Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΔΙΑΛΥΣΗ!

Έτσι μ'αρέσει νάμαι
-διαλυμένη
κάθε φορά που ο έρωτας-προδότης
με προσπερνά
και χάνεται...
Να ξημερώνει-να βραδιάζει
κι΄'εγώ
ήλιο-φεγγάρι να μη ξεχωρίζω
χαμένη
στην ανυπαρξία του τίποτα...
Διαμελισμένη
-σκόρπια κομμάτια δίχως όνομα
μες το χωράφι της αδιαφορίας
των πάντων!
...Κι'ύστερα
νά'ρχεται ένας έρωτας καινούριος
να συμμαζεύει τα κομμάτια μου
αναγνωρίζοντάς τα
ένα-ένα
-Δικό σου αυτό...
κι'αυτό δικό σου!
Κι'απ' την αρχή
να συναρμολογεί
το σώμα,τη ψυχή
το είναι μου...
.....
Μέχρι την επομένη διάλυση!!

Σ.Τ.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΤΑΝ Η ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ"- Χειμώνες και καλοκαίρια!



Χειμώνες και καλοκαίρια


Μεγαλώσαμε και οι τέσσερεις σε μια περίεργη οικογενειακή μοναξιά.Χωρίς παππούδες και γιαγιάδες να μας ζεσταίνουν με κανακέματα και παραμύθια.Απ΄τη μεριά της μαμάς η γιαγιά που μου έδωσαν και τ΄όνομά της υπήρχε μόνο σαν ένα πρόσωπο σε μια φωτογραφία μόνιμα κρεμασμένη κι΄αυτή στον τοίχο της τραπεζαρίας μας.Μ΄ένα λουσάτο καστόρινο καπέλο φορεμένο στο πλάϊ κι΄ένα μικρό χαμόγελο που το έκανε αινιγματικό τάχα μου, το βάναυσο ρετουσάρισμα. .΄Ηρθε μόνο μια φορά  στο νησί όταν η μαμά ήταν ακόμα έγκυος στην αδερφή μου.΄Εμεινε μόνο μια βδομάδα και πριν καλά καλά συνηθίσω την παρουσία της,έφυγε.
Σ΄αυτές τις λίγες μέρες,τη λάτρεψα..γιατί δεν έμοιαζε με το απόμακρο πρόσωπο στη φωτογραφία της τραπεζαρίας.Είχε απαλές ρυτίδες και μια χαμηλή καλωσυνάτη φωνή
που έμοιαζε με χάδι.΄Ένα απ΄τα λίγα πρωινά που πέρασε κοντά μας, βοηθούσε τη
μαμά καρυκώνοντας το πρώτο μου ξώπλατο καλοκαιρινό φουστανάκι κι΄εγώ  στα
πόδια τους τραγουδούσα ευτυχισμένη.΄Απλωσε τότε το χέρι της και χάϊδεψε το μάγουλό μου:
-Φωνούλα μου,να χαρώ εγώ τη γλύκα σου….είπε.
Γι΄αυτό τη λάτρεψα.Γιατί ήταν η γιαγιά μου-αυτή,όχι η άλλη στη φωτογραφία.
΄Όμως, μετά από κείνες τις επτά υπέροχες μέρες, δεν τη ξαναείδα..
 Υπέφερε απ΄την καρδιά της για πολλά χρόνια γι΄αυτό απέφευγε τα ταξίδια.Λίγο καιρό αφού μας άφησε ,έφυγε κι΄απ΄τη ζωή  στη γιορτή του Σωτήρος.΄Όπως παρακολουθούσε τον πυρρίχιο στο πανηγύρι των Σουρμένων με τις αδερφές της από δίπλα έγειρε το κεφάλι και ξεψύχησε.Την πήραν είδηση μόνο όταν γύρισαν να τη ρωτήσουν αν της άρεσε ο χορός.΄Ηταν 57 χρονών.Η μαμά όταν πήρε το τηλεγράφημα με το κακό μαντάτο την επομένη το μεσημέρι,έπεσε μπρούμητα στο κρεβάτι σπαράζοντας και δε σηκώθηκε από κει παράμόνο το βράδυ για να νοιαστεί αν είχαμε φάει.
Ο μπαμπάς που λάτρευε τη γιαγιά μου όπως τον λάτρευε κι΄εκείνη έκανε το σταυρό του κάθε φορά που έμπαινε στην κουζίνα όπου οι τέσσερείς μας λουφάζαμε μουδιασμένοι εκείνο το απόγευμα.
-΄Αγια γυναίκα η γιαγιά σας ,άγια γυναίκα .


Ο πόντιος παππούς μας ήρθε κι΄αυτός μόνο μια φορά-ίσα για να μας γνωρίσει.Μέχρι που έφυγε κι΄αυτός απ΄τη ζωή αρκετά χρόνια αργότερα δε συχώρεσε ποτέ το μπαμπά
που με το έτσι θέλω του βούτηξε την πρωτοκόρη του.
‘ Οσο μεγαλώναμε έστελνε δυο φορές το χρόνο δέματα με υφάσματα στη μαμά-ήταν υφασματέμπορος στη Ευαγγελιστρίας.Πάνω σε κάθε κομμάτι ύφασμα είχε καρφιτσωμένο και το σχετικό σημείωμα:
-Παλτό για τη μεγάλη
-Παντελόνια για τ΄αγόρια
-Αυτό για τη μικρή
-Κι αυτά για σένα.
Για το μπαμπά, ποτέ , ούτε φόδρα.
Ρούχα φιρμάτα δεν υπήρχαν στη Ρόδο εκείνη την εποχή αλλά και να υπήρχαν δεν θα τ΄άντεχε το πορτοφόλι του μπαμπά που βρισκόταν σχεδόν πάντα σε συντηρητική δίαιτα.Εμείς όμως χάρη στον παππού είμασταν πάντα μοντελάκια Πάσχα ,Χριστούγεννα και γιορτές πάσης φύσεως.
Η μαμά κάθε που έπαιρνε τέτοιο πακέττο μας έπαιρνε τα μέτρα και τις νύχτες όταν το σπίτι ησύχαζε έρραβε στη NECCHI ραπτομηχανή της, ακούγοντας στο ραδιόφωνο απ΄το σταθμό της Ρώμης που είχε εντοπίσει, θέατρο και ιταλικές καντσονέτες.Στο ημερίσιο ρεπερτόριό της  εκτός απ΄την «Κατινιώ» και τα΄άλλα αγαπημένα της είχε συμπεριλάβει κι΄αυτές. Tι MAMMA ,τι SOLE MIO,τι LA CAMPAGNUOLA BELLA -τάχα μάθει όλα απ΄έξω κι΄ανακατωτά.΄Ηταν και καλλίφωνη!

Και για να ξαναγυρίσω στους παππούδες και τις γιαγιάδες, ο καπετάνιος πατέρας του μπαμπά μου πέθανε στην Αμερική.Δεν τον γνωρίσαμε ποτέ γιατί μετά το τελευταίο ταξίδι του στην Κάλυμνο που κόστισε και το επίδομα σπουδών στο μπαμπά μου δεν ξαναγύρισε στο νησί του.Η μόνη γιαγιά που μας είχε απομείνει ήταν η δεύτερη γυναίκα του η γιαγια Μαρία που μας επισκεπτόταν αρκετά συχνά,κουβαλώντας και το απαραίτητο πεσκέσι-καβουρμά στο κιούπι.Τη χειμωνιάτικη λιχουδιά μας.Ερχόταν βέβαια  για να μας δει και ν΄αλλάξει και τον αέρα της,   κυρίως όμως  για να καταφέρει το μπαμπά να ψάξει γαμπρό για τη θυγατέρα της η οποία πήγαινε κατ΄ευθείαν για το ράφι.Τελικά το γαμπρό η θεία μου τον βρήκε μόνη της δι΄αλληλογραφίας και κοντά στα σαράντα ταξίδεψε ολομόναχη για τη Χιλή όπου και τον παντρεύτηκε-αυτή που το μόνο ταξίδι που είχε κάνει στη ζωή της ήταν Κάλυμνος-Ρόδος και πίσω.Η γιαγιά Μαρία ήταν καλή η καϋμένη.Παντρεύτηκε τον παππού μου με τα τρία παιδιά του κι΄έκανε μαζί του άλλα δύο .Χαράς το κουράγιο της λέω τώρα..Μου πήρε καιρό μέχρι να χωνέψω και να καταλάβω γιατί αφού δεν ήταν η πραγματική μητέρα του μπαμπά,ήταν γιαγιά μου.
Η μαμά έλυσε την απορία μου.
-Γιατί εκείνη τον μεγάλωσε και τον έκανε άντρα,παιδί μου.
Τη θυμάμαι πάντα με τις πελώριες γκρι και μαύρες φουστάνες της και το μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι,τυλιγμένο γύρω στο λαιμό,σχεδόν μέχρι το πηγούνι.Το καλοκαίρι ,όταν την έπιανε η ζέστη, τ΄άφηνε καμιά φορά να πέσει στους ώμους της, αποκαλύπτοντας τις αδυνατισμένες απ΄τα χρόνια πλεξούδες της ,τυλιγμένες γύρω απ΄το κεφάλι σαν καψαλιασμένο στεφάνι.
.Η γιαγιά Μαρία δεν ήξερε γράμματα.
Τ΄απογεύματα που η μαμά την ώρα του καφέ της άναβε τσιγαράκι και ξεφύλλιζε το περιοδικό της  εκείνη στρωνόταν δίπλα της ακουμπούσε τους αγκώνες στο τραπέζι και χώνοντας το μάγουλο μέσα στη χούφτα της παρακολουθούσε με μεγάλη περιέργεια το ξεφύλλισμα των ακαταλαβίστικων γι΄αυτήν σελίδων.

-Καλό είναι  μαθές αυτό που διαβάζεις κόρη μου;
-Καλό είναι μητέρα
-Κι΄ίνταναι που λέει κόρη μου;
-Να, λέει πως δεν πρέπει να τραβάς το μάγουλό σου με τη χούφτα σου γιατί θα κάνεις ζάρες.
Ουου!κόρη μου,εγώ είμαι πλιο γριά.Τραβώ το δεν το τραβώ τις ζάρες τις έκαμα.
Και ξεκαρδιζόταν απ΄τα γέλια φράσσοντας το στόμα με το χέρι της.

Οι χειμώνες μας ήταν δύσκολοι.Οι βοριάδες κι΄οι βροχές χτυπούσαν το νησί και το σπίτι μας από παντού.Μεγάλο σπίτι.Πού να ζεστάνεις  τέσσερα δωμάτια πάνω,τέσσερα κάτω και δυο διαδρόμους σαν αλάνες μ΄ένα μαγκάλι και δυο ηλεκτρικές σομπίτσες.Πολλές νύχτες η αδερφούλα μου τρύπωνε στο κρεβάτι μου χωνόταν στην αγκαλιά μου και ζεσταίναμε η μια την άλλη.Στα μεγάλα κρύα μαζευόμασταν τα βράδυα γύρω απ΄το μεγάλο μαγκάλι που άναβε στην τραπεζαρία και πυρώναμε τα πόδια μας πάνω απ΄τ΄αναμένα κάρβουνα.Την άλλη μέρα τρίβαμε με φακούρες τα δαχτυλάκια των ποδιών μας για ν΄ανακουφιστούμε απ΄τη φαγούρα.
Μυαλό δε βάζαμε ,το ίδιο βράδυ πάλι τα πόδια στα κάρβουνα.
Οι χιονίστρες ήταν το μόνιμο χειμωνιάτικο βάσανό μας.
Μέχρι τη  Δευτέρα Δημοτικού η αδερφή μου δε ξεκόλλησε από δίπλα μου.Μαζί μου στο Ωδείο όπου κάλυπτα το κοριτσίστικο απωθημένο της μαμάς μαθαίνοντας βιολί,
μαζί μου στο δωμάτιο όταν μελετούσα, να γράφει κι΄εκείνη σκυμμένη δίπλα μου τα μαθήματά της γιατί όσες φορές δοκίμασε να διαβάσει στο ίδιο δωμάτιο με το μικρό μου αδερφό, ερχόταν η συντέλεια του κόσμου.Δεν άφηνε ο ένας τον άλλο σε χλωρό κλαρί.
Από΄κει κι΄ύστερα την κέρδισε η αγοροπαρέα της γειτονιάς.Με το που τέλειωναν τα διαβάσματα τους ,πλάκωνε η μαρίδα για ποδόσφαιρο.Ο Ατζαμής,ο Νίκος,ο Τάσος,ο Αντρέας,  πηδάγανε το μαντρότοιχο και προσγειωνόντουσαν  στο αποψιλωμένο ήδη από τα φαρμακερά σουτ κομμάτι του χωραφιού μας.Ο Ζαμόρα ήταν ο τερματοφύλακας-αστέρι της εποχής κι΄η πιτσιρικαρία φιλοδοξούσε να του μοιάσει.Εκεί να δεις γδαρμένους αγκώνες ,ματωμένα γόνατα κι΄ανοιγμένα κεφάλια απ΄τα πλονζόν.Η αδερφή μου ξελογιάστηκε απ΄τις φωνές και τα χαχανητά και ήρθε η στιγμή που εντάχθηκε κι΄αυτή στην ομάδα.Την κέρδισαν αυτοί τη έχασα εγώ.΄Ετσι κι
αλλιώς τέλειωνα πια το Γυμνάσιο και τα ενδιαφέροντά μου είχαν από καιρό στραφεί και σε άλλους τομείς πέρα απ΄τα μαθήματα.Τί να πω πια με την αδελφούλα μου.Υποθέτω πως και κείνη δε θάβρισκε πια κανένα ενδιαφέρον σε μένα,τη μεγάλη αδερφή που άρχισε να μοιάζει πιο πολύ με τη μαμά παρά με κείνη.΄Ετσι «κόλλησε» με τα δυο αγόρια και κυρίως με το μικρότερο αδερφό μου που από τότε που κατάλαβε τον κόσμο τον έβλεπε σαν τ΄άλλο της μισό.





-

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ "1973"




1973
                                                                                                                     
                                                               Καλή η Λογική κι΄η Σωφροσύνη
                                                                Όταν όμως υπάρχει Λευτεριά     
                                                                Οι Τυραννίες γκρεμίζονται μ΄Αγώνες 
                                                                Της Λευτεριάς το Παραμύθι μ΄αίμα
                                                                 γράφεται.
                                                                 (Αλέκος Παναγούλης-Συνεχίστε!)
                                                                 
                                                                 
                                                                
                                      
Το 1973 ,μπήκε απ΄την αρχή,άγριο,θυμωμένο.Μια οργή,που την ένιωθα διάχυτη στον αέρα,χωρίς να μπορώ να την καταλάβω και να την εξηγήσω.Θορυβημένη,έψαχνα στο ραδιόφωνο,στις εφημερίδες,στις φωνές των ανθρώπων γύρω μου,να βρω τις απαντήσεις που δεν είχα.΄Ημουν εικοσιτριών,παντρεύτηκα στα είκοσι και μπήκα κατ΄ευθείαν να κολυμπήσω στα βαθειά χωρίς να έχω προλάβει να συνειδητοποιήσω
τον κόσμο κι΄όσα συνέβαιναν σ΄αυτόν.Η πολιτική,βρισκόταν έτη φωτός μακρυά από μένα.Οι λέξεις Χούντα,Δικτατορία,Επανάσταση δεν άγγιζαν την ακοή μου.Εγώ ζούσα τα είκοσί μου χρόνια με μοναδική μου έννοια τα δικά μου προσωπικά προβλήματα.Ακόμα και μετά το γάμο μου,τα μόνα που μ΄απασχολούσαν ήταν τα στραβοπατήματα του Χρήστου,τα λεφτά μου και τα παιδιά μου.Τετάρτη, 14 του Νοέμβρη το πρωί,όταν ο Χρήστος μου τηλεφώνησε έξαλλος να μου πει να μην τολμήσω να ξεμυτίσω κατά το Κέντρο γιατί γινόταν χαμός στο Πολυτεχνείο εγώ το μόνο που σκέφτηκα,ήταν πως θάπρεπε ν΄αναβάλω ξανά τα εμβόλια των παιδιών.
-Τα κωλόπαιδα ,έχουν κάνει την Πατησίων κόλαση,ωρυόταν στο τηλέφωνο.Θα
κλείσω το μαγαζί και θα κατέβω στον Πειραιά.Μην το κουνήσεις από κεί.
Τα κωλόπαιδα,για το Χρήστο,ήταν οι φοιτητές-κι΄όσοι είχαν καταλάβει το Πολυτεχνείο.Δεν το καταλάβαινε…Τι θέλουν οι πούστηδες ρε γαμώ το μου,σχολίαζε μόλις μαζεύτηκε το ίδιο βράδυ.-Μια χαρά δεν είμαστε;Τι θέλουν και ξεσηκώνουν τον κοσμάκη;Ούτε κι΄εγώ ήξερα.Μετά από σχεδόν τρία χρόνια γάμου,δεν ήξερα τι θεό
πίστευε ο βολεμένος μου χαμαιλέοντας-πόσο μάλλον εκείνα τα παιδιά που αν η τύχη είχε βοηθήσει κι΄είχα πετύχει στο Πανεπιστήμιο,μπορεί τώρα να βρισκόμουν κι΄εγώ ανάμεσά τους .Την Πέμπτη,15 Νοέμβρη,έμαθα πως τα «κωλόπαιδα» του Χρήστου,
ζητούσαν «ψωμί,Παιδεία,Ελευθερία»-και μίσησα τον άντρα μου και τον εαυτό μου.
 Σε ποιο καβούκι ήμουν χωμένη όλ΄αυτά τα χρόνια;Τι ήταν αυτό που δεν είχα καταλάβει εγώ και που ήξεραν οι χιλιάδες των ανθρώπων που αγκάλιαζαν το Πολυτεχνείο για τρεις ολόκληρες μέρες;Οι φωνές,τα συνθήματα και τα τραγούδια απ΄τα μεγάφωνα,η βοή απ΄το συγκεντρωμένο κόσμο,έφταναν ως το μπαλκόνι μου στην Κηφισίας.Με ξυπνούσαν σιγά-σιγά απ΄τη χειμερία νάρκη μου.Ο Χρήστος εξα-
φανισμένος στον Πειραιά.Οι δρόμοι είναι κλεισμένοι,μου είπε στο τηλέφωνο-δύσκολα θα καταφέρω νάρθω.-Καλύτερα ,σκέφτηκα.΄Ετσι θα μπορέσω να βάλω το μυαλό μου σε μια τάξη.Η Ρίκα μου τηλεφώνησε στις δύο το μεσημέρι.
-Ειμαστε Κηφισιά με τη Σάντρα και λέμε να κατέβουμε σ΄εσένα.
-Ελάτε,θα βάλω καφέ..
-΄Ακουσες τι γίνεται στο Πολυτεχνείο;
-΄Ακουσα Ρίκα,τ΄ακούω ακόμα.
΄Ηρθανε κι΄οι δυο ξεσηκωμένες.
-Πάμε κι΄εμείς;
-Πού να πάμε παιδί μου;
-Στο Πολυτεχνείο,να δούμε τι γίνεται-θάχει χάζι..
Βούρλα κι΄αυτές σαν και μένα.-Πηγαίνετε εσείς ,τους είπα.Πού θ΄αφήσω τα παιδιά!
Φύγανε και στα μισά της Αλεξάνδρας πήρανε τα μπρος πίσω.΄Ηταν τόσος ο κόσμος που έτρεχε για το Πολυτεχνείο,που φοβήθηκαν να προχωρήσουν.Ξανατηλεφώνησε ο Χρήστος-Παρασκευή 16 Νοέμβρη στις δέκα το βράδυ.
-Δεν θ΄ανέβω  ούτε σήμερα ,μανάρι μου.απαγορεύτηκε η κυκλοφορία στο Κέντρο.
-Και πού θα μείνεις.
-Θα βολευτώ σ΄ένός φίλου-μην ανησυχείς..
Δεν ανησυχούσα.
Απ΄τα μεσάνυχτα και μετά,η Αθήνα,εμπόλεμη ζώνη.Τα «κωλόπαιδα» του Χρήστου ,δεν κωλώνανε με τίποτα!.Τώρα το ήξερα –και άρχιζα να καταλαβαίνω και το γιατί.Η θέα του τανκ να πέφτει ακάθεκτο πάνω στη σιδερόπορτα του Πολυτεχνείου,με τους φοιτητές όρθιους στα κάγκελα ν΄ανεμίζουν τις Ελληνικές σημαίες μούδωσε μια γροθιά στο δόξαπατρί μέσα απ΄την τηλεόραση.Τρεις το πρωί συνειδητοποιούσα περίτρομη ότι ένας ολόκληρος κόσμος έβραζε κι΄άλλαζε,την ώρα που εγώ κοιμόμουν τον ύπνο του δικαίου.
Την άλλη μέρα,μάζεψα όσες εφημερίδες πρόλαβα να βρω στο περίπτερο.
«ΝΕΚΡΟΙ ΚΑΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ.»
«ΕΞΕΚΕΝΩΘΗ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ-ΕΠΕΝΕΒΗΣΑΝ ΑΡΜΑΤΑ ΜΑΧΗΣ»
«ΤΡΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΤΑ ΤΑΝΚΣ ΚΑΤΕΣΤΕΙΛΑΝ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ
«ΑΡΜΑΤΑ ΜΑΧΗΣ ΕΖΩΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ-ΑΙΜΑ ΕΡΡΕΥΣΕ.»
΄Όταν ο Χρήστος εδέησε να επιστρέψει απ΄τις θεόσταλτες διακοπές του-ποιος ξέρει πού και με ποιαν-του πέταξα τις εφημερίδες στο τραπέζι της κουζίνας.
-Μη σ΄ακούσω να τους ξαναπεις «κωλόπαιδα»,αλίμονό σου.
-Νάτα μας!Αντιστασιακή αγαπούλα μου;Τι έγινε ξαφνικά;
-΄Εγινε ότι η Χούντα θα πέσει-θα το δεις-έτσι λένε όλοι!
-Μάθαμε και τη Χούντα τώρα;Σε πείραξε εσένα καμιά Χούντα;
-Εμένα όχι-ένα ανίδεο ,άβουλο σκουπίδι ήμουνα-τι να πειράξει από μένα….εσένα πάντως, δεν σε ξεβόλεψε ,έτσι;
-Η Κυβέρνηση δεν πέφτει επειδή ξεσηκώθηκαν δυο-τρεις κατοσταριές βυζανιάρικα!..
-Καλά,θα το δεις.
Και το είδε-το 1974.
Μετά τον αφορισμό των «κωλόπαιδων»,πήγε στο αεροδρόμιο το βράδυ που γύρισε ο Κ.Καραμανλής,να πάρει μέρος στην υποδοχή ως «απελευθερωμένος» ΄Ελλην.
΄Οπου φύσαγε ο άνεμος –κι΄όπου τον έσερναν οι ευκαιρίες κάθε είδους.

Με τη μεταπολίτευση,άλλαξε αέρα η Ελλάδα,άλλαξα κι΄εγώ.΄Ημουν πια υποψιασμένη ,ενημερωμένη και συνειδητοποιημένη ,σ΄ένα βαθμό.Το επεδίωξα.΄Επαψα νάμαι το καλό ,υπάκουο κι΄ευάλωτο κοριτσάκι.Το Σεπτέμβρη,ο Σταύρος θα πήγαινε πρώτη Δημοτικού.Ο Κωστάκης ,κόντευε να κλείσει τα δύο. .Η Παολίνα,είχε κάπως βαρύνει.Τα κατάγματα στο πόδι είχαν αρχίσει να την ενοχλούν
από καιρό σε καιρό.Μπάνια της είχε πει ο γιατρός και γυμναστική στη θάλασσα.
Αποζητούσα τη συντροφιά της και τα παιδιά λάτρευαν την αυλή της κυρα-΄Αρτεμις,που την έσκασε στην ανιψιά της και γύρισε απ΄το νοσοκομείο περδίκι.
΄Επρεπε λοιπόν να βρω τρόπο να μετακινούμαι με τα παιδιά πιο εύκολα.Συνωμότησα με τη μαμά και για ένα διάστημα,της τα πήγαινα  δυο-τρεις φορές την εβδομάδα και μ΄ένα δάσκαλο που είχε το γραφείο του εκεί κοντά,έκανα τα μαθήματα οδήγησης που χρειαζόμουν για να πάρω δίπλωμα.
΄Όταν λίγο καιρό αργότερα, ενημέρωσα το Χρήστο για το κόκκινο ,ολοκαίνουργιο ΝSU που ήταν παρκαρισμένο στο απέναντι πεζοδρόμιο,πήγε να πάθει εγκεφαλικό .
-Κι΄εγώ τι ρόλο παίζω εδώ μέσα;
-Του επισκέπτη,όπως έχω καταλάβει ,αγάπη μου.
-Να με ρωτήσεις βέβαια,ούτε σου πέρασε απ΄το μυαλό.
-΄Εχεις τις δουλειές σου εσύ-δεν θέλω να σ΄απασχολώ με τα δικά μου..                                                                                                    
-Σηκώσαμε μπαϊράκι ή μου φαίνεται;
-΄Εχεις παράπονο από μένα Χρήστο μου;Εγώ δεν έχω αλλάξει-σ΄αγαπώ πάντα-απλώς θέλω να κάνω τη ζωή μου λίγο πιο εύκολη.Εσύ είσαι αυτός που μας βάζεις στην άκρη τα παιδιά κι΄εμένα-κυρίως εμένα-κάθε φορά που κάτι καινούργιο βάζει φωτιά στο ενδιαφέρον σου.Σου παραπονιέμαι;΄Όχι βέβαια!Κατανοώ και συμβιβάζομαι-αλλά
δεν έχω πάψει να είμαι η Βέρα-ασχέτως αν, θέλω δε θέλω,σ΄αγαπώ ακόμα.
-Κι΄εγώ,τι κάνω ρε βλάκα,δεν σ΄αγαπάω;
-Εσύ το ξέρεις.
-Το ξέρω βέβαια-άλλο αν δεν στο λέω κάθε τόσο σαν ξελιγωμένο δεκαοχτάρικο.

Στα μέσα του καλοκαιριού,πήρα ένα κίτρινο φάκελλο με σφραγίδες εξωτερικού.
Αποστολέας,Πωλ Γεραλής.Τον άνοιξα με μεγάλη ανυπομονησία.Επιτέλους μετά από πολύ καιρό-κοντά δυο χρόνια,έδινε σημεία ζωής.Μέσα στο φάκελλο,μια μεγάλη,έγχρωμη γιαλιστερή φωτογραφία.Στην πίσω πλευρά διάβασα έκπληκτη:
-«Στην καλή μου φίλη Βέρα.
    Η Τζόις κι΄εγώ,παντρευτήκαμε πριν ένα μήνα στο Λος ΄Αντζελες.
     Ξαφνικός έρωτας.Είμαστε ευτυχισμένοι.Γρήγορα θα έρθουμε στην Ελλάδα
      και θα τη γνωρίσεις.Σε φιλούμε κι΄οι δυο με πολλή αγάπη.Φιλιά και στα παιδιά
      φαντάζομαι πόσο θάχουν μεγαλώσει.-Πωλ.»
Στη φωτογραφία,ο γαμπρός κι΄η νύφη,με κοιτούσαν με λαμπερά μάτια και χαμόγελα.
Γι΄αυτό λοιπόν είχε χαθεί το πουλάκι μου.Για το Χρήστο,πάλι κουβέντα.Η βεντέτα καλά κρατούσε.

Το αυτοκίνητο ,μούδωσε φτερά.Μ΄έβγαλε απ΄το τέλμα.΄Επαιρνα τα παιδιά και πότε με την Ελευθερία,πότε με τη μαμά,πότε και με τις δύο,αλωνίζαμε τις παραλίες το καλοκαίρι και τα βόρεια προάστεια το χειμώνα.Είχαν έρθει κοντά αυτές οι δύο.Τις ένωνε το ίδιο μυστικό που κάθε μια το κρατούσε για τον εαυτό της.΄Ηξεραν πως έβλεπαν κι΄οι δυο την ίδια θεατρική παράσταση.Δεν τους άρεσε αλλά αναγκαστικά,χειροκροτούσαν.Τα κατορθώματα του Χρήστου τα μάθαινα κάθε τόσο ή να πω καλύτερα τα μάντευα.Απ΄τη δραστηριότητά του στην κρεβατοκάμαρα.΄Όταν θυμόταν πως το σώμα μου εξακολουθούσε να τον ανάβει,ήξερα πως κάτι άλλο,ξένο,είχε τελειώσει.Δεν μ΄ένοιαζε,μου έφτανε που ξαναγύριζε σε μένα.Τα δυο αγόρια,μεγάλωναν ευτυχισμένα ,ανάμεσα σε δυο γιαγιάδες που έδιναν και τη ψυχή τους,μια μάνα που τα λάτρευε κι΄ένα πατέρα που γι΄αυτά τουλάχιστον δεν ήταν απών.
΄Εμοιαζαν τα δυο τους σαν δυο σταγόνες νερό.Περίεργα παιχνίδια παίζει η φύση,σκεφτόμουν καμιά φορά.Αυτά τα δυο παιδιά ήταν η καλύτερη απόδειξη.Ο μικρός,δεν ξεκόλλαγε απ΄το πλευρό του μεγάλου κι΄εκείνος,είχε γίνει ο προστάτης του.Με βασάνιζε συχνά η σκέψη, πώς θα έλεγα  στο Σταύρο για τη Μαρία-  πώς θα τούλεγα πως δεν ήμουν εγώ η γυναίκα που τον έφερε στον κόσμο.Με  περίμενε ανήφορος-το ήξερα,αλλά ήταν καιρός ν΄αρχίσω ν΄αντιμετωπίζω την πραγματικότητα.
Την πρώτη μέρα που πήγε σχολείο,έκλαψα,την ώρα που γύρισε να με κοιτάξει κουνώντας το μικρό του χεράκι,πριν μπει στην τάξη με τ΄άλλα παιδάκια.Θέλησα να το συζητήσω με το Χρήστο.΄Επεσα σε τοίχο.

-Τι  δουλειά έχω΄γω μ αυτή την ιστορία..
-Τι θα πει τι δουλειά-πατέρας του δεν είσαι;
-Ωραία ..και λοιπόν;Εγώ αυτά τα συναισθηματικά δεν τα μπορώ..
-Βρε Χρήστο,άσε το θέμα της υιοθεσίας –έχουμε καιρό γι΄αυτό-αλλά για τη Μαρία ,μαζί πρέπει να του μιλήσουμε του παιδιού.Μεθαύριο θα δει στο πρώτο του Ενδεικτικό «όνομα μητρός Μαρία»-δεν πρέπει να είναι προετοιμασμένο;
-Ξέρεις κάτι;Βαριέμαι και που σ΄ακούω.Κάνε ότι νομίζεις Βέρα.Πες του ότι μάνα του ήταν η Μαρία κι΄όχι εσύ και μετά ότι ούτε η Μαρία ήταν μάνα του γιατί η μάνα του
η πραγματική το πέταξε στα σκαλιά του ιδρύματος.Κι΄αν βρει άκρη,γράψε μου.Θα του κάνεις την καρδιά περιβόλι.Εγώ δεν συμμετέχω.
-Μπλέξιμο είναι Χρήστο μου,το ξέρω αλλά το παιδί δεν μπορεί να μένει στο σκοτάδι-θα του μιλήσω για τη Μαρία.
-Μίλα του κι΄άσε με ήσυχο-αρκετά έχω στο κεφάλι μου.
Το συζήτησα με την Ελευθερία και την Παολίνα.Είχαν κι΄οι δυο την ίδια άποψη.
-Δίκηο έχεις,το παιδί πρέπει να μάθει.
-Πες του το με το μαλακό,η μια.
-Πες του το σαν παραμύθι,η άλλη.…
΄Ετσι του το είπα..σαν παραμύθι….ένα απόγευμα που καθισμένος στα γόνατά μου,
μούλεγε για το σχολείο και τους φίλους του στην τάξη.
΄Εβγαλα απ΄τη τσέπη μου τη φωτογραφία της Μαρίας που μου είχε εμπιστευτεί η Ελευθερία.
-Κοίταξε Σταύρο μου αυτή την κοπέλα-σ΄αρέσει;
-Μ΄αρέσει-ποια είναι;Φίλη σου;
-Είναι η πρώτη σου μαμά ,αγάπη μου ,που τώρα είναι στον ουρανό.
-Πέθανε δηλαδή;
-Πέθανε αγαπούλα μου-όταν ήσουν πολύ μωρό..Σ΄αγαπούσε πολύ Σταύρο μου-όπως σ΄αγαπώ κι΄εγώ.
-Αφού εσύ είσαι η μαμά μου….
-Και βέβαια είμαι η μαμά σου αλλά κι΄εκείνη μαμά σου ήταν.
-Πώς τη λέγανε ;
-Μαρία ,αγόρι μου,Μαρία.
-Σαν την Παναγίτσα ,ε;Και μετά έγινες εσύ μαμά μου,μανούλα;
-Σταύρο μου,να ξέρεις πως είσαι ένα πολύ τυχερό παιδάκι.΄Εχεις δυο μανούλες που σε λατρεύουνε.Τη μια στη γή και την άλλη στον ουρανό-αυτό να θυμάσαι.
-Δηλαδή ,η άλλη μου μαμά, με βλέπει απ΄τον ουρανό;
 -Και σε βλέπει και σ΄αγαπάει και σε προσέχει Σταύρο μου.
-Εσύ,μ΄αγαπάς μανούλα;
-Πιο πολύ κι΄απ΄τη ζωή μου αγάπη μου.
-Να βάλω τη φωτογραφία στο συρτάρι μου;
Του έδωσα τη φωτογραφία-θα σου αγοράσω μια ωραία κορνίζα να τη βάλεις και να την κρατάς στο κομοδίνο σου.΄Όχι ,μου είπε,στο συρτάρι μου θα τη βάλω.Να μην τη δει ο Κώστας και ζηλέψει…
-Γιατί να ζηλέψει μωρό μου;
-Γιατί εκείνος έχει μόνο μια μαμά.

Η λογική των παιδιών που τετραγωνίζει τον κύκλο.
Δεν ξαναμιλήσαμε για τη Μαρία.΄Εφυγε απ΄την καρδιά μου ένα μεγάλο βάρος,μια μεγάλη αγωνία-έτσι απλά χάρη στην παιδική αθωότητα.Κάποιες φορές,όταν τακτοποιούσα το δωμάτιο των αγοριών,άνοιγα το συρτάρι του Σταύρου,από περιέργεια.Η φωτογραφία της Μαρίας ήταν πάντα εκεί,κρυμένη κάτω απ΄τις παιδικές ζωγραφιές του. «Κάνε υπομονή κορίτσι μου ,σκεφτόμουν,θάρθει η ώρα που θα διαλέξει μόνος του την κορνίζα που σου αξίζει»-να μεγαλώσει λίγο ακόμα…
« Κι΄η ζωή , τραβάει την ανηφόρα»..λέει το τραγούδι.Τραβούσε κι΄η δική μου ζωή την ανηφόρα.Ο ήλιος,ανέτελλε κάθε πρωί μέσα στα μάτια και τα χαμόγελα των παιδιών μου.Κατά τα άλλα,πότε υποφερτή,πότε ανυπόφορη.
Όταν γυρνώντας απ΄το σχολείο εκείνη την ημέρα για τις διακοπές των Χριστουγέννων,ο Σταυράκος μούφερε το ζωγραφισμένο απ΄τον ίδιο ,γιορταστικό ημερολόγιο με την χρονιά που ερχόταν στο εξώφυλλο,πανικοβλήθηκα.1978!Η χρονιά που θα πήγαινε κι΄ο Κωστάκης σχολείο.
΄Ημουν  εφτά χρόνια μεγαλύτερη κι΄ο γάμος μου που τον ονειρεύτηκα ιδανικό,εφτά χρόνια τώρα,το ίδιο άχρωμος,άγευστος,συμβιβασμένος.Εφτά χρόνια τον άφηνα να με τσαλαπατά αδιαμαρτύρητα-να σκοτώνει τη γυναίκα μέσα μου.
Κι΄όμως..τον αγαπούσα ακόμα.


Ο Πωλ δεν έφερε τη Τζόις στην Αθήνα ,όπως μου είχε γράψει πίσω απ΄την φωτογραφία του γάμου τους.Ξαναχάθηκε.Η Ρίκα είχε παντρευτεί το μεγαλογιατρό της ,τρία χρόνια πριν κι΄οι καινούργιες της υψηλές κοινωνικές συναναστροφές δεν της άφηνα χρόνο ν΄ασχοληθεί με την «ταλαίπωρη» παλιά της φιλενάδα.Η Σάντρα
ερχόταν μια –δυο φορές το χρόνο απ΄το Παρίσι όπου τελειοποιούσε τα Γαλλικά της και πάντα για λίγες μέρες.Μόλις που προλαβαίναμε να πιούμε μαζί ένα καφέ.Η κυρα-΄Αρτεμι μας είχε αφήσει χρόνους απ΄την προηγούμενη χρονιά, μετά από ένα βαρύ εγκεφαλικό.Η ανιψιά της κληρονόμησε το πολυπόθητο διόροφο στο Φάληρο.΄Εκρινε ότι καλύτερα θάταν να το πουλήσει και να γυρίσει παραλού στο νησί της.Η Παολίνα
που είχε λατρέψει εκείνο το σπίτι και τις αναμνήσεις που κουβαλούσε,έσπευσε να το αγοράσει.Στα πενηνταπέντε της,φύσαγε ακόμα,αλλά δεν σκεφτόταν να ξαναφτιάξει τη ζωή της.Δεν θα «πρόδιδε» ποτέ το μπαμπά,έλεγε.Η Ελευθερία,κόντευε τα εβδομή-
ντα,θεόγερη,δόξα τω θεώ.Στάθηκε κοντά μου όλ΄αυτά τα χρόνια,μ΄αγάπησε,με βοήθησε με τα παιδιά κι΄ακόμα με βοηθούσε.Τί τα θέλεις όμως;Εγώ ένιωθα στερημένη,άδεια πολλές φορές.Προδωμένη από τον άντρα που εξακολουθούσα ν΄αγαπώ.Με πόσες τον μοιράστηκα σ΄αυτά τα επτά χρόνια ,δεν κάθησα να μετρήσω ποτέ-πώς θα μπορούσα άλλωστε..ήταν όσες ήξερα κι΄όσες δεν ήξερα..αμέτρητες!
.Τουλάχιστον,τον είχα κοντά μου-δεν θα τον έχανα.Αυτό το πίστευα κι΄ήταν μια ανακούφιση να σκέφτομαι πως όσες κι΄αν έμπαιναν ανάμεσα σε μας,  τα παιδιά,δεν
θα κατέληγαν χωρίς τον πατέρα τους.

                                                                                
                                                                                
                                                                                    
Απόγευμα στη Φιλελλήνων.                                                                                 

Απ΄τις σπάνιες φορές που είχα βγει για ψώνια τους τελευταίους μήνες.Φθινόπωρο του 79.Ο καιρός είχε αρχίσει να ψυχραίνει.Χρειαζόμουν καινούργιο παλτό.Δεν ήθελα να
φορτώνομαι στοΧρήστο για τα ρούχα μου.Προτιμούσα να τ΄αγοράζω μόνη μου.΄Οσες φορές το τόλμησα στο παρελθόν,το μετάνοιωσα.Το γούστο του δεν ταίριαζε με το δικό μου.
Κατηφόρισα την Ερμού χαζεύοντας τις βιτρίνες κι΄ύστερα ανέβηκα την Μητροπόλεως .Στάθηκα στο φανάρι της Φιλελλήνων για να περάσω στο απέναντι πεζοδρόμιο και να πάρω τ΄αυτοκίνητό μου απ΄το πάρκινγκ.Το κόκκινο άναψε για το ρεύμα απ΄τη Σταδίου.Η μπλε ΒΜW  σταμάτησε ακριβώς μπροστά μου.Το αυτοκίνητο του Χρήστου.Ξέχασα το «πράσινο» κι΄έσκυψα να δω τον αριθμό.Ο αριθμός του Χρήστου,δεν έκανα λάθος,μόνο που στη θέση του οδηγού δεν καθόταν ο Χρήστος.Η μελαχροινή,όμορφη γυναίκα που καθόταν στο τιμόνι,κάπνιζε ήρεμα το τσιγάρο της περιμένοντας να ξανανοίξει το ρεύμα.Μόνη.Μια γυναίκα,οδηγούσε το αυτοκίνητο του άντρα μου.Σε μένα δεν θα το εμπιστευόταν  ποτέ.Εκείνη,έδειχνε απόλυτα εξοικειωμένη-δεν θα ήταν η πρώτη φορά που τ΄οδηγούσε.Τα πόδια μου ρίζωσαν στο πεζοδρόμιο-ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.Μέχρι να συνέλθω,εκείνη ανηφόριζε ήδη τη Φιλελλήνων.
Μπήκα στο σπίτι ,σε κακό χάλι.Η Ελευθερία,καθόταν μποστά στην τηλεόραση.
-Τα παιδιά;
-Στο δωμάτιό τους.Είσαι καλά κόρη μου;
Κάθισα δίπλα της και για πρώτη φορά,το ξεστόμισα…
-Μητέρα, δεν ξέρω πόσο ακόμα θ΄αντέξω.
Δεν χρειάστηκε να της πω τίποτ΄άλλο.Μου πήρε το χέρι στο δικό της.΄Ηξερε!
-΄Εχεις δίκηο ,παιδί μου-τι να πω κι΄εγώ!΄Εχεις δίκηο!
Περίμενα να πάρει τα παιδιά το σχολικό.Τον πρόλαβα στην πόρτα κι΄εκεί,στο χωλ,εκείνο το πρωί του Οκτώβρη,έδωσα την πρώτη  μου πραγματική μάχη.Ψύχραιμη,χωρίς δάκρυα,χωρίς φωνές ,χωρίς παράπονα.Για πρώτη φορά σε ελεγχόμενη επίθεση.Τρόμαξε..αιφνιδιάστηκε….αυτή τη Βέρα,δεν την ήξερε,δεν την είχε ξαναδεί.
΄Εφυγε,σαν βρεγμένη γάτα,κλείνοντας την πόρτα πίσω του-για πρώτη φορά χωρίς να τη βροντήξει.
 
                                                                                 




                                                                                                                     
                                                          
                                                                     
                                                          
                                                            

                                                         
                                                                 
                                                                 
                                                                
                        

                                                                                
                                                                                
                                                                                                                                                            
 
                                                                                 

                                                                                                                     
                                                         
                                                                 
                                                               
                                                            

                                                          
                                                                 
                                                                 
                                                                
                                

                                                                                
                                                                                
                                                                                                                                               
 
                                                                                 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ"-ΚΕΦ. 11




΄Ένα μήνα αργότερα ,μέσα Ιουλίου ξεκινούσαν για το ταξίδι τους στην Ιταλία.Δυο μέρες πριν,Κυριακή απόγευμα,τους παντρέψαμε σ΄ένα ξωκκλήσι στην Ανάβυσσο.
Ο Γιάννης κι΄εγώ,συνοδέψαμε το ζευγάρι για τη γρήγορη τελετή.Ο αδελφικός φίλος του μπαμπά και δικηγόρος του ο Θέμης Ραγκιαβής ήταν ο κουμπάρος.Από τη μεριά του μπαμπά,η θεία Ανεζώ,μοναδική αδελφή του  κι΄ο άντρας της ο Σπύρος ήταν οι μόνοι που ήρθαν από την Κέρκυρα.Ο παππούς ο Γιάννης είχε από χρόνια φύγει απ΄τη ζωή κι΄η γιαγιά η Ντόντο ήταν σχεδόν κατάκοιτη.
΄Εστειλε όμως με τη θεία ,ένα παντατίφ με μικρά ρουμπίνια για τη μαμά που εκείνη το φόρεσε στο λαιμό με πολλή συγκίνηση και τον ΄Αγιο Σπυρίδωνα σε ασήμι για το μπαμπά.Παρούσα και η κυρά-΄Αρτεμι που σκούπιζε όλη την ώρα τα μάτια με το κεντητό λευκό μαντηλάκι της.
Μετά το μυστήριο όπως στηθήκαμε στο προαύλιο για μια οικογενειακή φωτογραφία
η θεία Ανεζώ αγκάλιασε σφιχτά τη μαμά και φιλώντας τη σταυρωτά
-Οπού γράφει δε ξεγράφει νύφη μου,της είπε.Ο θεός είπε και ελάλησε κι η βούλησή του όρντινο τζόγια μου-κι΄ας τη συχωρεμένη ν΄αναπαύεται.
Πήγανε με τ΄αυτοκίνητο μέχρι το Ρίο κι΄από κει με το φέρρυ ,Ανγκόνα.Να προσέχεις το Γιάννη και τον εαυτό σου κοριτσάκι μου μου έλεγε και μου ξανάλεγε μέχρι την τελευταία στιγμή-να τρώτε καλά και να μαζεύεστε νωρίς.Θέλω νάχω το κεφάλι μου ήσυχο.Μου το υπόσχεσαι;
-Στο υπόσχομαι μανούλα-να μην ανησυχείς για τίποτα.Αν χρειαστούμε κάτι ,είναι και η κυρα-΄Αρτεμι.Να περάσετε καλά και να προσέχετε.
-Θα επικοινωνούμε συχνά παιδί μου.
-΄Εγινε μπαμπά μου.Καλό ταξείδι και να την προσέχεις.
-Σαν τα μάτια μου..

, Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω τους,κοιταχτήκαμε ο Γιάννης κι΄εγώ και βάλαμε τα γέλια.
-Ρε συ, Βέρα,παντρέψαμε τους γονείς μας ρε-το πιστεύεις;Τόλεγα στους φίλους μου και με ταράξανε στην καζούρα.
-Εγώ να δεις ,όταν το είπα στο γραφείο.Τα κορίτσια πεθάνανε απ΄τα γέλια-με την καλή έννοια βέβαια.Μάλιστα στο τέλος η Αρετή συγκινήθηκε κιόλας.Το βρήκε πολύ ρωμαντικό..Ας πάνε στο καλό.Πάμε κι΄εμείς να δούμε τι μας άφησε η θεία στο ψυγείο.
Η θεία Ανεζώ  με το θείο Σπύρο είχαν φύγει την προηγούμενη το απόγευμα για Κέρκυρα αλλά μέχρι αργά το μεσημέρι,εκείνη μαγείρευε και στοίβαζε στο ψυγείο το ένα τάπερ μετά το άλλο,παρά τις διαμαρτυρίες της μαμάς.
-Εσείς θα λείπετε-τα παιδιά τι θα τρώνε;Θα πέσει το κορίτσι στο μαγείρεμα απ΄την πρώτη μέρα;΄Ασε να τη ξαλαφρώσω λιγάκι.
Ο Γιάννης ήρθε ξοπίσω μου.
-Ο Διευθυντής σου όμως ε; Κύριος.
Θυμήθηκα το καλάθι με τα λευκά γαρύφαλλα που είχε καταφτάσει το απόγευμα της παραμονής του γάμου,με την κάρτα του και τις ιδιόχειρες ευχές.
                  Εύχομαι ολόψυχα βίον ανθόσπαρτον.
                          Δημήτριος Λάμπρου.
Καλωσύνη του  ,σκέφτηκα.Στο κάτω-κάτω ,δεν τον είχα καλέσει ούτε για να κρατήσω τα προσχήματα.
Επί ένα μήνα ,μιλούσαμε στο τηλέφωνο κάθε τρεις τέσσερεις μέρες και κάθε τόσο ,
φτάνανε με το ταχυδρομείο κάρτες απ΄όλες τις πόλεις που περνούσαν με σχόλια στο πίσω μέρος που περιγράφανε την απόλυτη ευτυχία που ζούσαν.Κάρτες από τη Βερόνα,τη Φλωρεντία το Μιλάνο ,τη Ρώμη ,τη Νάπολι.Είχαν πάρει αμπάριζα όλη την Ιταλική χερσόνησο.Να προσέχετε τους λέγαμε στο τηλέφωνο.Σας πεθυμήσαμε,μας απαντούσαν.Και περνούσαν οι μέρες-εγώ δουλειά,ο Γιάννης στα μαθήματα και τα τύμπανά του. Με το Χρήστο,μετά από κείνο το πρώτο τηλεφώνημα,είχαμε συναντηθεί αρκετές φορές.Μ΄άρεσε η παρέα του-τον εύρισκα ενδιαφέροντα,με άποψη,ήταν καλός συνομιλητής –είχαμε συζητήσει για χίλια δυο πράγματα και θέματα.Ταιριάζαμε αρκετά αλλά παρ΄όλο που ήξερα πόσο μετρούσε για μένα,με τρόμαζε λίγο η προσπάθειά του να εκβιάσει μερικές φορές μια μεγαλύτερη οικειότητα ανάμεσά μας.Ο κυοφορούμενος έρωτάς μου,δεν με είχε ακόμα τυφλώσει στο βαθμό που να μη βλέπω τα πιθανά εμπόδια.Με φόβιζε η διαφορά ηλικίας.Εκείνος σαράντα και, εγώ είκοσι.Μέχρι τότε οι άντρες που συναναστρεφόμουν στις κοριτσίστικες παρέες  μου δεν έφταναν ούτε τα εικοσιπέντε.
Μ΄αυτούς τάβγαζα πέρα άνετα.Μ΄έναν άντρα σαράντα χρονών όμως,ένιωθα κάπως στριμωγμένη-ένοιωθα άβολα.Θα μπορούσε να είναι και πατέρας μου σκεφτόμουν καμιά φορά.Αν άπλωνε χέρι πάνω μου ένας εικοσιπεντάρης και δεν το γούσταρα,
θα τούρριχνα στο άνετο μια μπούφλα και θα τελείωνε.΄Όμως,την πρώτη φορά που ο Χρήστος με πλησίασε πιο τολμηρά,δεν τόλμησα ν΄αντιδράσω.Τον άφησα να με φιλήσει-το πρώτο μου πραγματικό φιλί,δέχτηκα το χάδι του και μ΄άρεσε αλλά όταν εκείνος θέλησε να προχωρήσει,τρόμαξα τόσο πολύ που έβαλα τα κλάματα.΄Όχι,δεν τόθελα έτσι.΄Όχι τόσο γρήγορα-και σίγουρα όχι μέσα σ΄ένα αυτοκίνητο.Τον ένιωσα να παγώνει.Τον έθιξα;Μπορεί.Μου πέταξε ένα αναστατωμένο «με συγχωρείς Βέρα»
κι΄έβαλε μπροστά τη μηχανή.Ανεβήκαμε τη Λεωφόρο Σουνίου μέχρι το Π.Φάληρο μέσα σε αβάσταχτη σιωπή κι΄όταν μ΄άφησε έξω απ΄το σπίτι,δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να με πλησιάσει.Θα τηλεφωνηθούμε ,είπε κι΄εξαφανίστηκε σπινάροντας.
Εξαφανίστηκε και για τις επόμενες μέρες.Δεν τον ξαναείδα στο γραφείο,ούτε μου ξανατηλεφώνησε.Καλύτερα έτσι,σκεφτόμουν.Πού πήγαινες να μπλέξεις μ΄έναν άντρα είκοσι χρόνια μεγαλύτερό σου-και είναι και χήρος-αυτό πού το πας;Πολλά είχα ακούσει για το «φάντασμα της νεκρής συζύγου» που είναι πάντα ε κ ε ί,ανάμεσα στο
καινούργιο ζευγάρι και το στοιχειώνει,με σχόλια φίλων και συγγενών ειπωμένα τάχα μου χωρίς κακή πρόθεση,με συγκρίσεις σιωπηρές,με φωτογραφίες της απελθούσας κρυμένες βαθειά σε συρτάρια-τα ήξερα όλ΄αυτά.Η Φωτεινή,η φίλενάδα της μαμάς είχε χωρίσει  γιατί δεν μπόρεσε ν΄αντέξει το «βάρος» της πεθαμένης πρώτης γυναίκας του άντρα που παντρεύτηκε.Ακόμα χειρότερο,που ο Χρήστος την αγαπούσε τη δικιά του-έτσι είχε πει η Ξένη,πήγε να πεθάνει όταν την έχασε,είχε πει.Βεράκι ,άστο-καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα.Το είχα πάρει απόφαση πως μέχρι εδώ ήταν,δεν θα τον ξανάβλεπα.Τί περίμενε δηλαδή-πως θάπεφτα στην αγκαλιά του λιπόθυμη από ηδονή με το πρώτο κάλεσμα;Τον γελάσανε.΄Ο,τι κι΄αν ένοιωθα γι΄αυτόν θα τόβαζα στην κατάψυξη-θα το πάγωνα.

Τρίτη μεσημέρι,29 μέρες μετά την αναχώρηση της μαμάς και του μπαμπά,ήρθε το τηλεφώνημα.
-Είμαστε Πάτρα.Τρώμε κάτι ,πίνουμε κι΄ένα καφεδάκι και ξεκινάμε γι΄Αθήνα.
-Πώς πήγε το ταξίδι,καλά;
-Τέλειο! ΄Όλα καλά εκεί;
-Μια χαρά μανούλα μου.Σας περιμένουμε.
-΄Όχι παιδί μου,μη μας περιμένετε.Δε ξέρω τι ώρα θα φτάσουμε,θα το πάμε με το μαλακό και μπορεί ν΄αργήσουμε.
-Εντάξει μαμά μου,μόνο να προσέχετε,έτσι;
-Θα προσέχουμε κοριτσάκι μου,μην ανησυχείς. Σας φιλούμε.Τα λέμε σπίτι.

Απ΄το ισόγειο άκουσα τη φωνή της κυρα- ΄Αρτεμις.
-Βέρα,έβγα λίγο να σου πω παιδί μου…
Βγήκα στο μπαλκόνι.
΄Ηταν στο τελευταίο σκαλοπάτι και κοιτούσε ψηλά προς το μέρος μου.
-Απόψε δεν έρχονται οι δικοί σου;
-Απόψε κυρα-΄Αρτεμι.
-΄Ελα κάτω μια στιγμή κοκώνα μου που σε θέλω…
΄Ωσπου να κατέβω τη σκάλα, είχε ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματός της.Κρατούσε ένα μικρό ταψί που μου τόβαλε στα χέρια.΄Εφτιαξα λίγο μπακλαβά
να τους γλυκάνω.Πάρτο κοκώνα μου και καλώς να τους δεχτείτε.
-Αχ,βρε κυρία ΄Αρτεμι,είσαι ένας ΄αγγελος-έκανες τόσο κόπο για μας;
-Χαλάλι παιδί μου και καλοφάγωτο.
 Ανέβηκα με το ταψί στο χέρι.Εννιά κι΄ακόμα δεν είχαν φανείΠολύ στο μαλακό το πήγαιναν φαίνεται ή καθυστέρησαν στην Πάτρα.Ο Γιάννης μπήκε στην κουζίνα για το συνηθισμένο τοστ του και το μάτι του γυάλισε βλέποντας το ταψί με το μπακλαβά.
-Μην κάνεις όρεξη αγόρι μου-είναι το καλωσόρισμα της κυρα-΄Αρτεμις.
Η ζέστη άρχισε να γίνεται ενοχλητική.Είχε μεσώσει ο Αύγουστος-φυσικό ήταν.
΄Ανοιξα τέντα τη μπαλκονόπορτα του σαλονιού και στρώθηκα στην τηλεόραση.Ο Μαγκάρετ σε απίθανη δράση.Τσάκισα δυο τσιγαράκια με τον καφέ που έφτιαξα δήθεν για να με κρατήσει ξύπνια.Μάταιος κόπος-τα μάτια μου κλείνανε.Ξανακοίταξα το ρολόι μου.Κόντευε έντεκα.Σηκώθηκα και πήγα μέχρι το δωμάτιο του Γιάννη.Την είχε πέσει με τ΄ακουστικά στ΄αυτιά.Δοκίμασα να του τα βγάλω και να κλείσω το ραδιόφωνο.
-΄Αστα εκεί που είναι ..
-Νόμιζα πως κοιμόσουν αγόρι μου..
-Ακόμα δεν ήρθανε;
-Ακόμα..
-Ξύπνα με όταν φτάσουν.
-Μάλιστα αφέντη μου!
Ξαναγύρισα στο σαλόνι.΄Εκλεισα την τηλεόραση και βγήκα στη βεράντα.Στο δρόμο μας ,ούτε ψυχή.΄Εντεκα και μισή το αποφάσισα.Θα πάω για ύπνο κι΄ότι ώρα θέλουν ,ας έρθουν.Αυτοί καλοπερνάνε κι΄εγώ έχω ρέψει στα πόδια μου.΄Εκανα ένα ντους στα γρήγορα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου.Πρέπει να με πήρε ο ύπνος αμέσως.
Και τότε τον ξαναείδα.Στο άνοιγμα της μπαλκονόπορτας ,με φόντο τ΄Αυγουστιάτικο φεγγάρι.Μια πελώρια,σκοτεινή φιγούρα ,χωρίς πρόσωπο.Απόκοσμη,τρομαχτική.Προ-
σπάθησα πάλι να φωνάξω με φωνή που δεν έβγαινε απ΄το λαρύγγι μου,τρέχοντας ξυπόλυτη προς το μέρος του:Φύγε-ποιος είσαι,δε σε ξέρω-τι θέλεις εδώ,φύγε,φύγε!...
΄Απλωσε τα μπράτσα,ακούμπησε τα χέρια στους ώμους μου και μ΄έπρωξε με δύναμη προς τα πίσω: ΄Όχι από δω,είπε ,από κει-τρέξε,τρέξε να με προλάβεις…Καμπάνες χτυπούσαν δαιμονισμένα-γιατί,αναρωτήθηκα ,τέτοια ώρα δεν έχει εσπερινό,γιατί χτυπούν οι καμπάνες; Ξύπνησα λουσμένη στον ιδρώτα όπως την πρώτη φορά-το τηλέφωνο…χτυπούσε το τηλέφωνο!΄Ετρεξα σκοντάφτοντας στη μισόκλειστη πόρτα,μέχρι το χωλ-το τηλέφωνο εξακολουθούσε να χτυπά..Το σήκωσα τρέμοντας ακόμα απ΄τον εφιάλτη.
-Μαμά;;;
Μια άγνωστη,άχρωμη φωνή με ρώτησε.
-Οικία Καρούσου;
-Μάλιστα…
-Με ποια κυρία μιλώ;
-Βέρα Καρούσου-τι συμβαίνει;
-Ακούστε κυρία Καρούσου,σας τηλεφωνώ από το Κρατικό Νικαίας.Μας έφεραν δυο τραυματίες από τροχαίο-από τα χαρτιά τους βρήκαμε το τηλέφωνό σας και τα ονόματά τους……
Δεν μπορούσα ν΄αρθρώσω λέξη-σαν να με χτύπησε κεραυνός..
-..Ναι;;;μ΄ακούτε;
-Ακούω..
-Κωνσταντίνος και Παυλίνα Καρούσου-τους γνωρίζετε;
-Οι γονείς μου….
-Λυπάμαι πολύ κυρία Καρούσου,πρέπει να έρθετε αμέσως….
-Ζουν;;-Το μόνο που μπόρεσα να πω.
-Μάλιστα αλλά η κατάστασή τους είναι κρίσιμη-ελάτε το γρηγορότερο.
Τα μάτια μου ήταν στεγνά-δεν μπορούσα ούτε να κλάψω.΄Ενοιωθα το λαιμό μου σφιγμένο σαν κάποιο αόρατο χέρι να μου είχε περάσει θανατηφόρα θηλειά.Θα λιποθυμήσω,σκέφτηκα.΄Όχι,Βέρα ,δεν πρέπει-κρατήσου,πάρε το τιμόνι,σε χρειάζονται.Πήγα ,ζωντανό πτώμα μέχρι το δωμάτιο του Γιάννη.Ξύπνα και ντύσου του φώναξα,τραβώντας τον άγρια απ΄το χέρι.Σηκώθηκε αναστατωμένος,
-Τι τρέχει,τρελλάθηκες;
-Η μαμά κι΄ο μπαμπάς…
Με κοίταξε ρωτώντας με βουβά με τα μάτια ορθάνοιχτα.
-Δυστύχημα…..Ντύσου γρήγορα και κατέβα να βρεις ταξί.Πρέπει να τηλεφωνήσω στο Ραγκιαβή.
Ο εφιάλτης..ο εφιάλτης χωρίς πρόσωπο…τρέξε να με προλάβεις μου είχε πει και τις δυο φορές ….τρέξε να με προλάβεις….

Ο Ραγκιαβής ήταν ήδη εκεί όταν φτάσαμε στο Νοσοκομείο.Μας περίμενε στην είσοδο.΄Ετρεξε προς το μέρος μας-μας αγκάλιασε και τους δυο,κλαμένος,φουρτουνιασμένος.
-Κύριε Θέμη,τους είδατε;Πώς είναι-πες τε μας σας παρακαλώ……
-Βέρα,είσαι η πιο μεγάλη-πρέπει να φανείς δυνατή-πρέπει να φανείτε κι΄οι δυο δυνατοί-να στηρίξετε ο ένας τον άλλο….
-Κύριε Θέμη πες τε μας ,σας παρακαλώ,πού τους έχουν,πρέπει να πάμε κοντά τους.
-Θα σας πάω να δείτε τη μητέρα σας –την έχουν στην εντατική.Χτύπησε στο κεφάλι κι΄έχει κατάγματα στα χέρια και τα πόδια αλλά είναι εκτός κινδύνου.
-..Ο μπαμπάς;Πώς είναι ο μπαμπάς.
-Δυστυχώς παιδί μου..αυτό που έγινε είναι άδικο-δεν το θέλει ούτε ο Θεός.Κουράγιο
παιδιά μου,κουράγιο-μόνο αυτό μπορώ να πω.Ο Γιάννης είχε ακουμπήσει στον τοίχο κι΄είχε κρυμμένο το πρόσωπο στις παλάμες του.Το κορμί του τιναζόταν-έκλαιγε.΄Ενοιωθα σαν να βρισκόμουν σε άλλη διάσταση και τάβλεπα όλα γύρω μου από απόσταση.Δεν ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό.Δεν ήταν.Ο μπαμπάς κι΄η μαμά γυρνούσαν απ΄το ταξίδι του γάμου τους,ξανά μαζί κι΄ευτυχισμένοι.Δεν ήταν δυνατόν να τους είχε στήσει η μοίρα μια τέτοια εφιαλτική παγίδα.Θυμήθηκα τα λόγια της θείας Ανεζώς στη μαμά τη μέρα του γάμου:
-Οπού γράφει δε ξεγράφει νύφη μου.Ο Θεός είπε κι΄ελάλησε-κι΄η βούλησή του όρντινο τζόγια μου…
Αγκάλιασα το Γιάννη απ΄τους ώμους και μαζί με το Ραγκιαβή μπήκαμε στο Νοσοκομείο.

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΤΑΝ Η ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ"

ΖΗΤΩ ΤΑΠΕΙΝΑ ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ,ΠΟΥ ΑΠΟ ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ ΠΕΡΑΣΑ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΤΑΝ Η ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ"



 ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΗΣ



Την αδερφή μου τη βαφτίσαμε κατακαλόκαιρο του 50.Σχεδόν διόμισυ χρονών.Στα δεύτερα γενέθλιά της η μαμά πήγε να σκάσει απ΄τη στενοχώρια που το παιδί δεν είχε ακόμα επισήμως όνομα.Τί να κάναμε όμως ;Ο θείος μου,μικρότερος αδερφός του μπαμπά που θα γινόταν και νονός της ήταν ναυτικός.Τα προηγούμενα χρόνια ταξίδευε μηχανικός με την πολύπαθη ΣΟΦΙΑΝΟΥΛΑ στα γύρω νησιά.Το 48,λίγο μετά τη γέννηση της αδερφής μου μπαρκάρισε για πρώτη φορά σε φορτηγό κι΄άρχισε τα μακρυνά ταξίδια σ΄όλο τον κόσμο.Τότε τα μπαρκαρίσματα δεν ήταν όπως τώρα.Χρονικά όρια σχεδόν δεν υπήρχαν-πολλές φορές κρατούσαν και δύο χρόνια ή και περισσότερο.’ Επρεπε λοιπόν να τον περιμένουμε να γυρίσει.
Παρ΄όλ΄αυτά εμείς –μια και ήταν προαποφασισμένο –της δώσαμε το όνομά της ανεπισήμως:Καλοτίνα-απ΄την Καλυμνιά γιαγιά μου που είχε πεθάνει φέρνοντας στον κόσμο το μπαμπά.

Η μαμά , «εξευγένισε» το όνομα που δεν της φαινόταν και πολύ εύηχο και τόκανε Τίτα.Κι΄όταν προέκυψε η ανάγκη ορισμού της ονομαστικής της εορτής ,μια και της Αγίας Καλοτίνας δεν υπήρχε στο εορτολόγιο αποφάσισε να τη γιορτάζουμε της Αγίας Αικατερίνης  στις 25 Νοεμβρίου.Αυτό,στα χρόνια που ακολούθησαν προκαλούσε σύγχιση στους φίλους της ιδιαίτερα τους καινούργιους:
-Α! Απ΄το Αικατερίνη είναι το Τίτα;
-΄Όχι,απ΄το Καλοτίνα.!
-Καλοτίνα;Τι όνομα είν΄αυτό;
-Καλύμνικο!Της γιαγιάς μου!
-Και γιατί γιορτάζεις της Αγίας Αικατερίνης;
-Για να ρωτάς και να μη μαθαίνεις!!

΄Ηρθε λοιπόν επιτέλους ο θείος κι΄ένα καλοκαιρινό Κυριακάτικο απόγευμα,φορέσαμε όλοι τα καλά μας και κατ΄ευθείαν στα Εισόδεια στο Νιοχώρι όπου περίμεναν οι φίλοι κι΄οι γνωστοί να «μαρτυρήσουν» το μυστήριο.

Η αδερφή μου μπήκε χοροπηδώντας στην εκκλησία κρατώντας απ΄το χέρι το θείο μου.Οι πολυέλαιοι αναμένοι,ο Παπαναστάσης ανασκουμπωμένος πάνω απ΄την κολυμπήθρα να δοκιμάζει το νερό που τούριχνε στα χέρια η εκκλησάρισσα ,ο κόσμος ένα γύρω,σαν κάτι να μην της άρεσε.Πήγε και χώθηκε στη φούστα της μαμάς.Κι εκεί την περίμενε η οδυνηρή έκπληξη.Η μαμά  και η νονά μου άρχισαν να τη ξεγυμνώνουν .Μετά την πήγανε σηκωτή στον παπά.Εκείνος την άρπαξε απ΄τις μασχάλες και πήγε να τη βουτήξει στο νερό.Αμ΄δε!η μικρή είχε στηλώσει τα πόδια στον πάτο της κολυμπήθρας βάζοντας ξαφνιασμένη τα κλάματα .Είδε κι΄έπαθε ο Παπαναστάσης –στο τέλος τα κατάφερε.
 -Βαπτίζεται η δούλη του Θεού…..
-Μαμάααα
-Καλοτίνα
-Μαμά μουουου
-Εις το όνομα του Πατρός……..
-Μαμάααα!!
Με το Αμήν την απόθεσε στην αγκαλιά του νονού της .
-Πάρτην τέκνο μου να σου ζήσει και πάντα άξιος-ασήκωτη μου τη φέρατε…

Από κει και μετά τα πράγματα ηρέμησαν.Τή ντύσανε με το σιέλ ταφταδένιο φορεματάκι που της είχε ράψει η μαμά ,της δέσανε και ασορτί κορδέλλα στα μαλάκια,  να και ο χρυσός σταυρός στο στήθος-όλα καλά.
Μετά κράτησε τη λαμπάδα που ήταν πιο μεγάλη απ΄το μπόι της και όρθια δίπλα στο νονό της  άκουσε καμαρώνοντας τις υπόλοιπες ευχές


Το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς πήγα στην Πρώτη Γυμνασίου.Καζούλλειον Γυμνάσιον Θηλέων.Ο μεγαλύτερος αδερφός μου πήγαινε ήδη στο Δημοτικό.Τα δυο μικρά ανθίζανε,η μαμά ήρθε στα ίσα της κι΄η Ελένη αποφάσισε ν΄αποκατασταθεί.
Βρέθηκε γαμπρός στο νησί της,οι γονείς της γράψανε στη μαμά «ναρθεί το κορίτσι να νοικοκυρευτεί να μη ξενοδουλεύει»,η μαμά έδωσε την ευχή της με σπαραγμό καρδίας γιατί το Λενάκι το αγαπούσε,άσε που είχε γίνει πια το δεξί της χέρι κι΄έτσι ένα πρωί
 μας φίλησε όλους σταυρωτά πλαντάζοντας στο κλάμα,ο μπαμπάς την κατέβασε στο λιμάνι με τη βαλίτσα στο χέρι και πάει κι΄αυτή δεν την ξαναείδαμε.
Μόνο η Ανθή μας έμεινε να βοηθάει τη μαμά με τις μπουγάδες δυο φορές τη βδομάδα.
Η ζωή μας πήρε το δρόμο της ανάμεσα σε χρόνια εύκολα και χρόνια δύσκολα.
Η βαρκούλα μας,πότε αρμένιζε σε ήρεμα νερά ,πότε βολόδερνε στο πέλαγο,μερικές φορές στο παρατρίχα να μπατάρει.
Οι δουλειές του μπαμπά πότε τρέχανε και πότε κουτσαίνανε.΄Όταν τρέχανε ,ποιος τη χάρη μας.Νοίκιαζε κάθε τόσο ταξί με την ημέρα –για αυτοκίνητο ούτε συζήτηση εκείνο τον καιρό-και ξαμολιόμασταν σε ημερήσιες εκδρομές.Ροδίνι,Καλλιθέα, Λίνδο,Φιλέρημο,Πεταλούδες,Κάμειρος,οι τακτικοί μας προορισμοί.Η μαμά έβαζε τα ωραία ταγιέρ που έραβε μόνη της με τη γούνα λύκου στο λαιμό αν ήταν χειμώνας ή τα ανάλαφρα εμπριμέ της φορέματα αν ήταν καλοκαίρι και χαιρόταν αυτές τις εξόδους σαν μικρό παιδί.Γέμιζε τις μπαταρίες της για τις περιόδους ανομβρίας που ήταν παραπάνω από σίγουρο πως θ΄ακολουθούσαν.Σε τέτοιες περιόδους τη βγάζαμε με βόλτες στο Μαντράκι και παγωτό χωνάκι στο ΚΙΤ ΚΑΤ,ποδηλατάδες μέχρι το Καρακόνερο ο αδερφός μου κι΄εγώ –γιατί όλα κι΄ όλα,ποδήλατα είχαμε-και Κυριακάτικο πόκερ των μεγάλων στο σπίτι,με το νονό μου να μετρά και να ξαναμετρά τις φίσσες στο τέλος του παιχνιδιού.Αργά και πού και κανένα σινεμαδάκι ,απογευματινή προβολή κι΄αν το έργο ήταν βέβαια κατάλληλο.

Η Ρόδος έγινε ο τόπος μας.Δεθήκαμε με το νησί.Με το χώμα που πρωτοπερπατή-
σαμε ,με τον αέρα ,με τη θάλασσα που ξελόγιαζε το βλέμμα μας με τον κυμματισμό της τους χειμώνες και χάϊδευε τα σώματά μας τα καλοκαίρια.Δεθήκαμε με τους ανθρώπους ,με τους φίλους στη γειτονιά και στο σχολείο.Με τα ψηλά κυπαρίσσια που χώριζαν το μεγάλο,παληό ,τούρκικο σπίτι μας απ΄το διπλανό τζαμί με το μιναρέ χρόνια ορφανό από χότζα.Δεθήκαμε με την πολύχρωμη γη την άνοιξη –η νονά μου  στις  ανοιξιάτικες Κυριακάτικες οικογενειακές βόλτες μούλεγε πάντα το ίδιο εκστασιασμένη:Μύρισε κόρη μου,μύρισε! Την άνοιξη και το γαϊδουράγκαθο  μοσκοβολά!!
Αυτό το δέσιμο ζωής με το νησί,πέρασε αναλοίωτο και στα παιδιά μας.Ακόμα τώρα ο γυιος μου ,που λόγω δουλειάς  βρίσκεται αρκετά συχνά εκεί, μου στέλνει κάθε φορά μήνυμα στο κινητό:-Μάνα, έφτασα .Φιλώ τα άγια χώματα!!

Στις αρχές της δεκαετίας του 50 η Ρόδος δεν ήταν αυτό που έγινε λίγα χρόνια αργότερα.Οι μόνοι τουρίστες –συνήθως νιόπαντρα ζευγάρια-ήταν οι «Αθηναίοι»που ερχόντουσαν για να θαυμάσουν τις ομορφιές του νησιού και να ψωνίσουν φτηνά  υφάσματα,χρυσαφικά ,κρύσταλλα και ομπρέλλες.Τα πάντα στο νησί ήταν ακόμα αφορολόγητα-και η Ρόδος είχε γίνει  «μόδα».
Κοντά σ΄αυτά και ο  6ος  στόλος .Κάθε λίγο και λιγάκι το Μαντράκι  κι΄η Παληά Πόλη γέμιζαν από στρατιές Αμερικανών ναυτών.Το  «κούριερ» με το αερόστατο από πάνω μόνιμα αραγμένο στο λιμάνι-έβγαινε στ΄ανοιχτά μόνο όταν ερχόταν τα πλοία της γραμμής για να τους κάνει χώρο-φιλοξενούσε τη  Φωνή της Αμερικής, το σταθμό απ΄όπου άκουγα μετά μανίας αμερικάνικα τραγούδια.Το θεωρούσα επιβεβλημένο μια και είχα ήδη αρχίσει να μαθαίνω Αγγλικά.Η μαμά πάλι προτιμούσε τα Ελληνικά τραγούδια.Της άρεσε η Σοφία Βέμπο και τρελλαινόταν με τη Νινή Ζαχά και την «Κατινιώ « της.Η αδερφή μου που κόντευε πια τα πέντε, ανακάλυψε ξαφνικά τη νοστιμιά που είχαν τα φρέσκα αγγουράκια και ξόδευε το χαρτζιλικάκι που της έδινε η μαμά στο «πράσινο» περίπτερο της γωνιάς που ήταν και μανάβικο.Εγώ ξόδευα το δικό μου χαρτζιλίκι σε τσιχλόφουσκες με φωτογραφίες ηθοποιών του Χόλλυγουντ και ήμουν ερωτευμένη με τον ΄Ερρολ Φλυν κι΄ένα αγόρι από το Βενετόκλειον Γυμνάσιον Αρρένων.


Θείες και ξαδέρφια άρχισαν νάρχονται απ΄την Αθήνα τα καλοκαίρια για διακοπές –μεγάλη χαρά για τη μαμά που έβλεπε τους συγγενείς που της έλειπαν κι΄αποκτούσε επαφή με την Αθήνα που έτσι κι΄αλλιώς την είχε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού της.Μεγάλη χαρά και για μας που με τους επισκέπτες εξ Αθηνών στο σπίτι,είχαμε όσο να πεις πιο μεγάλη ελευθερία κινήσεων,μόνιμη παρέα και καθημερινά σουλάτσα και κεράσματα.Στο τέλος των διακοπών όταν ανεβαίναμε στο ΑΙΓΑΙΟΝ ν΄αποχαιρετήσουμε τους αναχωρούντες έπεφτε κάθε φορά μαύρο κλάμα-το καλοκαίρι ήταν πίσω κι΄ο χειμώνας μπροστά.







Στα έξη η αδερφή μου πήγε στην πρώτη δημοτικού.Με τη μπλε ποδιά , τον άσπρο γιακά και δυο αντικρυστούς φιόγκους στο κεφάλι.Η άποψη του  styling της μαμάς μου για τα κοριτσάκια δεν άλλαξε ποτέ.Αν κρίνω από τις παιδικές μου φωτογραφίες,
φιόγκοι στόλιζαν και το δικό μου κεφάλι όπως το κεφαλάκι της αδερφής μου.Με φιόγκους επιχείρησε να στολίσει πολύ αργότερα και το κεφαλάκι της κόρης μου.Μόνο που αυτή τη φορά την πρόλαβα και της χάλασα τα σχέδια.







Την αδερφή μου τη βαφτίσαμε κατακαλόκαιρο του 50.Σχεδόν διόμισυ χρονών.Στα δεύτερα γενέθλιά της η μαμά πήγε να σκάσει απ΄τη στενοχώρια που το παιδί δεν είχε ακόμα επισήμως όνομα.Τί να κάναμε όμως ;Ο θείος μου,μικρότερος αδερφός του μπαμπά που θα γινόταν και νονός της ήταν ναυτικός.Τα προηγούμενα χρόνια ταξίδευε μηχανικός με την πολύπαθη ΣΟΦΙΑΝΟΥΛΑ στα γύρω νησιά.Το 48,λίγο μετά τη γέννηση της αδερφής μου μπαρκάρισε για πρώτη φορά σε φορτηγό κι΄άρχισε τα μακρυνά ταξίδια σ΄όλο τον κόσμο.Τότε τα μπαρκαρίσματα δεν ήταν όπως τώρα.Χρονικά όρια σχεδόν δεν υπήρχαν-πολλές φορές κρατούσαν και δύο χρόνια ή και περισσότερο.’ Επρεπε λοιπόν να τον περιμένουμε να γυρίσει.
Παρ΄όλ΄αυτά εμείς –μια και ήταν προαποφασισμένο –της δώσαμε το όνομά της ανεπισήμως:Καλοτίνα-απ΄την Καλυμνιά γιαγιά μου που είχε πεθάνει φέρνοντας στον κόσμο το μπαμπά.

Η μαμά , «εξευγένισε» το όνομα που δεν της φαινόταν και πολύ εύηχο και τόκανε Τίτα.Κι΄όταν προέκυψε η ανάγκη ορισμού της ονομαστικής της εορτής ,μια και της Αγίας Καλοτίνας δεν υπήρχε στο εορτολόγιο αποφάσισε να τη γιορτάζουμε της Αγίας Αικατερίνης  στις 25 Νοεμβρίου.Αυτό,στα χρόνια που ακολούθησαν προκαλούσε σύγχιση στους φίλους της ιδιαίτερα τους καινούργιους:
-Α! Απ΄το Αικατερίνη είναι το Τίτα;
-΄Όχι,απ΄το Καλοτίνα.!
-Καλοτίνα;Τι όνομα είν΄αυτό;
-Καλύμνικο!Της γιαγιάς μου!
-Και γιατί γιορτάζεις της Αγίας Αικατερίνης;
-Για να ρωτάς και να μη μαθαίνεις!!

΄Ηρθε λοιπόν επιτέλους ο θείος κι΄ένα καλοκαιρινό Κυριακάτικο απόγευμα,φορέσαμε όλοι τα καλά μας και κατ΄ευθείαν στα Εισόδεια στο Νιοχώρι όπου περίμεναν οι φίλοι κι΄οι γνωστοί να «μαρτυρήσουν» το μυστήριο.

Η αδερφή μου μπήκε χοροπηδώντας στην εκκλησία κρατώντας απ΄το χέρι το θείο μου.Οι πολυέλαιοι αναμένοι,ο Παπαναστάσης ανασκουμπωμένος πάνω απ΄την κολυμπήθρα να δοκιμάζει το νερό που τούριχνε στα χέρια η εκκλησάρισσα ,ο κόσμος ένα γύρω,σαν κάτι να μην της άρεσε.Πήγε και χώθηκε στη φούστα της μαμάς.Κι εκεί την περίμενε η οδυνηρή έκπληξη.Η μαμά  και η νονά μου άρχισαν να τη ξεγυμνώνουν .Μετά την πήγανε σηκωτή στον παπά.Εκείνος την άρπαξε απ΄τις μασχάλες και πήγε να τη βουτήξει στο νερό.Αμ΄δε!η μικρή είχε στηλώσει τα πόδια στον πάτο της κολυμπήθρας βάζοντας ξαφνιασμένη τα κλάματα .Είδε κι΄έπαθε ο Παπαναστάσης –στο τέλος τα κατάφερε.
 -Βαπτίζεται η δούλη του Θεού…..
-Μαμάααα
-Καλοτίνα
-Μαμά μουουου
-Εις το όνομα του Πατρός……..
-Μαμάααα!!
Με το Αμήν την απόθεσε στην αγκαλιά του νονού της .
-Πάρτην τέκνο μου να σου ζήσει και πάντα άξιος-ασήκωτη μου τη φέρατε…

Από κει και μετά τα πράγματα ηρέμησαν.Τή ντύσανε με το σιέλ ταφταδένιο φορεματάκι που της είχε ράψει η μαμά ,της δέσανε και ασορτί κορδέλλα στα μαλάκια,  να και ο χρυσός σταυρός στο στήθος-όλα καλά.
Μετά κράτησε τη λαμπάδα που ήταν πιο μεγάλη απ΄το μπόι της και όρθια δίπλα στο νονό της  άκουσε καμαρώνοντας τις υπόλοιπες ευχές


Το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς πήγα στην Πρώτη Γυμνασίου.Καζούλλειον Γυμνάσιον Θηλέων.Ο μεγαλύτερος αδερφός μου πήγαινε ήδη στο Δημοτικό.Τα δυο μικρά ανθίζανε,η μαμά ήρθε στα ίσα της κι΄η Ελένη αποφάσισε ν΄αποκατασταθεί.
Βρέθηκε γαμπρός στο νησί της,οι γονείς της γράψανε στη μαμά «ναρθεί το κορίτσι να νοικοκυρευτεί να μη ξενοδουλεύει»,η μαμά έδωσε την ευχή της με σπαραγμό καρδίας γιατί το Λενάκι το αγαπούσε,άσε που είχε γίνει πια το δεξί της χέρι κι΄έτσι ένα πρωί
 μας φίλησε όλους σταυρωτά πλαντάζοντας στο κλάμα,ο μπαμπάς την κατέβασε στο λιμάνι με τη βαλίτσα στο χέρι και πάει κι΄αυτή δεν την ξαναείδαμε.
Μόνο η Ανθή μας έμεινε να βοηθάει τη μαμά με τις μπουγάδες δυο φορές τη βδομάδα.
Η ζωή μας πήρε το δρόμο της ανάμεσα σε χρόνια εύκολα και χρόνια δύσκολα.
Η βαρκούλα μας,πότε αρμένιζε σε ήρεμα νερά ,πότε βολόδερνε στο πέλαγο,μερικές φορές στο παρατρίχα να μπατάρει.
Οι δουλειές του μπαμπά πότε τρέχανε και πότε κουτσαίνανε.΄Όταν τρέχανε ,ποιος τη χάρη μας.Νοίκιαζε κάθε τόσο ταξί με την ημέρα –για αυτοκίνητο ούτε συζήτηση εκείνο τον καιρό-και ξαμολιόμασταν σε ημερήσιες εκδρομές.Ροδίνι,Καλλιθέα, Λίνδο,Φιλέρημο,Πεταλούδες,Κάμειρος,οι τακτικοί μας προορισμοί.Η μαμά έβαζε τα ωραία ταγιέρ που έραβε μόνη της με τη γούνα λύκου στο λαιμό αν ήταν χειμώνας ή τα ανάλαφρα εμπριμέ της φορέματα αν ήταν καλοκαίρι και χαιρόταν αυτές τις εξόδους σαν μικρό παιδί.Γέμιζε τις μπαταρίες της για τις περιόδους ανομβρίας που ήταν παραπάνω από σίγουρο πως θ΄ακολουθούσαν.Σε τέτοιες περιόδους τη βγάζαμε με βόλτες στο Μαντράκι και παγωτό χωνάκι στο ΚΙΤ ΚΑΤ,ποδηλατάδες μέχρι το Καρακόνερο ο αδερφός μου κι΄εγώ –γιατί όλα κι΄ όλα,ποδήλατα είχαμε-και Κυριακάτικο πόκερ των μεγάλων στο σπίτι,με το νονό μου να μετρά και να ξαναμετρά τις φίσσες στο τέλος του παιχνιδιού.Αργά και πού και κανένα σινεμαδάκι ,απογευματινή προβολή κι΄αν το έργο ήταν βέβαια κατάλληλο.

Η Ρόδος έγινε ο τόπος μας.Δεθήκαμε με το νησί.Με το χώμα που πρωτοπερπατή-
σαμε ,με τον αέρα ,με τη θάλασσα που ξελόγιαζε το βλέμμα μας με τον κυμματισμό της τους χειμώνες και χάϊδευε τα σώματά μας τα καλοκαίρια.Δεθήκαμε με τους ανθρώπους ,με τους φίλους στη γειτονιά και στο σχολείο.Με τα ψηλά κυπαρίσσια που χώριζαν το μεγάλο,παληό ,τούρκικο σπίτι μας απ΄το διπλανό τζαμί με το μιναρέ χρόνια ορφανό από χότζα.Δεθήκαμε με την πολύχρωμη γη την άνοιξη –η νονά μου  στις  ανοιξιάτικες Κυριακάτικες οικογενειακές βόλτες μούλεγε πάντα το ίδιο εκστασιασμένη:Μύρισε κόρη μου,μύρισε! Την άνοιξη και το γαϊδουράγκαθο  μοσκοβολά!!
Αυτό το δέσιμο ζωής με το νησί,πέρασε αναλοίωτο και στα παιδιά μας.Ακόμα τώρα ο γυιος μου ,που λόγω δουλειάς  βρίσκεται αρκετά συχνά εκεί, μου στέλνει κάθε φορά μήνυμα στο κινητό:-Μάνα, έφτασα .Φιλώ τα άγια χώματα!!

Στις αρχές της δεκαετίας του 50 η Ρόδος δεν ήταν αυτό που έγινε λίγα χρόνια αργότερα.Οι μόνοι τουρίστες –συνήθως νιόπαντρα ζευγάρια-ήταν οι «Αθηναίοι»που ερχόντουσαν για να θαυμάσουν τις ομορφιές του νησιού και να ψωνίσουν φτηνά  υφάσματα,χρυσαφικά ,κρύσταλλα και ομπρέλλες.Τα πάντα στο νησί ήταν ακόμα αφορολόγητα-και η Ρόδος είχε γίνει  «μόδα».
Κοντά σ΄αυτά και ο  6ος  στόλος .Κάθε λίγο και λιγάκι το Μαντράκι  κι΄η Παληά Πόλη γέμιζαν από στρατιές Αμερικανών ναυτών.Το  «κούριερ» με το αερόστατο από πάνω μόνιμα αραγμένο στο λιμάνι-έβγαινε στ΄ανοιχτά μόνο όταν ερχόταν τα πλοία της γραμμής για να τους κάνει χώρο-φιλοξενούσε τη  Φωνή της Αμερικής, το σταθμό απ΄όπου άκουγα μετά μανίας αμερικάνικα τραγούδια.Το θεωρούσα επιβεβλημένο μια και είχα ήδη αρχίσει να μαθαίνω Αγγλικά.Η μαμά πάλι προτιμούσε τα Ελληνικά τραγούδια.Της άρεσε η Σοφία Βέμπο και τρελλαινόταν με τη Νινή Ζαχά και την «Κατινιώ « της.Η αδερφή μου που κόντευε πια τα πέντε, ανακάλυψε ξαφνικά τη νοστιμιά που είχαν τα φρέσκα αγγουράκια και ξόδευε το χαρτζιλικάκι που της έδινε η μαμά στο «πράσινο» περίπτερο της γωνιάς που ήταν και μανάβικο.Εγώ ξόδευα το δικό μου χαρτζιλίκι σε τσιχλόφουσκες με φωτογραφίες ηθοποιών του Χόλλυγουντ και ήμουν ερωτευμένη με τον ΄Ερρολ Φλυν κι΄ένα αγόρι από το Βενετόκλειον Γυμνάσιον Αρρένων.


Θείες και ξαδέρφια άρχισαν νάρχονται απ΄την Αθήνα τα καλοκαίρια για διακοπές –μεγάλη χαρά για τη μαμά που έβλεπε τους συγγενείς που της έλειπαν κι΄αποκτούσε επαφή με την Αθήνα που έτσι κι΄αλλιώς την είχε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού της.Μεγάλη χαρά και για μας που με τους επισκέπτες εξ Αθηνών στο σπίτι,είχαμε όσο να πεις πιο μεγάλη ελευθερία κινήσεων,μόνιμη παρέα και καθημερινά σουλάτσα και κεράσματα.Στο τέλος των διακοπών όταν ανεβαίναμε στο ΑΙΓΑΙΟΝ ν΄αποχαιρετήσουμε τους αναχωρούντες έπεφτε κάθε φορά μαύρο κλάμα-το καλοκαίρι ήταν πίσω κι΄ο χειμώνας μπροστά.







Στα έξη η αδερφή μου πήγε στην πρώτη δημοτικού.Με τη μπλε ποδιά , τον άσπρο γιακά και δυο αντικρυστούς φιόγκους στο κεφάλι.Η άποψη του  styling της μαμάς μου για τα κοριτσάκια δεν άλλαξε ποτέ.Αν κρίνω από τις παιδικές μου φωτογραφίες,
φιόγκοι στόλιζαν και το δικό μου κεφάλι όπως το κεφαλάκι της αδερφής μου.Με φιόγκους επιχείρησε να στολίσει πολύ αργότερα και το κεφαλάκι της κόρης μου.Μόνο που αυτή τη φορά την πρόλαβα και της χάλασα τα σχέδια.



Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010


Η Βέρα στο βυθό 13         2

Είχε αρχίσει να χαράζει,όταν έφυγε ο Ραγκιαβής.Ο Γιάννης απέναντί μου,στο τραπέζι της κουζίνας,κλαμένος ακόμα κι΄αμίλητοςμε κοίταζε μ΄ένα βλέμμα δαρμένου σκύλου.
Ράγισε η καρδιά μου.Τί να πω σ΄αυτό το αγόρι που είδε τον κόσμο που μόλις είχε αρχίζει να χτίζει με χρυσά όνειρα,ν΄αναποδογυρίζει από ένα φαρμακερό τηλεφώνημα.
Τον αγκάλιασα απ΄τους ώμους,ακούμπησα το κεφάλι μου στο δικό του.΄Ημουν κι΄εγώ απαρηγόρητη,πώς να παρηγορήσω εκείνον;Το μάτι μου έπεσε στο ταψί με το μπακλαβά.΄Όταν τον είχα φέρει από την κυρα-΄Αρτεμι τον είχε λιγουρευτεί.Χωρίς να το πολυσκεφτώ,πήρα απ΄το ντουλάπι ένα πιατάκι ,και χωρίς να τον ρωτήσω έβαλα ένα κομμάτι και τ΄ακούμπησα μπροστά του μαζί μ΄ένα ποτήρι παγωμένο γάλα.
-Φάτο,του είπα.Με κοίταξε διστακτικός.
-Κάνει,βρε Βέρα;
-Αν κάνει τι;
-Κάνει να φάω γλυκό τώρα;
-Γιάννη μου,ένα κομμάτι γλυκό,δεν πρόκειται να μας κάνει μεγαλύτερο κακό απ΄αυτό που μας βρήκε.Φάτο αγάπη μου.Φάτο να σε γλυκάνει-αρκετή πίκρα πήραμε απόψε…Κι΄ύστερα  κατ΄ευθείαν στο κρεβάτι.Μας περιμένει δύσκολη μέρα.Εγώ κατά
τις εννιά θα πάω στο Νοσοκομείο-εσύ δεν χρειάζεται νάρθεις.Μείνε εδώ,μήπως πάρει κανείς τηλέφωνο.
΄Εφαγε το γλυκό,ήπιε και το γάλα και κλείστηκε στο δωμάτιό του.΄Ενοιωθα τις αρθρώσεις μου λυμένες.Το κεφάλι μου βούιζε.Τα μάτια μου καίγανε σαν κάποιος νάχε ακουμπήσει πάνω τους αναμένα κάρβουνα.Αυτό ήταν λοιπόν.Ο ένας στα χέρια του Θεού,στο δρόμο για τον ουρανό κι΄η άλλη  σ΄ένα κρεβάτι νοσοκομείου ανίδεη για το τι την περίμενε όταν θα ξανάνοιγε τα μάτια της.Κι΄εγώ;΄Επρεπε με κάθε τρόπο
να κρατηθώ ,ν΄ανασυνταχτώ για ν΄αντιμετωπίσω τις μέρες οδύνης που θ΄ακολουθούσαν.Πρώτη μου δουλειά,να ζητήσω άδεια σκέφτηκα.Επ΄αόριστον-κι΄αν την πάρω,την πήρα αλλιώς θα παραιτηθώ.Εδώ χρειάζομαι.Εδώ πρέπει να μείνω-κοντά στο Γιάννη και τη μαμά όταν θα βγει απ΄το νοσοκομείο.Πρέπει να τους στηρίξω-και τους δυο.Ποιος θα στήριζε εμένα ούτε που νοιάστηκα.΄Ενοιωθα σιγά σιγά να με κυριεύει μια δύναμη που δεν φανταζόμουν ότι έκρυβα μέσα μου.Θα τους προστάτευα.Ας έσπαγαν πάνω μου τα κύματα-μπορούσα ν΄αντέξω.Αυτό θα ήθελε κι΄ο μπαμπάς από μένα –να σταθώ όρθια-η δυνατή του κόρη που μεγάλωσε κι΄ωρίμασε σε  μια νύχτα.
Δοκίμασα να μπω στην κρεβατοκάμαρα.Δίπλα στο κρεβάτι,οι δυο βαλίτσες ,ένα σακ-βουαγιάζ,μια ελαφριά ζακετούλα και η σπορ ταξιδιωτική της τσάντα.΄Ενας αλλόκοτος θυμός με πλημμύρισε.Κλώτσησα τις βαλίτσες με δύναμη και βγήκα κλαίγοντας απ΄το δωμάτιο.΄Ηρθαν οι βαλίτσες αλλά όχι εκείνοι.Τί να τις κάνω-άχρηστες μου ήταν.
Στο μπάνιο,έρριξα στο πρόσωπό μου κρύο νερό και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου με τα ρούχα.Περίμενα να ξημερώσει για τα καλά για να φύγω για το Νοσοκομείο.Δε με χωρούσε το σπίτι.Σηκώθηκα και βγήκα στο μπαλκόνι.Μισούσα την καινούργια μέρα που ξημέρωνε ,μισούσα τον ήλιο που ανέβαινε κι΄έβαφε με κόκκινο και πορτοκαλί τον ορίζοντα.Η δική μου ψυχή ήταν μαύρισμένη απ΄τον πόνο.Κάτω στην αυλή  είδα με την άκρη του ματιού την κυρα-΄Αρτεμι ν΄ανεβαίνει τα σκαλιά της εισόδου.Σε λίγο
μου χτύπησε το κουδούνι.Μ΄έσφιξε στην αγκαλιά της πολλή ώρα αμίλητη-κι΄αυτή κλαμένη.
-Αχ! Κοκώνα μου, αχ! Βέρα μου τι ήταν αυτό που μας βρήκε παιδί μου.Μου τάπε τα νέα ο κ.Ραγκιαβής την ώρα που έφευγε.΄Ακουσα τη φασαρία, σας είδα με το ταξί μες τ΄άγρια μεσάνυχτα να φεύγετε και τόβαλα με το νου μου-να δεις λέω που κάτι κακό συνέβη-πού να πάει ο νους μου σε τέτοια τραγωδία.Αχ! οι άμοιροι-τι κρίμα,νέος άνθρωπος και πάνω στις καλές τις μέρες…..
Είχαμε καθίσει στην κουζίνα,έφτιαξα καφέ και τον σερβίρισα.Εκεί στη μέση του τραπεζιού ήταν ακόμα το ταψί με το μπακλαβά΄Το είδε η κυρα-΄Αρτεμι και τη ξαναπήραν τα δάκρυα.
-Κι΄εγώ που περίμενα πως και πώς να τους γλυκάνω….Τί κακό ήταν αυτό…
Αλλά πώς να τα βάλεις με το Θεό παιδί μου-έτσι έγραψε έτσι έπραξε…Αγάντα κοκώνα μου-σας άφησε τουλάχιστο τη μανούλα σας-αγάντα παιδί μου.
Νάτο πάλι-οπού γράφει δε ξεγράφει-ο Θεός είπε κι΄ελάλησε κι΄η βούληση του όρντινο.Δεν ήταν ευχή αυτή της θείας Ανεζώς-για ευχή την είπε,ρήση σημαδιακή αποδείχτηκε.
-Για πότε είναι η κηδεία Βέρα μου; Με χτύπησε σαν αστροπελέκι η ερώτησή της.
Η κηδεία;Ποια κηδεία;Ως εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θάπρεπε ν΄ανεβούμε κι΄αυτό το Γολγοθά.Βήμα-βήμα έμπαινα όλο και πιο βαθειά στο δράμα που ζούσα..
-Δε ξέρω κυρά ΄Αρτεμι,ο κ.Ραγκιαβής θα κανονίσει…θα σου πω…
-Ναι παιδί μου να μου πεις σε παρακαλώ νέος άνθρωπος να πάει έτσι στα χαμένα..Κρίμα…Κρίμα…Κρίμα…συνέχισε να λέει μέχρι που άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά.
Κοίταξα το ρολόι μου-οκτώ και τέταρτο.Πρέπει ν΄αλλάξω και να κατέβω να βρω ταξί.
Αγάντα Βέρα..