μην του τόλεγε η παλιόγρια αν ήταν εκεί η κόρη της.Κλείδωσε το σπίτι και ξαναμπήκε στ΄αυτοκίνητο.Η Κασσιανή του άνοιξε τρομοκρατημένη.Ο Δημήτρης όρμησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και πήρε σβάρνα το σπίτι. «Πού την κρύβεις;» της φώναξε «πού την  κρύβεις την προκομένη σου;» ΄Ανοιξε τα δωμάτια ένα-ένα.΄Ανοιξε ντουλάπες,έψαξε κάθε γωνιά του σπιτιού.Η Κασσιανή τον ακολουθούσε αποσβολωμένη.Τί έγινε με την κόρη της  και την έψαχνε αυτός ο λυσσασμένος με τέτοια μανία;
-Δεν είν΄εδώ γιε μου,στο είπα.Τί συνέβη Δημήτρη μου,έπαθε τίποτα το κορίτσι μου;
Πού είναι-γιατί τη ψάχνεις παιδί μου;
΄Οπως την άκουγε να μυξοκλαίει,του ήρθε η ιδέα.
-Πού είναι ο κυρ-Μανώλης;
-Στο καφενείο γιε μου.
-Αυτός την πήρε έτσι; Αυτός τη ξεκουβάλησε για να την κρύψει! Με γράψατε όλοι σας κανονικά,έτσι;Να παρακαλάς να μην πέσει στα χέρια μου.Τα χτεσινά πες της.δεν  ήταν τίποτα μπροστά σ΄αυτά που έχει να πάθει.Να με περιμένει της είπα κι΄αυτή μ΄έγραψε και ξεπόρτισε.Η ξεμυαλισμένη!!!
-Παραλογίζεσαι  γιέ μου.Γύρνα σπίτι-εκεί θάναι η Φανή,ηρέμησε.
΄Εφυγε σαν σίφουνας,βρίζοντας χυδαία,την εξαφανισμένη γυναίκα του..Ξαναγύρισε στο σπίτι.΄Αδειο!-Πού πήγε,αναρωτήθηκε με το μυαλό θολωμένο..Γιατί δε γύρισε ακόμα;Γιατί…
Το συνειδητοποίησε ξαφνικά: «Γιατί έφυγε ,ρε ηλίθιε!Στην έκανε!»


Η Κασσιανή ,έκλεισε την  πόρτα πίσω απ΄το Δημήτρη κι΄έμεινε με τα μάτια στο κενό.
Λες; -αναρωτήθηκε.Λες να πήρε τους δρόμους;Τα χτεσινά δε θάναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που θα πάθει ,αν πέσει στα χέρια μου,της είχε πει ο γαμπρός της.Ποιος ξέρει
τι θα τράβηξε το φουκαριάρικο απ΄αυτό τον αλήτη.Λες να το πήρε απόφαση;Να πήρε
το παιδί και νάγινε μπουχός;Μακάρι Παναγία μου!Μακάρι νάχε βρει το κουράγιο
ν΄ανοίξει την πόρτα και να τον παρατήσει.Να γλυτώσει!Καλύτερα στους πέντε δρόμους,παρά κοντά σ΄αυτό το ανήμερο θηρίο.Σιγά –σιγά η βεβαιότητα θέριεψε και ρίζωσε μέσα της.΄Εφυγε! Αν είχε πάει κάπου κοντά,θάχε πάρει τον άντρα της να του το πει-αλλιώς ήξερε τι θα την περίμενε.΄Εφυγε!Για να την ψάχνει αυτός ο εξαποδώ,
πήρε το παιδί και των ομματιών της κι΄έφυγε.
Τηλεφώνησε στο καφενείο.Σήκωσε το τηλέφωνο ο καπετάν-Σέρρος. «Πες του Μανώλη,νάρθει σπίτι,του είπε.Γρήγορα!!»
Τον περίμενε με τη ψυχή στο στόμα,στην πόρτα της κουζίνας.Πριν προλάβει να τη ρωτήσει,του το ξεφώνισε.
-΄Εφυγε,Μανώλη μου!! Η Φανή πήρε το παιδί και λάκισε!!
΄Εμεινε άγαλμα ο ηλικιωμένος άντρας.
Τι΄ναι αυτά που λες ,γυναίκα;Πώς έφυγε δηλαδή-να πάει πού;
-΄Ηρθε αυτός ο αφορεσμένος και την έψαχνε.Παντού την έψαξε-δεν τη βρήκε.Θα χανόταν η Φανή ,έτσι,στα καλά του καθουμένου;΄Εφυγε σου λέω!!΄Εφυγε να γλυτώσει.
Ο κυρ-Μανώλης,προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του.΄Εξυσε το κεφάλι του
όπως συνήθιζε,όταν ήθελε να οργανώσει τη σκέψη του:
-Πάρε τηλέφωνο τη Ματίνα,τη φιλενάδα της.Αυτή κάτι μπορεί να ξέρει.
Η Ματίνα ,έμεινε σύξυλη με το νέο. «΄Όχι,δεν ήξερε τίποτε αλλά αν η Φανούλα τ΄αποφάσισε και τον παράτησε τον αλήτη,μπράβο της!!Καιρός ήταν!!»
-Πάρε τη Λένια,Κασσιανή.Αφού δε ξέρει η Ματίνα,θα ξέρει αυτή.Θα της τηλεφώνησε.Αδερφή της είναι.Αν πήρε τέτοια απόφαση η Φανή,κάποιον θα ειδοποίησε.΄Ετσι πήρε τους δρόμους,στα τυφλά,μ΄ένα μωρο στην αγκαλιά;Δεν μπορεί!!
Η Λένια δεν απαντούσε.Για μια ώρα και βάλε,η Κασσιανή καλούσε κάθε τόσο τον αριθμό της μεγάλης κόρης της κι΄απάντηση δεν έπαιρνε.
-Δεν το σηκώνει,θα λείπει, είπε στον άντρα της.-Τι θα κάνουμε Μανώλη μου;-Εκείνος,σκούπισε με την παλάμη τον ιδρώτα στο μέτωπό του κι΄έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι της κουζίνας,αποκαρδιωμένος. -«Φωτιά στα μπατζάκια μας»,βόγγηξε.

Δημήτρης

Η ώρα δέκα,η βροχή που λίγο πριν φάνηκε να σταματά,ξανάρχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση από πριν.Η θάλασσα φουσκωμένη κι΄αγριεμένη,χτυπούσε αφρίζοντας το χαμηλό τοιχάκι της προκυμαίας.Ο ουρανός,μαυρισμένος.Το πήρε απόφαση.Βγήκε τρέχοντας απ΄το μπαρ και χώθηκε στ΄αυτοκίνητο βρίζοντας θεούς και δαίμονες.Φτάνοντας στο εργοτάξιο,έδιωξε όσους εργάτες είχαν μείνει να τον περιμένουν κι΄αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.Μέσα στ΄αυτοκίνητο,θυμήθηκε την υπόσχεση στη γυναίκα του.-Θα σε ξαναπάρω,είχε πει στη Φανή.-Καλύτερα έτσι.
Δεν θα την έπαιρνε-γιατί  να την  πάρει;Για να της δώσει τον χρόνο να μαζέψει τα
μπόσικα;Απροειδοποίητα θα γύριζε.Φάντης μπαστούνι!Μπορεί να τη τσάκωνε με το τηλέφωνο στο χέρι.Δεν του τόβγαζε κανένας απ΄το μυαλό ότι εκείνη η φιλενάδα
της ,η Ματίνα,όλο και θα την έπαιρνε τις ώρες που εκείνος έλειπε.Θα τα λέγανε οι δυο τους.Η δικιά του,θα της ξέρναγε τα παράπονά της.Η Ματίνα ήξερε-έκοβε το κεφάλι του πως ήξερε.
Το καταλάβαινε απ΄τον τρόπο της,κάθε φορά που τη συναντούσε στο δρόμο γιατί στο σπίτι δεν τολμούσε να πατήσει .Το μπασμένο!!-Γεια σου Δημήτρη,τι κάνει η Φανούλα; Είναι καλά;Χαιρετίσματα να της πεις..-΄Ολ΄αυτά με νόημα.Σαν να τον ρωτούσε –«ζει ακόμα ή την ξαπόστειλες;»Η πρωϊνή υπόσχεση στον εαυτό του,θάμπωσε.Ξεχάστηκε.Ο θυμός ,ξεπήδησε μέσα του,ορμητικός, σαν πυρακτωμένη λάβα ,απλώθηκε κι΄έθαψε τις καλές του προθέσεις.-Αν την  πιάσω να τηλεφωνεί,θα τη τσακίσω την άτιμη!.Δε θα με ξεμπροστιάζει εμένα η Φανούλα στην  κάθε Ματίνα.Το θηρίο είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του,παράλογο, ορεξάτο,
τρίζοντας τα δόντια του.
Παρκάροντας τ΄αμάξι,πρόσεξε τα κλειστά παραθυρόφυλλα.Τί διάολο!΄Εντεκα η ώρα ,κοιμούνται ακόμα;.Και καλά η Φανή,στα χάλια που ήταν .Το παιδί όμως;
Δε μπορεί να κοιμάται κι΄η μικρή.Κι΄αν η μικρή είναι ξύπνια,αποκλείεται η Φανή νάχει πέσει στον ύπνο.΄Εκλεισε μαλακά την πόρτα του αυτοκινήτου και πήγε προς το σπίτι προβληματισμένος.Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε στο χωλ
 ακροπατώντας.Απόλυτη ησυχία.Νέκρα.Πήγε στην κουζίνα.΄Αδεια.΄Αδειες κι΄οι δυο κρεβατοκάμαρες.-Φανή;Αθηνά; Φώναξε, σιγά στην αρχή,πιο δυνατά μετά.Καμμιά απάντηση.Πού στο διάολο πήγανε-αφού της είπα ότι θα γυρίσω σπίτι.Ξαναβγήκε στο χωλ και στάθηκε μπροστά στην κρεμάστρα.Τα μπουφάν τους λείπανε.Είχε βγει με τη μικρή-να πάει πού;Αυτή με το ζόρι έβγαινε απ΄το σπίτι ακόμα και με καλό καιρό.Βγήκε σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Και στα χάλια που ήταν;Να πάει πού;
Στεκόταν σαστισμένος,προσπαθώντας να κάνει το μυαλό του να πάρει μπρος.
«Στη μάνα μου θα πήγε,πού αλλού.»-Σήκωσε το τηλέφωνο.΄Όχι! Η Αναστασία είχε να μιλήσει στη νύφη της τρεις μέρες.Ιδέα δεν είχε.
 «Στη μάνα της τότε.»- «Θέλω να πάω,δυο μέρες να τη δω» του είχε πει χτες και τον είχε φέρει εκτός εαυτού.Μαύρη την είχε κάνει αλλά φαίνεται πως το χτεσινό δεν της έβαλε μυαλό.Αυτή η γυναίκα είχε βαλθεί να τον στείλει στα σίδερα.
Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.Η Κασσιανή,έπεσε απ΄τα σύννεφα.-«Δυο μήνες έχουμε να τη δούμε.Θαρχόταν σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Μήπως βγήκε για τίποτα ψώνια Δημήτρη μου;»Δεν την πίστεψε.Σιγά μην του τόλεγε η παλιόγρια αν ήταν εκεί η κόρη της.Κλείδωσε το σπίτι και ξαναμπήκε στ΄αυτοκίνητο.Η Κασσιανή του άνοιξε τρομοκρατημένη.Ο Δημήτρης όρμησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και πήρε σβάρνα το σπίτι. «Πού την κρύβεις;» της φώναξε «πού την  κρύβεις την προκομένη σου;» ΄Ανοιξε τα δωμάτια ένα-ένα.΄Ανοιξε ντουλάπες,έψαξε κάθε γωνιά του σπιτιού.Η Κασσιανή τον ακολουθούσε αποσβολωμένη.Τί έγινε με την κόρη της  και την έψαχνε αυτός ο λυσσασμένος με τέτοια μανία;
-Δεν είν΄εδώ γιε μου,στο είπα.Τί συνέβη Δημήτρη μου,έπαθε τίποτα το κορίτσι μου;
Πού είναι-γιατί τη ψάχνεις παιδί μου;
΄Οπως την άκουγε να μυξοκλαίει,του ήρθε η ιδέα.
-Πού είναι ο κυρ-Μανώλης;
-Στο καφενείο γιε μου.
-Αυτός την πήρε έτσι; Αυτός τη ξεκουβάλησε για να την κρύψει! Με γράψατε όλοι σας κανονικά,έτσι;Να παρακαλάς να μην πέσει στα χέρια μου.Τα χτεσινά πες της.δεν  ήταν τίποτα μπροστά σ΄αυτά που έχει να πάθει.Να με περιμένει της είπα κι΄αυτή μ΄έγραψε και ξεπόρτισε.Η ξεμυαλισμένη!!!
-Παραλογίζεσαι  γιέ μου.Γύρνα σπίτι-εκεί θάναι η Φανή,ηρέμησε.
΄Εφυγε σαν σίφουνας,βρίζοντας χυδαία,την εξαφανισμένη γυναίκα του..Ξαναγύρισε στο σπίτι.΄Αδειο!-Πού πήγε,αναρωτήθηκε με το μυαλό θολωμένο..Γιατί δε γύρισε ακόμα;Γιατί…
Το συνειδητοποίησε ξαφνικά: «Γιατί έφυγε ,ρε ηλίθιε!Στην έκανε!»


Η Κασσιανή ,έκλεισε την  πόρτα πίσω απ΄το Δημήτρη κι΄έμεινε με τα μάτια στο κενό.
Λες; -αναρωτήθηκε.Λες να πήρε τους δρόμους;Τα χτεσινά δε θάναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που θα πάθει ,αν πέσει στα χέρια μου,της είχε πει ο γαμπρός της.Ποιος ξέρει
τι θα τράβηξε το φουκαριάρικο απ΄αυτό τον αλήτη.Λες να το πήρε απόφαση;Να πήρε
το παιδί και νάγινε μπουχός;Μακάρι Παναγία μου!Μακάρι νάχε βρει το κουράγιο
ν΄ανοίξει την πόρτα και να τον παρατήσει.Να γλυτώσει!Καλύτερα στους πέντε δρόμους,παρά κοντά σ΄αυτό το ανήμερο θηρίο.Σιγά –σιγά η βεβαιότητα θέριεψε και ρίζωσε μέσα της.΄Εφυγε! Αν είχε πάει κάπου κοντά,θάχε πάρει τον άντρα της να του το πει-αλλιώς ήξερε τι θα την περίμενε.΄Εφυγε!Για να την ψάχνει αυτός ο εξαποδώ,
πήρε το παιδί και των ομματιών της κι΄έφυγε.
Τηλεφώνησε στο καφενείο.Σήκωσε το τηλέφωνο ο καπετάν-Σέρρος. «Πες του Μανώλη,νάρθει σπίτι,του είπε.Γρήγορα!!»
Τον περίμενε με τη ψυχή στο στόμα,στην πόρτα της κουζίνας.Πριν προλάβει να τη ρωτήσει,του το ξεφώνισε.
-΄Εφυγε,Μανώλη μου!! Η Φανή πήρε το παιδί και λάκισε!!
΄Εμεινε άγαλμα ο ηλικιωμένος άντρας.
Τι΄ναι αυτά που λες ,γυναίκα;Πώς έφυγε δηλαδή-να πάει πού;
-΄Ηρθε αυτός ο αφορεσμένος και την έψαχνε.Παντού την έψαξε-δεν τη βρήκε.Θα χανόταν η Φανή ,έτσι,στα καλά του καθουμένου;΄Εφυγε σου λέω!!΄Εφυγε να γλυτώσει.
Ο κυρ-Μανώλης,προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του.΄Εξυσε το κεφάλι του
όπως συνήθιζε,όταν ήθελε να οργανώσει τη σκέψη του:
-Πάρε τηλέφωνο τη Ματίνα,τη φιλενάδα της.Αυτή κάτι μπορεί να ξέρει.
Η Ματίνα ,έμεινε σύξυλη με το νέο. «΄Όχι,δεν ήξερε τίποτε αλλά αν η Φανούλα τ΄αποφάσισε και τον παράτησε τον αλήτη,μπράβο της!!Καιρός ήταν!!»
-Πάρε τη Λένια,Κασσιανή.Αφού δε ξέρει η Ματίνα,θα ξέρει αυτή.Θα της τηλεφώνησε.Αδερφή της είναι.Αν πήρε τέτοια απόφαση η Φανή,κάποιον θα ειδοποίησε.΄Ετσι πήρε τους δρόμους,στα τυφλά,μ΄ένα μωρο στην αγκαλιά;Δεν μπορεί!!
Η Λένια δεν απαντούσε.Για μια ώρα και βάλε,η Κασσιανή καλούσε κάθε τόσο τον αριθμό της μεγάλης κόρης της κι΄απάντηση δεν έπαιρνε.
-Δεν το σηκώνει,θα λείπει, είπε στον άντρα της.-Τι θα κάνουμε Μανώλη μου;-Εκείνος,σκούπισε με την παλάμη τον ιδρώτα στο μέτωπό του κι΄έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι της κουζίνας,αποκαρδιωμένος. -«Φωτιά στα μπατζάκια μας»,βόγγηξε.

Δημήτρης

Η ώρα δέκα,η βροχή που λίγο πριν φάνηκε να σταματά,ξανάρχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση από πριν.Η θάλασσα φουσκωμένη κι΄αγριεμένη,χτυπούσε αφρίζοντας το χαμηλό τοιχάκι της προκυμαίας.Ο ουρανός,μαυρισμένος.Το πήρε απόφαση.Βγήκε τρέχοντας απ΄το μπαρ και χώθηκε στ΄αυτοκίνητο βρίζοντας θεούς και δαίμονες.Φτάνοντας στο εργοτάξιο,έδιωξε όσους εργάτες είχαν μείνει να τον περιμένουν κι΄αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.Μέσα στ΄αυτοκίνητο,θυμήθηκε την υπόσχεση στη γυναίκα του.-Θα σε ξαναπάρω,είχε πει στη Φανή.-Καλύτερα έτσι.
Δεν θα την έπαιρνε-γιατί  να την  πάρει;Για να της δώσει τον χρόνο να μαζέψει τα
μπόσικα;Απροειδοποίητα θα γύριζε.Φάντης μπαστούνι!Μπορεί να τη τσάκωνε με το τηλέφωνο στο χέρι.Δεν του τόβγαζε κανένας απ΄το μυαλό ότι εκείνη η φιλενάδα
της ,η Ματίνα,όλο και θα την έπαιρνε τις ώρες που εκείνος έλειπε.Θα τα λέγανε οι δυο τους.Η δικιά του,θα της ξέρναγε τα παράπονά της.Η Ματίνα ήξερε-έκοβε το κεφάλι του πως ήξερε.
Το καταλάβαινε απ΄τον τρόπο της,κάθε φορά που τη συναντούσε στο δρόμο γιατί στο σπίτι δεν τολμούσε να πατήσει .Το μπασμένο!!-Γεια σου Δημήτρη,τι κάνει η Φανούλα; Είναι καλά;Χαιρετίσματα να της πεις..-΄Ολ΄αυτά με νόημα.Σαν να τον ρωτούσε –«ζει ακόμα ή την ξαπόστειλες;»Η πρωϊνή υπόσχεση στον εαυτό του,θάμπωσε.Ξεχάστηκε.Ο θυμός ,ξεπήδησε μέσα του,ορμητικός, σαν πυρακτωμένη λάβα ,απλώθηκε κι΄έθαψε τις καλές του προθέσεις.-Αν την  πιάσω να τηλεφωνεί,θα τη τσακίσω την άτιμη!.Δε θα με ξεμπροστιάζει εμένα η Φανούλα στην  κάθε Ματίνα.Το θηρίο είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του,παράλογο, ορεξάτο,
τρίζοντας τα δόντια του.
Παρκάροντας τ΄αμάξι,πρόσεξε τα κλειστά παραθυρόφυλλα.Τί διάολο!΄Εντεκα η ώρα ,κοιμούνται ακόμα;.Και καλά η Φανή,στα χάλια που ήταν .Το παιδί όμως;
Δε μπορεί να κοιμάται κι΄η μικρή.Κι΄αν η μικρή είναι ξύπνια,αποκλείεται η Φανή νάχει πέσει στον ύπνο.΄Εκλεισε μαλακά την πόρτα του αυτοκινήτου και πήγε προς το σπίτι προβληματισμένος.Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε στο χωλ
 ακροπατώντας.Απόλυτη ησυχία.Νέκρα.Πήγε στην κουζίνα.΄Αδεια.΄Αδειες κι΄οι δυο κρεβατοκάμαρες.-Φανή;Αθηνά; Φώναξε, σιγά στην αρχή,πιο δυνατά μετά.Καμμιά απάντηση.Πού στο διάολο πήγανε-αφού της είπα ότι θα γυρίσω σπίτι.Ξαναβγήκε στο χωλ και στάθηκε μπροστά στην κρεμάστρα.Τα μπουφάν τους λείπανε.Είχε βγει με τη μικρή-να πάει πού;Αυτή με το ζόρι έβγαινε απ΄το σπίτι ακόμα και με καλό καιρό.Βγήκε σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Και στα χάλια που ήταν;Να πάει πού;
Στεκόταν σαστισμένος,προσπαθώντας να κάνει το μυαλό του να πάρει μπρος.
«Στη μάνα μου θα πήγε,πού αλλού.»-Σήκωσε το τηλέφωνο.΄Όχι! Η Αναστασία είχε να μιλήσει στη νύφη της τρεις μέρες.Ιδέα δεν είχε.
 «Στη μάνα της τότε.»- «Θέλω να πάω,δυο μέρες να τη δω» του είχε πει χτες και τον είχε φέρει εκτός εαυτού.Μαύρη την είχε κάνει αλλά φαίνεται πως το χτεσινό δεν της έβαλε μυαλό.Αυτή η γυναίκα είχε βαλθεί να τον στείλει στα σίδερα.
Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.Η Κασσιανή,έπεσε απ΄τα σύννεφα.-«Δυο μήνες έχουμε να τη δούμε.Θαρχόταν σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Μήπως βγήκε για τίποτα ψώνια Δημήτρη μου;»Δεν την πίστεψε.Σιγά μην του τόλεγε η παλιόγρια αν ήταν εκεί η κόρη της.Κλείδωσε το σπίτι και ξαναμπήκε στ΄αυτοκίνητο.Η Κασσιανή του άνοιξε τρομοκρατημένη.Ο Δημήτρης όρμησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και πήρε σβάρνα το σπίτι. «Πού την κρύβεις;» της φώναξε «πού την  κρύβεις την προκομένη σου;» ΄Ανοιξε τα δωμάτια ένα-ένα.΄Ανοιξε ντουλάπες,έψαξε κάθε γωνιά του σπιτιού.Η Κασσιανή τον ακολουθούσε αποσβολωμένη.Τί έγινε με την κόρη της  και την έψαχνε αυτός ο λυσσασμένος με τέτοια μανία;
-Δεν είν΄εδώ γιε μου,στο είπα.Τί συνέβη Δημήτρη μου,έπαθε τίποτα το κορίτσι μου;
Πού είναι-γιατί τη ψάχνεις παιδί μου;
΄Οπως την άκουγε να μυξοκλαίει,του ήρθε η ιδέα.
-Πού είναι ο κυρ-Μανώλης;
-Στο καφενείο γιε μου.
-Αυτός την πήρε έτσι; Αυτός τη ξεκουβάλησε για να την κρύψει! Με γράψατε όλοι σας κανονικά,έτσι;Να παρακαλάς να μην πέσει στα χέρια μου.Τα χτεσινά πες της.δεν  ήταν τίποτα μπροστά σ΄αυτά που έχει να πάθει.Να με περιμένει της είπα κι΄αυτή μ΄έγραψε και ξεπόρτισε.Η ξεμυαλισμένη!!!
-Παραλογίζεσαι  γιέ μου.Γύρνα σπίτι-εκεί θάναι η Φανή,ηρέμησε.
΄Εφυγε σαν σίφουνας,βρίζοντας χυδαία,την εξαφανισμένη γυναίκα του..Ξαναγύρισε στο σπίτι.΄Αδειο!-Πού πήγε,αναρωτήθηκε με το μυαλό θολωμένο..Γιατί δε γύρισε ακόμα;Γιατί…
Το συνειδητοποίησε ξαφνικά: «Γιατί έφυγε ,ρε ηλίθιε!Στην έκανε!»


Η Κασσιανή ,έκλεισε την  πόρτα πίσω απ΄το Δημήτρη κι΄έμεινε με τα μάτια στο κενό.
Λες; -αναρωτήθηκε.Λες να πήρε τους δρόμους;Τα χτεσινά δε θάναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που θα πάθει ,αν πέσει στα χέρια μου,της είχε πει ο γαμπρός της.Ποιος ξέρει
τι θα τράβηξε το φουκαριάρικο απ΄αυτό τον αλήτη.Λες να το πήρε απόφαση;Να πήρε
το παιδί και νάγινε μπουχός;Μακάρι Παναγία μου!Μακάρι νάχε βρει το κουράγιο
ν΄ανοίξει την πόρτα και να τον παρατήσει.Να γλυτώσει!Καλύτερα στους πέντε δρόμους,παρά κοντά σ΄αυτό το ανήμερο θηρίο.Σιγά –σιγά η βεβαιότητα θέριεψε και ρίζωσε μέσα της.΄Εφυγε! Αν είχε πάει κάπου κοντά,θάχε πάρει τον άντρα της να του το πει-αλλιώς ήξερε τι θα την περίμενε.΄Εφυγε!Για να την ψάχνει αυτός ο εξαποδώ,
πήρε το παιδί και των ομματιών της κι΄έφυγε.
Τηλεφώνησε στο καφενείο.Σήκωσε το τηλέφωνο ο καπετάν-Σέρρος. «Πες του Μανώλη,νάρθει σπίτι,του είπε.Γρήγορα!!»
Τον περίμενε με τη ψυχή στο στόμα,στην πόρτα της κουζίνας.Πριν προλάβει να τη ρωτήσει,του το ξεφώνισε.
-΄Εφυγε,Μανώλη μου!! Η Φανή πήρε το παιδί και λάκισε!!
΄Εμεινε άγαλμα ο ηλικιωμένος άντρας.
Τι΄ναι αυτά που λες ,γυναίκα;Πώς έφυγε δηλαδή-να πάει πού;
-΄Ηρθε αυτός ο αφορεσμένος και την έψαχνε.Παντού την έψαξε-δεν τη βρήκε.Θα χανόταν η Φανή ,έτσι,στα καλά του καθουμένου;΄Εφυγε σου λέω!!΄Εφυγε να γλυτώσει.
Ο κυρ-Μανώλης,προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του.΄Εξυσε το κεφάλι του
όπως συνήθιζε,όταν ήθελε να οργανώσει τη σκέψη του:
-Πάρε τηλέφωνο τη Ματίνα,τη φιλενάδα της.Αυτή κάτι μπορεί να ξέρει.
Η Ματίνα ,έμεινε σύξυλη με το νέο. «΄Όχι,δεν ήξερε τίποτε αλλά αν η Φανούλα τ΄αποφάσισε και τον παράτησε τον αλήτη,μπράβο της!!Καιρός ήταν!!»
-Πάρε τη Λένια,Κασσιανή.Αφού δε ξέρει η Ματίνα,θα ξέρει αυτή.Θα της τηλεφώνησε.Αδερφή της είναι.Αν πήρε τέτοια απόφαση η Φανή,κάποιον θα ειδοποίησε.΄Ετσι πήρε τους δρόμους,στα τυφλά,μ΄ένα μωρο στην αγκαλιά;Δεν μπορεί!!
Η Λένια δεν απαντούσε.Για μια ώρα και βάλε,η Κασσιανή καλούσε κάθε τόσο τον αριθμό της μεγάλης κόρης της κι΄απάντηση δεν έπαιρνε.
-Δεν το σηκώνει,θα λείπει, είπε στον άντρα της.-Τι θα κάνουμε Μανώλη μου;-Εκείνος,σκούπισε με την παλάμη τον ιδρώτα στο μέτωπό του κι΄έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι της κουζίνας,αποκαρδιωμένος. -«Φωτιά στα μπατζάκια μας»,βόγγηξε.


Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ -ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ
ΣΥΝΤΟΜΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ!

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ
 ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ
ΕΚΔ.ΜΕΛΙΧΡΥΣΟΣ 2010
Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ
ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ 2008


                                                      ΟΤΑΝ Η ΜΗΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ
                                                                 (Μια αληθινή ιστορία)
                                                      
                                                                    ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ
                                                                 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ
                                                                                2007

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΑΚΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ!


ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΑΚΙΑ ΤΗΣ  ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ!!
Δεξιά+Αριστερά!!

(Κείμενο από την εκπομπή μου ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ (ΑΛΦΑ 9,65) ,που βγήκε στον αέρα ζωντανά, στις 22 Ιουνίου 1990.Ανατρέξτε στην τότε,πολιτική επικαιρότητα !)

Είπα κι εγώ,σαν όλες τις καλές και προκομμένες νοικοκυρές,εργαζόμενες και μη,
να βάλω τέλος πάντων μια τάξη στο νοικοκυριό μου.
Καλοκαιράκι μπήκε για τα καλά και να σας πω την αλήθεια,τις δύο τελευταίες εβδομάδες,μ’έφαγε η μαύρη ζήλεια! Όποτε έκανα πως σκάω μύτη στο μπαλκόνι,
να,χαλιά να λιάζονται από’δω,να, μάλλινα φρεσκοπλυμένα να στεγνώνουν από’κει,
κουρτίνες απλωμένες στις ταράτσες ν’ ανεμίζουν σαν πανιά ιστιοφόρου,έμπα-έβγα η διπλανή,να τινάζει παπλώματα, ν’ αλλάζει χώμα στις ζαρντινιέρες,να πλένει βεράντες,
να βάφει κάγκελα κι έπιπλα φερ-φορζέ….Για στάσου,λέω…Τελικά,αλλάξαμε εποχή.
Φάγαμε και τον Ιούνιο. Κάτι πρέπει να κάνω κι εγώ. Μόνη μου ζω κι’ όπως θέλω το κουμαντάρω το καράβι αλλά κάποτε,πρέπει να βγάλω το χειμωνιάτικο πάπλωμα κάτω απ’ το φρέσκο καλοκαιρινό σεντόνι και να το φυλάξω στη ντουλάπα.Να μαζέ-
ψω κανένα δίσκο και κανένα βιβλίο απ΄τη μοκέτα,πούχω γίνει ακροβάτισσα για να
κυκλοφορήσω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! Ντροπή μου,δηλαδή!!

Το Σαββατοκύριακο λοιπόν που μας πέρασε,έστρωσα το προγραμματάκι μου.
Σάββατο πρωί,πάμε για μπάνιο.Γυρίζουμε μεσημεράκι,τρώμε,κοιμόμαστε κάνα δίωρο  και τ’ απόγευμα,μάζεμα όλα τα μάλλινα και πλυντήρια- ένα,δύο,τρία-όσα πάρει. ΄Οσο θα πλένει το πλυντήριο,θα μαζέψω δίσκους,βιβλία,τσάντες και παπούτσια χειμωνιάτικα. Μετά θ’ απλώσω και μετά…θ’ αράξω!
Μέχρι το μεσημέρι,το πρόγραμμα κύλησε ομαλά. Πήγα για μπάνιο,γύρισα,έφαγα και κοιμήθηκα…Θες ο ήλιος που με χτύπησε κατακέφαλα…θες η δροσούλα που έμπαινε απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα…-ξύπνησα στις εννιά το βράδυ. Ρόϊδο τά’κανες,με μάλωσε η συνείδησή μου. -Τι θα γίνει με τα μάλλινα; -Τώωωωρα;Τέτοια ώρα; Κι’ αύριο μέρα είναι!Γιατί,θα πέσει η ζάχαρη στο νερό; ΄Ααασε με, καημένη!!

Ξημέρωσε Κυριακή. ΄Αντε,λέω. Μπανάκι απαραιτήτως και τ’ απόγευμα δουλειά! Σήμερα δεν έχει κοπάνα γιατί θα μείνει απλήρωτο το γραμμάτιο για τ’ άλλο σαββα-
τοκύριακο! Ωραία! ΄Εκανα «τόκα το» με τον εαυτό μου,και πήγα για τη βουτιά στη
θαλασίτσα με ανάλαφρη καρδιά και ήσυχη συνείδηση.
Τ’ απόγευμα, ξύπνησα στις επτά!Τί φταίω’γω!Δουλεύω,έτσι;Κουράζομαι. Δεν θα γίνω και μηχανάκι επειδή έτσι το θέλει το alter ego μου!!Α!!!
Εντάξει,άσε τα μάλλινα-ν΄αρχίσουμε από τα ψιλά,τα ψιλολοϊδια δηλαδή. Πρώτα αυτά κι’ ύστερα τα πιο χοντρά!Η τάξη-τάξη αλλά δεν είπαμε να πέσουμε και με τα μούτρα.
Πρώτα-πρώτα,αποφάσισα να βάλω σε τάξη τα τζοβαίρια μου.Τί τζοβαίρια δηλαδή- μη λέμε κι’ ό,τι θέλουμε…Απ’ τη στιγμή που πρόλαβε και μου βούτηξε πρώτη το διαμάντι κοχινόρ,το Λιζάκι η Τέηλορ,τι περιμένετε να έχω εγώ από κοσμήματα;
Φαταούλας,αυτό το κορίτσι. Εγώ…ένα ζευγάρι σκουλαρικάκια αντίκες,με μπριγιαντάκια σαν ριζάκια,και δυο δαχτυλιδάκια. ΄Όλα τ’ άλλα, γιάλλινες χρωματιστές χάντρες και ανοξείδωτα μέταλλα!!!Αυτά όλα κι’ όλα. Τα δε σ κ ο υ λ α-
ρ ι κ ά κ ι α,έχουνε μεγάλη ιστορία!!Ήτανε της γιαγιάς μου της Σεβαστής- δώρο του παππού. Φερμένα απ’ τη Ρωσία. Μια σταλιά πραματάκια αλλά ήταν χειροποίητα κι’ από κόκκινο χρυσό,ρώσικο! Η γιαγιά μου δεν τάβγαζε απ’ τ’ αυτιά της, ούτε κι’ όταν λουζότανε γιατί, λέει,η ζεστή σαπουνάδα καθάριζε και γιάλιζε το χρυσάφι και τις πετρούλες.
Τέλος πάντων, όταν πέθανε η γιαγιάκα μου, η μαμά μου κι’ η θείτσα μου,η αδερφούλα της δηλαδή,βάλανε κάτω ό,τι είχε και δεν είχε και πολύ φιλότιμα,αρχίσανε τη μοιρασιά!Ένα σου-ένα μου!Ένα τραπεζομάντηλο με δαντέλα η Γιουλίτσα-αυτή ήταν η μαμά μου,ένα τραπεζομάντηλο με κοφτό ασπροκέντημα η Βικτωρίτσα-αυτή είναι η θείτσα μου. Μια μαξιλαροθήκη με κεντημένα πλακέ ασπρολούλουδα η μια, το ζευγάρι της η άλλη.Τη ξύλινη κουτάλα του χαλβά η μια, τη ξύλινη κουτάλα για τη μπεσαμέλ η άλλη. Φτάσανε και στα σκουλαρικάκια.΄Ένα σου-ένα μου κι’ εδώ! ΄Ένα σκουλαρίκι η Γιουλίτσα, ένα σκουλαρίκι η Βικτωρίτσα! Τέτοια εντιμότητα στη μοιρασιά! Πού να βρεθεί στις μέρες μας!!!

Για να είμαι ειλικρινής,το σκεπτικό αυτής της μοιρασιάς-του ένα σου ένα μου,ακόμα και στα σκουλαρίκια, δεν μπόρεσα να το κατανοήσω ποτέ. Χρόνια ολόκληρα,κάθε φορά που σκάλιζα το κουτί με τα λιγοστά χρυσαφικά της μανούλας μου,έπεφτα πάνω στο μοναχικό σκουλαρίκι. Και κάθε φορά,ο ίδιος διάλογος:
-Ωραίο σκουλαρίκι!
-Κομψοτέχνημα,παιδί μου!Αλλά τι να το κάνεις-ένα είναι!
-Η θεία δεν έχει το άλλο;
-Ναι,ναι!Κι’ αυτή,ένα έχει!
-Γιατί βρε κορίτσια; Από δυο αυτιά δεν είχατε; Δεν τά’παιρνε μια απ’ τις δυο,να πιάσουνε και τόπο;
-Α!Τα κρατήσαμε από ένα για ενθύμιο απ΄τη γιαγιά σου!
Τα κρατήσανε για ενθύμιο και για τριάντα χρόνια,ούτε για δανεικό δεν έδωσε η μια το σκουλαρίκι της στην άλλη!
Τριάντα χρόνια,τα φουκαριάρικα τα σκουλαρικάκια,μείνανε αποκομμένα το ένα απ’ τ΄άλλο, καταχωνιασμένα σε δυο διαφορετικά κουτιά,σε δυο διαφορετικά συρτάρια.Τριάντα χρόνια,δεν είδανε το φως του ήλιου. Ξέρανε πως είχανε ταίρι και ταίρι δεν βλέπανε. ΄Ωσπου,πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, μια μέρα που ξανασκάλιζα το κουτί με τα χρυσαφικά της μαμάς μου ,δεν κρατήθηκα.
-Καλέ μαμά,μου το δίνεις;
-Ένα σκουλαρίκι;΄Τι να το κάνεις;
-Τι σε νοιάζει!Μου το δίνεις;
-Μα είναι ενθύμιο απ΄τη γιαγιά σου!!
-Ε, τ’ όνομά της δεν έχω; Θα το κάνω δαχτυλίδι,να το φοράω,να το βλέπεις,να τη θυμόμαστε πιο καλά κι’ οι δυό μας.
Πριν προλάβει να μου πει όχι,το βούτηξα.
Την άλλη μέρα πάω στη θεία μου.
-Θείτσα μου, έχεις ένα σκουλαρίκι…
-Α, το ρώσικο της γιαγιάς σου λες…
-Αυτό !Μου το δίνεις;
-Μα είναι ε ν θ ύ μ ι ο!!
-Τι ενθύμιο θείτσα μου! Δυο φτωχά σκουλαρικάκια εκεί πέρα,τριάντα χρόνια χώρια!!Δεν τα λυπάστε;
-Μα ένα σκουλαρίκι!!Τί θα το κάνεις παιδάκι μου;
-Δαχτυλίδι!
-Και γιατί να μην το κάνω δαχτυλίδι εγώ; Καλή ιδέα είναι.
-Ε, τότε κράτα το σκουλαρίκι,να κρατήσω κι’ εγώ τη μοκέττα!
-Ποια μοκέτα;
-Την καινούρια που θα σου έστρωνα στο σαλόνι!
-Ααα! ΄Αμα είναι έτσι, πάρτο!
…Και βούτηξα και το δεύτερο!
Αμ΄δε, που τα έκανα δαχτυλίδια!!Τα γιάλισα,τα φρεσκάρισα,τρύπησα και τ’ αυτιά
μου και τα κρέμασα,οικογενειακά υπερήφανη που,επιτέλους,κατάφερα κι’ έσμιξα στ’ αυτάκια μου,τα ταλαιπωρημένα και για τριάντα ολόκληρα χρόνια αποξενωμένα ,σκουλαρικάκια της γιαγιάκας μου!Μια διαχωριστική γραμμή  τριάντα ετών, πήγε περίπατο!Δεν ήταν και λίγο-καθόλου λίγο θα έλεγα.
Τώρα βέβαια,αυτά τα σκουλαρίκια της γιαγιάς μου,παρουσιάζουν το εξής πρόβλημα:
Φαίνεται πως παρά το γεγονός ότι αποτελούν «ζευγάρι»,τόσα χρόνια μακρυά το ένα απ’ το άλλο,μάθανε να ζούνε χώρια-και μαζί δεν κάνουνε!Κάθε φορά που τα βγάζω
απ’ τ’ αυτιά μου, τ’ ακουμπάω δίπλα-δίπλα,πάνω στο μάρμαρο της σιφονιέρας.Όταν
πάω να τα ξαναφορέσω, περιέργως,βρίσκω πάντα μόνο το ένα.Το άλλο ,όλο και το ψάχνω-αίμα φτύνω κάθε φορά μέχρι να το βρω,χωμένο πότε ανάμεσα σε χαρτιά,πότε
ανακατεμένο με τα χάντρινα κολλιέ μου! Ανεξήγητο! Και κάτι ακόμα που παραμένει ανξήγητο: Ποιο απ’ τα δυο την κοπανάει-το δεξί ή τ’ αριστερό; Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ γιατί είναι ο λ ό ι δ ι α!! Τόσο ,που κάθε φορά που τα φοράω ανατωτιέμαι-έχω κρεμάσει το δεξί σκουλαρίκι στο δεξί αυτί και τ’ αριστερό σκουλαρίκι στο αριστερό αυτί…ή μήπως τάμπλεξα δεξί μ’ αριστερό κι’ αριστερό με δεξί;Αυτό όμως, δεν μ’ ενοχλεί και τόσο-εδώ που έχουμε φτάσει μπλέκουμε τ’ αριστερό με το δεξί μανίκι…
στα σκουλαρίκια θα κολλήσουμε;Άλλο μ’ ενοχλεί εμένα. Μ’ ενοχλεί που δυσκολεύονται να μονοιάσουν.Μόνο όταν τα φορώ στ’ αυτάκια μου ,κάπως τα βρίσκουνε. Αλλά και πάλι,κρατούν κάποια απόσταση-με το πρόσωπό μου ανάμεσά τους.
Κι’ έχω φτάσει στο σημείο να πιστεύω, ότι εκείνος ο παλιός,παραδοσιακός τρόπος μοιρασιάς-το ένα σου  ένα μου δηλαδή,ήταν λάθος! Είναι πολύ προτιμότερη η μοιρασιά,όπως την εννοούν και την πραγματοποιούν οι περισσότεροι ,σήμερα!
Ένα μου ένα σου, ένα μου ένα  μου, ένα μου ένα σου ένα μου…και πάει λέγοντας!
΄Ετσι, μπορείς να ελέγχεις,με μικρές απώλειες, τι πρέπει να πέσει στο μερτικό σου-
κι’ έχεις τη δυνατότητα να προλαβαίνεις και να μη χωρίζεις τ’ αξεχώριστα!Καταφέρνεις δηλαδή να παίρνεις τα «σετάκια» κομπλέ-και ν’ αφήνεις τα
σκόρπια για τους άλλους!!!
Είναι πολύ καλύτερα έτσι! Π ο λ ύ  καλύτερα!
Αυτό που σας λέω, να το κρεμάσετε σκουλαρίκι στ’ αυτί σας!!

Σέβη Τηλιακού\
(Υ.Γ. Εδώ και  είκοσι πέντε χρόνια, τα σκουλαρικάκια της γιαγιάς μου,βρίσκονται στα χέρια της κόρης μου,κληρονομικώ δικαιώματι!!)