Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013





ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ- ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ADLIBITUM - ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ!
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012

ΔΑΚΡΥΑ ΣΕ ΜΕΤΑΞΩΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ -ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ 2013 ( ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ)




Πετούσαν τώρα πάνω απ’ τον Ατλαντικό!!Πάνω απ’τις γκρίζες μάζες των σύννεφων που έφταναν μέχρι την άκρη του ορίζοντα.Απ’ τα αραιά και που ανοίγματα,έβλεπε κάτω το γαλάζιο νερό με τις μακρυές,άσπρες  ρυτίδες που χάραζαν στην επιφάνειά του τ’ ασφρισμένα κύμματα.Πάνω απ’ τα σύννεφα,ο ήλιος,άπλωνε ανενόχλητος τη λαμπρή μεγαλειότητά του.Κοίταζε για ώρα,με το μέτωπο ακουμπισμένο στο τζάμι του παραθύρου,το χάος που απλωνόταν κάτω απ’τα πόδια του.΄Ενιωσε δέος.Μεγάλο ταξίδι!!Τρεις ώρες ακόμα για το Χήθροου,ήταν η τελεταία ενημέρωση από το πλήρωμα.Ο ήλιος,τον είχε ζαλίσει ελαφρά.΄Εγειρε το κεφάλι στην πλάτη του καθίσματος κι’ έκλεισε τα μάτια.Η συνοδός που περνούσε με το τρόλευ φορτωμένο ποτά και αναψυκτικά,ρωτούσε τη διπλανή του κυρία αν ήθελε να πιει κάτι.΄Ανοιξε τα μάτια και ζήτησε κι’ εκείνος μια παγωμένη μπύρα. ΄Αδειασε το ποτήρι,σχεδόν μονορρούφι.Ύστερα,έγειρε πάλι πίσω και ξανάκλεισε τα μάτια.Την είδε ολοζώντανη,
Με το γυμνό κορμί της να στάζει έρωτα και ηδονή μετά το πρώτο τους σμίξιμο.Κρατώντας την ακόμα στην αγκαλιά του,εκεί,πάνω στο στενό, φοιτητικό της κρεβάτι,με την τεράστια αφίσσα του κομαντάντε πάνω απ’ τα κεφάλια τους,ορκίστηκε,πως αυτή τη γυναίκα,δεν θα την άφηνε ποτέ να του φύγει.΄Ηταν η
Μοίρα του.Το αποφάσισε έτσι όπως την ένιωθε ζεστή,πάνω στο σώμα του,με το κεφάλι ακουμπισμένο στο ώμο του και τα μάτια κλειστά.Και ξαφνικά τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.Δεν ήταν πια οι ήρεμες λίμνες που πάνω τους ταξίδευαν τα όνειρά του.Είχαν γίνει δυο μαύρες ,σκοτεινές σπηλιές που μέσα τους είχε χαθεί χωρίς να μπορεί να βρει την έξοδο.Η φωνή της που έμοιαζε με χάδι τον μαστίγωνε τώρα,αλύπητα!!
-Δεν σε αντέχω άλλο!!!Κανέναν σας δεν αντέχω!!!!Θέλω να φύγω!!Πέντε χρόνια!Πέντε χρόνια,ζω σαν να είμαι φυλακισμένη.Ήμουν επαναστάτρια εγώ κι’ εσύ προσπάθησες να με κάνεις μια συνηθισμένη γυναίκα.Ε, δεν είμαι!!Θα πάρω το παιδί και θα πάω στους γονείς μου.Θέλω διαζύγιο!!!
Αχ!Λούπε!Λούπε!Πότε σε φυλάκισα αγαπημένη μου;Πότε σου αρνήθηκα την ελευθερία;Πότε σου στέρησα το δικαίωμα να είσαι ο εαυτός σου;Πες καλύτερα πως δεν μ’ αγαπάς.Πως δεν μ’ αγάπησες ποτέ αληθινά.
Πού πάω,αναρωτήθηκε.Σ’ένα τόπο ξένο,μια πατρίδα που δεν τη ξέρω.Σε άγνωστους
ανθρώπους που μέχρι πριν από λίγο καιρό,δεν ήξερα καν πως υπάρχουν.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

ΔΑΚΡΥΑ ΣΕ ΜΕΤΑΞΩΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ  - ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ

Μια μικρή παράγραφος από το επόμενο βιβλίο μου.



΄Εχει μια υπέρτατη γλύκα η επιστροφή του ανθρώπου στα νιάτα του.Είναι ένα ταξίδι
που,μέσα απ’ την ωριμότητα και τη γνώση,το κάνεις ακολουθώντας αντίστροφα 
το ίχνος που άφησες για να φτάσεις εδώ που είσαι,αποφεύγοντας συνειδητά τις
κακοτοπιές που σε τραυμάτισαν,τις μέρες που σε πίκραναν, τα γεγονότα που σε δυσκόλεψαν,σε ταλαιπώρησαν.Παρακάμπτεις τις επικίνδυνες,κλειστές στροφές που παραλίγο θα σε πέταγαν έξω απ΄το δρόμο σου.Δεν θέλεις να τα θυμάσαι όλ’ αυτά.Μόνο τα γλυκά,θέλεις να θυμάσαι ,όμως δεν είναι πάντα στο χέρι σου.Είναι και τα πικρά κομμάτια της ζωής σου που θέλεις δεν θέλεις σε παραμονεύουν και σου βγαίνουν μπροστά,κάθε φορά που επιχειρείς να ταξιδέψεις πίσω στις μέρες της νιότης.


Τρίτη, 16 Απριλίου 2013







Επικαιρότητα και άλλα τινά!!
Από τη στήλη Μέρες Ραδιοφώνου με τη Σέβη
στη διαδικτυακή Σελίδα Βιβλίο και παλιά Δαντέλα



ΜΕΡΕΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ
Η εκπομπή που κάθε Σάββατο,μας φέρνει κοντά στο
Παλιό,αγαπημένο ραδιόφωνο από τον σταθμό
της σελίδας Βιβλίο και Παλιά Δαντέλα
που εκπέμπει στους 0,000 μεγάκυκλους=άπειρο!!!!
Στο μικρόφωνο-πληκτρολόγιο
Η Σέβη Τηλιακού.

Φίλες και Φίλοι αγαπημένοι,
Καλησπέρα κι’ απόψε,ένα ακόμα σαββατόβραδο που εύχομαι να το γεμίσετε
με ώρες χαλάρωσης,ξεκούρασης, συντροφικότητας και ζεστής,φιλικής επικοινωνίας.
Γι’ απόψε,είχα στο μυαλό μου,ένα άλλο θέμα- και ένα άλλο κείμενο.
Όμως, ένα συγκλονιστικό χρονικό που είδα από την ΕΤ 1 στην αρχή της εβδομάδας,
στα πλαίσια του «αφιερώματος» στο 40,μ’ έκανε ν’ αλλάξω γνώμη. Αυτές οι συνε-
χούς ροής  εκπομπές, με αρχειακό υλικό από τα χρόνια της Ναζιστικής κατοχής,θα συνεχιστούν μέχρι τις 31 Οκτωβρίου. Αν δεν το έχετε υπ’ όψιν σας, μεταδίδονται
κάθε μέρα από τις 5 το απόγευμα και φέρνουν μπροστά μας εικόνες που ραγίζουν καρδιές και μάτια.Εικόνες φρίκης στο επισόδειο της περασμένης Δευτέρας,από το 1941 τη χρονιά της μεγάλης πείνας. Τότε που οι άνθρωποι σωριάζονταν άψυχοι στους δρόμους από την ασιτία.Τότε που τα παιδιά με τα σκελετωμένα κορμάκια και τις
πρησμένες κοιλίτσες άφηναν την τελευταία τους ανάσα,εκλιπαρώντας με μάτια γεμάτα απορημένο παράπονο,για μια σταγόνα ζωής.
Εμείς που πονέσαμε και κλάψαμε,βλέποντας τις εικόνες των λιμοκτονούντων παιδιών
της Μπιάφρα,της Ουγκάντα και άλλων χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου,θυ-
μάτων επίσης των ατελείωτων και γενοκτόνων πολέμων,δεν ξεχνάμε  πως 900.000
περίπου Έλληνες –ανάμεσά τους εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά μας, εξοντώθηκαν από  
την Πείνα και τα εκτελεστικά αποσπάσματα στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής. Όχι δεν θα την πω ναζιστική,Γερμανική θα την πω εκείνη την κατοχή.Γιατί και σήμερα,μέσα στη χλαπαταγή των ρηχών αλλά μεθοδευμένων δηλώσεων,των «κόκκινων γραμμών»,των απειλών,των φωνασκιών της δήθεν «αντίστασης» των κυβερνητών μας ντόπιων και εισαγόμενων,έχω την οδυνηρή εντύπωση –όπως και πολλοί από σας φαντάζομαι- πως πάλι μια Γερμανική κατοχή ζούμε- άτυπη ίσως(ακόμα),κατοχή πάντως.
Τα παιδιά μας λιποθυμούν στις σχολικές αυλές,, πάνε με τα πόδια στο σχολείο γιατί
δεν μας «επιτρέπεται» να ξοδέψουμε για τη  μεταφορά τους κι’ όπου νάναι πιάνουν στα βόρεια,τα κρύα ,τα χιόνια κι’ οι βροχές,τα φάρμακα για όσους υποφέρουν έχουν φτάσει να θεωρούνται είδος πολυτελείας,οι χαμηλοσυνταξιούχοι ,τα περήφανα γηρα-
τειά   μας, ψάχνουν στις πεταμένες παλέτες των λαικών αγορών για λίγα μαραμένα
φύλλα μαρουλιού και κανένα παραγινωμένο φρούτο,τα συσσίτια και οι ουρές για ένα πιάτο μαγειρεμένο φαγητό δίνουν και παίρνουν,άνθρωποι αυτοκτονούν,η ανερ-
γία και η ανέχεια μαστίζουν τον πληθυσμό,τα όνειρα πέταξαν σαν αποδημητικά πουλιά,για μιαν άνοιξη που εμείς μάλλον θ’ αργήσουμε πολύ να την ξαναδούμε.
Όταν το σπιτικό σου άλλος το διαφεντεύει,παύεις να είσαι νοικοκύρης.Όταν άλλος διαφεντεύει τη χώρα σου κι’ εσύ το επιτρέπεις, παύεις να έχεις και χώρα. Σε τι διαφέρει λοιπόν η τότε κατοχή από την τωρινή; Μόνο τα εκτελεστικά αποσπάσματα
λείπουν. Λείπουν; Μη λέω και μεγάλη κουβέντα- κι’ απ’ αυτά έχουμε ,μόνο που προς
το παρόν μας εκτελούν με μέτρα,όχι με σφαίρες.
Πριν από είκοσι-εικοσιδύο χρόνια,τότε δηλαδή που γράφτηκε το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω,όπως χρόνια πιο πριν και για πολλά χρόνια μετά,
τα παιδιά μας ήταν το επίκεντρο της ζωής και των ονείρων μας,σε σχέση με το πώς θα τα μεγαλώσουμε,θα τα μορφώσουμε ,θα τους αγοράσουμε το καλύτερο φιρμάτο ρούχο και τ’ ακριβότερα αθλητικά παπούτσια,την ακριβότερη και πιο ΙΝ σχολική τσάντα, όλοι στο τριπάκι του κοινωνικού ανταγωνισμου,για να μη διαφέρουν σε τίποτε τα δικά μας παιδιά,από τα παιδιά των άλλων. ΄Αλλοι λιγότερο,άλλοι περισσότερο,είχαμε πάντως  μια οικονομική επιφάνεια,που μας επέτρεπε να τους κάνουμε τα χατήρια , προβάλλοντας συχνά,μέσω αυτών ,το «πολύτιμο» κοινωνικό μας προφίλ. Φτάναμε στο σημείο να τα κακομαθαίνουμε ,να τους δείχνουμε ένα κόσμο όπου όλα ήταν εφικτά κι΄όλα επιτρέπονταν. Είχαμε ακόμα τη δουλειά μας σίγουρη, το μισθό μας στο ακέραιο και τακτικά κάθε μήνα,οι «σπατάλες» μας κυρίως για τα παιδιά μας,ήταν η «απόδειξη» πως είμασταν γονείς που νοιαζόμασταν γι’ αυτά. Αποφεύγαμε επιμελώς να τους πούμε την «αλήθεια». Πως η ζωή,δεν είναι πάντα χρωματισμένη με χρυσαφί,λευκό και ρόδινο.Μπορεί,απ΄τη μια μέρα στην άλλη,να γίνει γκρίζα ή μαύρη-κατάμαυρη.΄Ασε λέγαμε,παιδιά είναι,ας χαρούνε τώρα κι’ αύριο,αν πέσουν σε βάσανα θα βρουν το δρόμο μόνα τους-κανένας δεν χάνεται!Δεν τα προετοιμάσαμε δηλαδή κατάλληλα ώστε να υποψιαστούν τουλάχιστον, τι θα μπορούσε να επιφυλάσσει η ζωή γι’ αυτά…και για μας τους ίδιους.

Και τώρα; Τώρα,εν μέσω μιας κρίσης που κάποιοι με ισχυρό το γνώθι σ’ αυτόν  για τα πεπραγμένα τους την περίμεναν , κάποιοι άλλοι πάλι, αφελείς και ασφαλείς μέσα  
στη μακαριότητά τους όχι,μας πνίγουν οι τύψεις και οι ενοχές,η πικρία και το παράπονο γιατί πολλοί από μας, δεν μπορούμε πια, μαζί με το γλυκό φιλάκι μας την ώρα του ξεπροβοδίσματος για το σχολείο,να τους βάλουμε στη σχολική σάκκα το κολατσό με το ζαμπόν-τυρί ή το αντίτιμο της τυρόπιττας την ώρα του διαλείματος.Εν μέσω «σαρκοβόρας» κρίσης,αρκούμεθα αναγκαστικά,στα φτηνά ρουχαλάκια,στις ευκαιριακές αγορές και τρέμουμε στην σκέψη πως η αγκαλιά μας δεν θα είναι αρκετή για να τα ζεστάνει το χειμώνα που έρχεται,αφού το πετρέλαιο θέρμανσης,ανέβηκε σε τιμές χρυσού ,οι ηλεκτρικές σόμπες εκτινάσσουν το λογαριασμό της ΔΕΗ ,τα ξύλα,καλά είναι τα τσαμένα αλλά δεν έχουμε όλοι τζάκι ,και το καλοριφέρ…. που ανέκαθεν ξεσήκωνε  στις πολυκατοικίες ομηρικούς καυγάδες σε σχέση με τις ώρες λειτουργίας του που οι κρυουλιάρηδες τις ήθελαν περισσότερες ενώ οι θερμόαιμοι κι’ όσο πατά η γάτα σφιχτοχέρηδες επέμεναν στις λιγότερες ,αφού με 15 βαθμούς μέσα στο σπίτι «γύριζαν με το φανελάκι»-τέτοια κάψα!!
Αυτό λοιπόν το καλοριφέρ,θα είναι πια για τους περισσότερους από μας,μια  «ζεστή» ανάμνηση από το παρελθόν!!
Ποιος φταίει που φτάσαμε ως εδώ;
Λίγο-πολύ,όλοι  εμείς !!!
ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ!!!Που τα ρίξαμε ξαφνιασμένα κι’ ανέτοιμα, στις κακουχίες –σωματικές και ψυχικές,θύματα της δικής μας (πολιτικών και πολιτών),αδικαιολόγητης αμεριμνησίας.
Και με το γνωστό «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», θα σας ευχηθώ καλή συνέχεια,καλή ανάπαυση το σαββατοκύριακο και μ΄ένα μεγάλο ευχαριστώ που
βρεθήκατε  κι’ απόψε κοντά μου,θα σας αφήσω να διαβάσετε ,πώς σκεφτόμουν για τα παιδάκια μας πριν από 22 χρόνια,θυμίζοντάς σας φίλες και φίλοι μου,πως  ό,τι σας παραθέτω κάθε Σάββατο βράδυ δεν είναι παρά η καθαρά προσωπική μου γνώμη και άποψη.Μπορεί να συμφωνείτε μπορεί και όχι,γι’ αυτό αφήνομαι στην επιεική κρίση και κριτική σας.
Άλλωστε,δημοκρατία και ελευθερία του λόγου έχουμε –πιστεύω- ακόμα!!΄Ετσι τουλάχιστον μας λένε!
Σας γλυκοφιλώ!
ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ!
Παρασκευή 13 Οκτώβρη  1989

Τέτοια…παιδάκια!!

Τα παιδιά,είναι παίδεμα,λέει ο λαός μας.
Λέει επίσης, δεν έχεις παιδιά,έχεις ένα καϋμό,έχεις παιδιά,έχεις χίλιους-κάτι τέτοιο τέλος πάντων!
Παιδάκια λοιπόν!Παιδάκια του έρωτα-παιδάκια νόμιμα και παιδάκια παράνομα- παιδάκια του πάθους,του λάθους ή της σύμπτωσης-είναι αυτά που λέμε,ο Θεός τα δίνει και τι να κάνουμε κι’ ας έχουμε άλλα δέκα!
Τέτοια παιδάκια!Παιδάκια του σωλήνα,παιδάκια αγέννητα,παιδάκια έκθετα,παιδάκια
άσπρα,μαύρα,κίτρινα,κόκκινα (μπλε δεν υπάρχουν-προς το παρόν.)
Παιδάκια που είναι το κέντρο του σύμπαντος –τουλάχιστον του εντός βεληνεκούς μας σύμπαντος.Γιατί..μπορεί να μιλάμε για πολιτισμό του μέλλοντος,για περαιτέρω τεχνολογική ανάπτυξη,για διαπλανητικές κατακτήσεις…πού ποντάρουμε όμως για όλα αυτά; Σ’ένα παιδί! Ένα παιδί που θα πάρει αύριο τη σκυτάλη και θα τρέξει τη διαδρομή από’ κει που την αφήσαμε’μεις!Αυτό τουλάχιστον ελπίζουμε.

Ελπίδα μας λοιπόν κι’ επένδυση μέλλοντος,ένα παιδί που αν ΔΕΝ υπάρξει,δεν θα υπάρξει και «αύριο»-πάει και τελείωσε!
Αυτό το παιδί λοιπόν, που είναι και το κέντρο του σύμπαντος κόσμου,εμείς,αντί να το βλέπουμε σαν θείο δώρο,το παίρνουμε σαν δεδομένο. Αντί να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό το πλάσμα μας δόθηκε με κάποιες προϋποθέσεις-δηλαδή με την υποχρέωση να το βοηθήσουμε να μεγαλώσει μ’ ένα σώμα υγιές κι’ ένα νου υγιή,να το μορφώσουμε,να το προσανατολίσουμε χωρίς περιπλανήσεις και παραπλανήσεις,χωρίς υστεροβουλίες,να το αφήσουμε ν’ αποκτήσει ακόμα και μέσα από τα λάθη του,την πείρα και τις εμπειρίες του για να το αποδώσουμε ολοκληρωμένο άτομο στον κόσμο για τον οποίο προορίζεται,εμείς,αντί για όλ’ αυτά ,
το βλέπουμε σαν κτήμα, δικαίωμα και προσωπική μας υπόθεση.
Το παιδί ΜΟΥ,λέμε!Ο γιος ΜΟΥ! Η  κόρη ΜΟΥ! Αυτό το ΜΟΥ,είναι που τα χαλάει
όλα. Γιατί,όσο έχει να κάνει με τα τρυφερά μας αισθήματα,πάει καλά. Όταν όμως ενδύεται την έννοια της ιδιοκτησίας,τότε αλλάζει και τον ρουν της Ιστορίας.Μέχρις εκεί!!!
ΜΟΥ μοιάζει το καμάρι ΜΟΥ!Ο διάδοχός μου!Ο ίδιος ΜΟΥ ο εαυτός!
Ένα κομμάτι του εαυτού μας,ναι!Αφού είναι σάρκα απ΄τη σάρκα μας και αίμα από το αίμα μας.Ο ίδιος ο εαυτός μας όμως…όχι βέβαια!Ο εαυτός ΤΟΥ είναι,ο δικός ΤΟΥ
εαυτός.
Γιατί πρέπει σώνει και καλά να μας μοιάσει το παιδί;Στα χούγια,τη νοοτροπία εννοώ
γιατί τα υπόλοιπα βέβαια,είναι καθαρά θέμα χρωμοσωμάτων. Γιατί πρέπει το παιδί μας να είναι κατ’ εικόνα και  ομοίωσή μας; Συντηρητικοί εμείς,συντηρητικό θέλουμε και το παιδί μας!Και μη μου πείτε ,όχι! ΄Όλα εκείνα τα «πάει χάλασε η νεολαία» ή «αυτά τα νέα παιδιά…τίποτε δεν σέβονται»- τι άλλο είναι από ένα συντη-
ρητισμό που ε π α ν α σ τ α τ ε ί ,άλλοτε ήπια και άλλοτε δραματικά γιατί κ ά π ο ι ο ι
τον αγνοούν ή τον πετούν στο καλάθι των αχρήστων;
Λατρεύουμε τα μπουζούκια εμείς, μπουζουκολάτρης πρέπει ν΄αποδειχθεί και το παιδί μας.Γι’ αυτό,συχνά-πυκνά,το σέρνουμε μαζί μας από κοντά,στα νυχτερινά κέντρα και τις ταβέρνες μετά μουσικής- μήπως και μας ξεφύγει και βγει απ’ το δικό μας λούκι.
Αντιπαθούμε το ροκ εμείς,υποχρεούται να τ’ αντιπαθήσει και το παιδί-ή έστω,υπο-χρεούται να μην ακούει παρουσία μας ,αυτή τη μουσική «γι’ αγρίους».
Ποδοσφαιρόφιλοι εμείς,φανατικός της μπάλας και το παιδί για νάναι άξιο τέκνο μας,
Νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα η μαμά,ντροπή η κόρη να μη ξέρει να βράσει έν’ αυγό και να σουτάρει τις κάλτσες της κάτω απ΄το κρεβάτι.Υπερβάλλω; Για κρυφοκοιτάξτε ή κρυφακούστε πίσω από μερικές πόρτες και θα δείτε τι θα βγάλει η στατιστική!

Αυτή η διάθεση πολλών από μας να φέρουμε το παιδί στα δικά μας μέτρα,μας κάνει τελικά πολύ εγωϊστές και καταπιεστικούς. Δυνάστες καμιά φορά. Κατά βάθος ,οι παιδαγωγικές μας απόψεις,μ’ όλη την καλή μας διάθεση για βελτίωση,έχουν μείνει κ’απου ανάμεσα  στην εποχή της γιαγιάς και της μαμάς μας. Κι’ ας ισχυριζόμαστε πολλές φορές το αντίθετο γιατί μας αρέσει να δείχνουμε προς τα έξω ότι πάμε ασσορτί με την προοδευτική εποχή μας. Εσείς που έχετε  μια κάποια ηλικία,θυμάστε μήπως πώς γούρλωνε τα μάτια η μαμά για να επιβάλει την τάξη και την άποψή της;
Θυμάστε εκείνα τα «όταν τρώνε δεν μιλάνε» ή «όταν συζητούν οι μεγάλοι,οι μικροί δεν ανακατεύονται..και δεν διακόπτουν»!
Θυμάστε που όταν πηγαίνατε επίσκεψη,σας στήνανε σαν στυλιάρι σε μια καρέκλα κι’ αλίμονό σας αν κουνούσατε; Αν σταυρώνατε και τα χεράκια στην ποδιά,είσασταν το παιδί-άγγελος!
Για θυμηθείτε, τολμούσατε να μιλήσετε στη μαμά και το μπαμπά στον ενικό; Και μη μου πείτε «ε,καλά,αυτά πάνε πια σήμερα,αλλάξανε τα πράγματα». Τι λέτε καλέ!
Νομίζουμε πως αλλάξανε ή σωστότερα,αλλάξανε όσα θ’ αλλάζανε έτσι κι’ αλλιώς
αφού δεν μας έπαιρνε να τα κρατήσουμε όπως ήταν και δεχτήκαμε αναγκαστικά τα καινούρια-ενώ κάπου στο βάθος,πολλοί δεν τ’ αποδεχτήκαμε. Κάτι σαν τις δ η μ ο- κρ α τ ι κ έ ς  εκλογές που προκηρύσσουν οι απανταχού της Υφηλίου δικτάτορες όταν
τους παίρνει ο λαός αμπάριζα. Ή σαν το σκοινί που υποχρεωτικά τ’ αφήνουμε λίγο λάσκα,γιατί το ζωντανό πούχουμε δεμένο,τσίνισε και πάει να μας πνιγεί!
Εντάξει,εντάξει-χοντρά παραδείγματα,δε λέω…αλλά είναι αλήθεια πως τη δικαίωσή μας,τη ζητάμε ακόμα σε μεγάλο βαθμό,μέσα από την επιβολή της εξουσίας μας στα παιδιά μας.
Στρατιώτες ,τους έχω κάνει,λέει η καλή μαμά και καμαρώνει για τα πειθαρχημένα παιδάκια της.Όχι!΄Ας αφήσουμε τα παιδιά,να πάρουν αέρα.Στρατιώτες,όπως μερικοί γονιοί το εννοούν,θα τους κάνει αύριο ή μεθαύριο η μαμά Ελλάς-αν τα καταφέρει κι’ αυτή! Εμείς,ας τα κάνουμε ανθρώπους-πολίτες που θ’ ανασαίνουν με βαθειές
εισπνοές κι’ όχι με κοφτές,κοντές αναπνοές.

Αυτά που λέτε!Μη καταδυναστεύετε λοιπόν τα παιδάκια σας αλλά ούτε και ν’ αφήσετε να σας πάρουν από κάτω!Να σας καθήσουν δηλαδή στο σβέρκο. Πέρα
απ’ το ότι αν επιτρέψετε κάτι τέτοιο προδίδετε τον Ποιητή που λέει πως
«του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει» (και της Ελληνίδος λέω εγώ),πέρα απ’ αυτό λοιπόν,τα βάρη στο σβέρκο,κάνουν κακό!Κακό στη σπονδυλική στήλη γιατί την
αναγκάζουν να κάμπτεται αφύσικα,κακό γιατί περιορίζουν το οπτικό σας πεδίο και σας αναγκάζουν να κοιτάτε διαρκώς χ α μ η λ ά – κάτω!!Και ως γνωστόν,ο ορίζοντας,είναι κατ’ ευθείαν εμπρός,πάνω και πλάγια. Μην αφήνετε λοιπόν βάρη στο
σβέρκο ,ακόμα κι’ αν πρόκειται για τα βάρη των αξιαγάπητων παιδιών σας. Μεταθέστε τα στους ώμους.Ε κ ε ί, είναι η σωστή τους θέση, για να μπορέσετε να τ’ αντέξετε,χωρίς φυσικές φθορές και ζημίες. Απόδειξη γι΄αυτό που σας λέω,είναι πως κι’ οι μπόντυ-μπίλντερς…ξέρετε εκείνοι οι σούπερ-φουσκωτοί που η περίμετρος του
μπράτσου τους φτάνει τα 56 εκ., και του μηρού τα 75-80- μη γελάτε,και λίγα σας λέω-,αυτοί λοιπόν,για ν’ αναπτύξουν τους μυς των ώμων,τους δικέφαλους και τους ραχιαίους, στους ΩΜΟΥΣ βάζουν τη μπάρα-ΟΧΙ στο σβέρκο.Αυτό να κάνετε κι’ εσείς!Η πλάτη και οι ώμοι,όταν είναι καλά γυμνασμένοι,αντέχουν! Ο σβέρκος δεν αντέχει!!
Τώρα,θα μου πείτε…έπιασες τα δύο άκρα!Μας είπες για τους γονείς δυνάστες απ΄τη μια και τους γονείς πέσε πίτα να σε φάω,απ΄την άλλη.Υπάρχει κι’ η μέση οδός!
Αμ, δεν υπάρχει ή κι’ αν υπάρχει,οι περισσότεροι δεν την έχουμε βρει ακόμα.Κι’ αν
νομίζετε πως τα άκρα,δηλαδή τα ακραία σημεία,είναι δύο,κάνετε λάθος. Αυτό ισχύει για την ευθεία γραμμή. Στην περίπτωση των γονιών,κι΄όχι μόνο των Ελλήνων,τα ακραία σημεία είναι τόσα,που φοβάμαι πως και οι ειδικοί περί το θέμα,δεν έχουν καταφέρει να τα εντοπίσουν ΟΛΑ!
Υπάρχει π.χ.,μια άλλη α κ ρ α ί α  κατηγορία γονιών. Κατηγορία γονιών πιο συμπαθής,ως προς το κοινωνικό της πρόσωπο θα μπορούσα να πω,αλλά εξ ίσου
καταστροφική,στην ακρότητά της. Είναι η κατηγορία των γονιών,που μεγαλώνουν τα παιδιά τους «με το σταυρό στο χέρι».΄Ανθρωποι έντιμοι οι ίδιοι,υπομονετικοί, υποχωρητικοί,ανεξίκακοι,θεοσεβούμενοι,χωρίς πάθη και εμπάθειες,γαλουχούν τα παιδιά τους με τα διδάγματα του Ευαγγελίου,φτάνοντας κι’ αυτοί στα άκρα.
«Σε χαστουκίζουν,γύρνα και τ’ άλλο μάγουλο!Αγάπα τον πλησίον σου,όποιος κι’ ό,τι κι’ αν είναι.Μη σηκώσεις χέρι σε άνθρωπο.Νάσαι ολιγαρκής,νάσαι ταπεινός,νάσαι εγκρατής»-κι’ όλα αυτά τα υπέροχα και ρωμαντικά,που μακάρι να μπορούσαμε να τα κάνουμε όλοι μας,τρόπο ζωής. Δεν μπορούμε όμως. Κι’ έχω την εντύπωση πως κι’ ο Κύριος ημών, όταν έδινε τόσο απόλυτα τις Δέκα Εντολές, τόξερε πως δεν θα μπορούσαμε να τις τηρήσουμε. Ήξερε,πως όσα περιθώρια δεν έδινε Εκείνος,θα τα παίρναμε από μόνοι μας.Η φύση μας η ανθρώπινη,είναι τέτοια.Απόλυτος λοιπόν Εκείνος για να είναι η απόκλισή μας από το αρχικό ζητούμενο όσο το δυνατόν μικρότερη. Εμείς,σαν γονείς,ας μην είμαστε απόλυτοι-γιατί κινδυνεύουμε να ρίξουμε τα παιδιά μας ,πρόβατα στους λύκους.Τους λύκους που πάντα θα υπάρχουν,όπως υπήρχαν κι’ από πάντα.Τους λύκους που πρέπει να τους κυνηγήσουμε- και που δεν τους κυνηγούν τα πρόβατα αλλά λαγωνικά κυνηγιάρικα,με οξυμένες τις αισθήσεις,
με ξύπνιο μάτι ,με γνώση και επίγνωση του κινδύνου-άρα σ’ ετοιμότητα για άμυνα
ΚΑΙ επίθεση-αν χρειαστεί.΄Ετσι είναι ο κόσμος μας ,τί να κάνουμε!Η πάλη κι’ η διεκδίκηση είναι μέσα στη ζωή μας-κι’ αυτό πρέπει να το μαθαίνουμε απ΄την κούνια μας και να το μαθαίνουμε και στα παιδιά μας.
 Θα ξαναγυρίσω στα παιδικά μας χρόνια,δικά σας και δικά μου για να θυμηθώ εκείνο το δίσκο με τις λιχουδιές που μας βάζανε κάτω απ΄τη μύτη στις επισκέψεις. Εμείς απλώναμε όλο λαχτάρα το χεράκι κι’ η μαμά,μας προλάβαινε: ΜΟΝΟ ΕΝΑ! Γιατί
πίστευε,πως αυτό επέβαλλε η καλή μας ανατροφή.Δεν είμασταν λιμάρηδες εμείς- είχαμε και στο σπίτι γλυκά.Ναι,είχαμε. Εκείνη την ώρα όμως θέλαμε ακόμα ένα ΄
ή ακόμα δύο!Γιατί δηλαδή έπρεπε ν΄αρκεστούμε στο ελάχιστο; Ο άνθρωπος,χωρίς να είναι λιμάρης,θέλει συνήθως κ ά τ ι  παραπάνω απ’το απολύτως απαραίτητο .
Αφήστε το παιδί λοιπόν να πάρει απ΄το  «δίσκο» και δεύτερο και τρίτο γλυκό.Μάθετέ το να το ζητάει μόνο του,αν το θέλει,το δικαιούται και ΔΕΝ του το προσφέρουν!
Τώρα βέβαια,αν το δείτε αφού φάει όσο φάει,ν’ αδειάζει το υπόλοιπο περιεχόμενο του «δίσκου» στις τσέπες του….ε! κάτι δεν του έχετε εξηγήσει σωστά! Ξαναδοκιμάστε!!
Με ά λ λ α  λόγια!!!
 Σ.Τ.













Επικαιρότητα και άλλα τινά!!!!!
Αποσπάσματα απο την στήλη Μέρες Ραδιοφώνου με τη Σέβη
στη διαδικτυακή Σελίδα Βιβλίο και Παλιά δαντέλα!
Κάθε Παρασκευή βράδυ στις  9 μ.μ.





Καλησπέρα αγαπημένες φίλες και αγαπημένοι φίλοι του ραδιοφωνικού μας
Σταθμού..που εκπέμπει στους 000,0 μεγάκυκλους = άπειρο!!!
Σάββατο βράδυ,13 Οκτωβρίου  και στο prime time , η Πρεμιέρα της εκπομπής μας
ΜΕΡΕΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ!
Στο μικρόφωνο-πληκτρολόγιο,η Σέβη Τηλιακού.
Καλωσορίσατε λοιπόν και καλώς σας βρήκα.

Δεν μπορώ να θυμηθώ,πότε ακριβώς πήρε τη θέση του πάνω στο φαρδύ,ξύλινο περβάζι του παραθύρου της τραπεζαρίας του πατρικού μου,στη Ρόδο,εκείνο το μεγά-
λο ,εντυπωσιακό,λουστραρισμένο ,ραδιόφωνο,μάρκας TELEFUNKEN. Με τη
χρυσοποίκιλτη λινάτσα,καλυμένη με λεπτή,ξυλόγλυπτη δαντέλα,να κρύβει το ηχείο και τις λάμπες.
Στη βάση του ο πίνακας με τις συχνότητες και τη μαγική βελόνα που μας ταξίδευε
στον κόσμο μέσα από τα ερτζιανά!
Θυμάμαι μόνο, πως εκείνο το ραδιόφωνο,υπήρξε για πολλά-πολλά χρόνια,το επίκεντρο της οικογενειακής μας ζωής.Μέσα απ’ αυτό,η καθημερινή ενημέρωση,η μουσική,το θέατρο ,ομόρφαιναν και γλύκαιναν τις ώρες της οικογενειακής απαρτίας,
ακόμα και κείνες, της προσωπικής «μοναξιάς» του καθενός μας.
 Όταν στα είκοσι μου χρόνια έφυγα από το σπίτι για να έρθω στην Αθήνα,
ένα άλλο μικρότερο,μάρκας PHILIPS αυτή τη φορά,πήρε τη θέση του στο κομοδίνο μου,στο μικρό δυαράκι που εγκατέστησα την φρεσκοαποκτημένη ανεξαρτησία μου.
Αργότερα,μπήκε στη ζωή μας το τρανζιστοράκι που σιγά-σιγά έγινε τόσο μικρούτσικο που χώραγε άνετα και στη τσάντα μας-μικρό αλλά θαυματουργό!!
Και πάντα, ραδιόφωνο.
Η σχέση όλων μας με το ραδιόφωνο,διαχρονικά μαγική και αγαπησιάρικη. Είναι άλλο,ν’ ακούς και να φαντασιώνεσαι με τη φωνή του εκφωνητή,να στήνεις το δικό σου σκηνικό ακούγοντάς τον,να ταξιδεύεις με τη μουσική σ’ όποιο κομμάτι του πλανήτη διαλέγεις-να γίνεσαι άλλο απ’ αυτό που είσαι στην καθημερινότητά σου.
Και είναι τελείως διαφορετικό ν’ απομυθοποιείς αναγκαστικά πρόσωπα και πράγματα
βλέποντάς τα ξεγυμνωμένα μέσα απ’ το ψυχρό γιαλί της τηλεόρασης. Εδώ η μαγεία
χάνεται,η φαντασίωση εξανεμίζεται κι’ εσύ μένεις μόνος με την «πραγματική»εικόνα
που δεν είναι πάντα όπως θα την ήθελες.
Στα χρόνια λοιπόν που ακολούθησαν και με αφορμή τη δραστηριότητά μου στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού,ήρθα πολύ πιο κοντά με το ραδιόφωνο. ΄Απειρες φορές βρέθηκα σε ραδιοφωνικά στούντιος ,ν’ αποψιλώνω τη ζωή και τη σκέψη μου για χάρη των ακροατών!!Διαπίστωσα πως ακόμα και μέσα στο στούντιο,η μαγεία εξακολουθούσε να υπάρχει. Εκ των έσω,και μιλώντας μπροστά σ΄ ένα μικρόφωνο η φαντασίωση λειτουργεί αντίστροφα. Αρχίζεις,εσύ πιά να φαντάζεσαι τα πρόσωπα που σε ακούνε,να τα τοποθετείς σε χώρους που εσύ επιλέγεις,να τους αποδίδεις συναισθήματα που θα ήθελες να συμμεριστούν,ακούγοντάς σε. ΄Ετσι ερωτεύτηκα το ραδιόφωνο απ’ την αρχή. Η καθοριστική πρόσκληση,που μ’ έφερε πιο κοντά στο ραδιόφωνο ήταν εκείνη,από το ΡΑΔΙΟ ΑΛΦΑ 96,5 του γνωστού αθλητικογράφου
Γιάννη Αργυρίου. Η παραγωγός ξεκίνησε τη συνέντευξη με τις κλασσικές ερωτήσεις
αλλά εγώ παρορμητική και γλωσσοκοπάνα από κούνια,πήρα την κατάσταση στα χέρια μου.Όταν βγήκα, ήρθε καπάκι και η πρόταση. «Εσύ έχεις πολλά να πεις.Δεν κάνεις μια εκπομπή να μας τα λες και στον αέρα; Διάλεξε όποιο θέμα θέλεις και ξεκίνα».
΄Ετσι ξεκίνησα κι’ έτσι βρέθηκα με πέντε εκπομπές τη βδομάδα. Θα σας πω γι’ αυτές στην επόμενη εκπομπή μας. Προς το παρόν θα σταθώ σε μία απ’ αυτές με τον τίτλο
ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ. Διάλεξα για μουσικό σήμα,το τραγούδι του Γιάννη Γιοκαρίνη ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ!!Κόλλαγε γάντι,γιατί τα κείμενα που έγραφα γι’ αυτή την εκπομπή,αναφέρονταν πάντα σε θέματα κοινωνικά κυρίως, και πολιτικά,
πάντα μεταξύ σοβαρού και αστείου και πάντα διανθισμένα στον αέρα,με τραγούδια σχετικά με το θέμα, που τα διάλεγα ψάχνοντας με τις ώρες στη δισκοθήκη τη δική μου και του σταθμού!Εκείνα τα κείμενα έμειναν διαχρονικά-γιατί και τα προβλήματα που ανέκαθεν μας απασχολούσαν και μας απασχολούν,διαχρονικά είναι.Δεν ξέρω πόσο τιμητικό είναι να χαρακτηρίζουμε κάτι διαχρονικό. Η έννοια της διαχρονικότητας έχει πολύ συχνά και την αρνητική της πλευρά που ούτε να την ακούσουμε.
Ας πούμε,διαχρονικά είναι τα έργα μεγάλων ή λιγότερο μεγάλων δημιουργών ,διαχρονικό είναι ένα καλό βιβλίο,ένα καλό τραγούδι,μια καλή ταινία….αλλά διαχρονική είναι και η απάτη,η φοροδιαφυγή,διαχρονικό το ελληνικό (ασήκωτο) χρέος, διαχρονικό το «λάδωμα» ,διαχρονική αποδεικνύεται και η ανεπάρκεια των περισσότερων τουλάχιστον,πολιτικών μας ταγών. Οπότε…εσείς κρίνετε και αποφασίζετε.Μήπως για τα  «ωραία,τα μεγάλα και τ’ αληθινά» ν’ αντικαθιστούσαμε το «διαχρονικό» με μια άλλη λέξη;Σκεφτείτε το κι’ ακούω προτάσεις!!
Για τώρα και μια που και το φετεινό καλοκαίρι κατακαμένους μας άφησε ,θα πληκτρολογήσω ένα από εκείνα τα κείμενα που σας ανέφερα παραπάνω, που το έγραψα το 1990 αλλά θα μπορούσα να το έχω γράψει και σήμερα. Δεν νομίζω πως θα άλλαζα πολλά πράγματα.
Μ’ αυτό, θα σας ευχαριστήσω  φίλες και φίλοι που μου κρατήσατε συντροφιά,θα σας ευχηθώ καλή συνέχεια και όποια ώρα γείρετε στο μαξιλάρι σας, καλό ξημέρωμα.
Το άλλο Σάββατο πάλι μαζί!!!Με την αγάπη μου.

ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ.
Παρασκευή,13 Ιουλίου 1990
Περί πυρομανίας.
(στις μέρες των μεγάλων πυρκαγιών)! 

Ο Νέρων-ή επί το λαικότερον ,ο Νέρωνας-ο γνωστός και μη εξαιρετέος Ρωμαίος αυτοκράτωρ,υπήρξε συνέπεια μιας ασυγχώρητης ολιγωρίας της Μητέρας Φύσης.
Ολιγώρησε η μαμά-φύση,δεν πήρε είδηση για τι κουμάσι επρόκειτο και τον «έσπειρε¨
-κατ’ αρχήν. Κι’ αφού τον έσπειρε που τον έσπειρε…δεν τον έσπερνε τουλάχιστον στη σωστή ώρα και στο σωστό τόπο;Διότι,αν αντί να τον σπείρει στη Ρώμη το έτος 37μ.χ.,τον έσπερνε στην Ιουδαία 37 χρόνια νωρίτερα,το Νερωνάκι δεν θα γλύτωνε τη λεπίδα του Βασιλιά Ηρώδη. Θα γλύτωνε όμως η Ρώμη που το εν λόγω Νερωνάκι,σε
κάποια φάση της αυτοκρατορικής ζωής του,της άναψε μεγάλη φωτιά…κυριολεκτικά,την έκαψε!

Τέτοιες ολιγωρίες όμως,τις εμφανίζει δυστυχώς,συχνά-πυκνά η μαμά-φύση. Σπέρνει δηλαδή μωρά τέρατα (βασιλιάς Ηρώδης δεν ξαναγεννήθηκε,ένας ήταν και μας τελείωσε), τα μωρά-τέρατα γίνονται κάποτε άντρες-τέρατα που μας καίνε,γενικώς…
τη γούνα,τα όνειρα,τα φτερά και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει,συμπεριλαμβανομένων ΚΑΙ των δασών!!!

Ο Νέρων λοιπόν,ο στρουμπουλός,ευαίσθητος και πολυτάλαντος-κατά την προσωπική του άποψη-γιος της Αγριππίνας,είχε από νήπιο,πολύ κακές συνήθειες.Μια, ιδιαίτερα επικίνδυνη που λίγο-πολύ την έχουν όλα τα νήπια,και αργότερα απεδείχθη μοιραία-ήταν η μανία του να παίζει με τα σπίρτα! Π ο ι ο ς σας τόπε πως δεν είχανε σπίρτα εκείνη την εποχή!!Ασφαλώς και είχανε!Και μάλιστα,η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική Μονοπωλιακή Βιομηχανία Πυρείων,σπίρτων δηλαδή,είχε κυκλοφορήσει κάποια στιγμή,μια ειδική σειρά σπιρτόκουτων,με φωτογραφίες των δασών που περιτριγύρι-
ζαν τη Ρώμη και το σλόγκαν : «Μη καίτε τα δάση!Αν κάτι πρέπει να κάψετε,κάψτε καλύτερα ένα σπίτι!Ένα δάσος γία να ξαναγίνει,χρειάζεται 20 χρόνια.Για να χτιστεί ένα σπίτι,λίγες εβδομάδες.Κι’ αν είναι εκτός σχεδίου πόλεως και λαθραίο,ΜΙΑ νύχτα
μόνο,είναι αρκετή! ΄Όλα αυτά,στα σπιρτόκουτα και βέβαια στα λατινικά.΄Επαιζε λοιπόν με τα σπίρτα το Νερωνάκι,διάβαζε το σλόγκαν κάθε φορά πούπαιρνε καινού-
ριο σπιρτόκουτο-οι παιδαγωγοί του,του είχαν μάθει από νωρίς να διαβάζει- …και άναβε-σβύνε,σβύνε-διάβαζε,του γινόταν και η σχετική εγκεφαλομπουγαδίτσα- η πλύση εγκεφάλου που λέμε σήμερα. Πάρτε παράδειγμα τα παιδάκια σας-όλα τα διαφημιστικά σλόγκανς απ’ έξω κι’ ανακατωτά δεν τα ξέρουν; Ε, τούμεινε και του Νέρωνα το σλόγκαν απ΄την τρυφερή νηπιακή ηλικία.

Λάθος λοιπόν,το παιχνίδι με τα σπίρτα,του πιτσιρικά του Νέρωνα-λάθος και της μαμάς Αγριππίνας  που δεν τούδωσε από νωρίς μια στο χέρι,να του το ξεράνει,να κάνει πενήντα χρόνια να ξανακουμπήσει σπίρτο.Λάθη μοιραία,που τα πλήρωσε αργό-
τερα η Ρώμη,διότις έξις δευτέρα φύσις- κι’απ’ όσα μαθαίνουμε μικρά παιδιά,δύσκολα ξεκόβουμε.

Ο Νέρωνας μεγάλωνε,πάντα στρουμπουλός,πάντα ευαίσθητος και πολυτάλαντος-πάντα κατά την προσωπική του άποψη.Η μαμά Αγριππίνα, πότε δολοπλοκώντας,πότε
συνομωτώντας και πότε φιλώντας κατουρημένες ποδιές,κατάφερε να τον πάρει ψυχοπαίδι του ο Αυτοκράτορας Κλαύδιος.Και μια ωραία ρωμαϊκή μέρα,σπρώ-
χνοντας,ρίχνοντας και ξεπαστρεύοντας ανεπιθύμητους,λαδώνοντας και τάζοντας,
ασθμαίνων και αγκομαχών,σκαρφάλωσε μέχρι τον αυτοκρατορικό θρόνο….και θρο-
νιάστηκε.Κι’ επειδή η αναρρίχηση πολύ τον είχε κουράσει,έκατσε ήσυχος στ’ αυγά του κάνα πεντάρι χρόνια.Μετά,βαρέθηκε να κάθεται κι’ άρχισε να ψάχνει τρόπο να ξεδώσει. Αργία μήτηρ πάσης κακίας.Μη έχοντας άλλη σοβαρότερη απασχόληση,το
Νερωνάκι το ξανάριξε στα σπίρτα!! ΄Αναβε-φύσα-σβύνε,παλιά μου τάχνη κόσκινο,
έσπαγε την ανία του,το χρυσό μου. ΄Ωσπου μια –αποφράδα αυτή τη φορά- Ρωμαϊκή ημέρα τούρθε μια ιδέα!!
-Βρε,δε βάζω στη Ρώμη μια ωραία φωτιά,να το φχαριστηθώ;Νύχτα θα την ανάψω!Να τους πιάσω στον ύπνο.Νάχει πιο πολύ γούστο  έτσι όπως θα τρέχουν οι φουκαριάρηδες να γλυτώσουν!!

Ξέχασα να σας πω-ή σας τόπα,πως ο Νέρων,ήταν καλλιτεχνική φύση το πουλάκι μου.
Με ιδιαίτερες καλλιτεχνικές απόψεις. Απεχθάνετο τις «νεκρές φύσεις»-προτιμούσε τα ταμπλώ-βιβάν. Φώναξε λοιπόν τα τσιράκια του,τους έβαλε από ένα αναμμένο δαυλί στο χέρι καιν τα ξαμόλησε…
-ΠΑΙΔΕΣ!!!Βάλτε φωτιά στα τόπια! Μόνο το νου σας,μη σας πάρουνε πρέφα και μας πλακώσουνε.
Συνηθισμένη τακτική-ή πρακτική θα έλεγα!
Στάχτη και μπούρμπερη που λέτε η Ρώμη! Η φουκαριάρα η Ρώμη!Αχ,δεν μπορείς να καταλάβεις τον πόνο του άλλου αν δεν τον νιώσεις,λέμε. Εμείς,κι’ αν τον έχουμε νιώσει αυτό τον πόνο! Κατάσαρκα!!
Τέλος πάντων,την επομένη της πυρκαγιάς,έγινε μεγάλο σούσουρο στη Σύγκλητο.
Φήμες κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους-φήμες αντιμαχόμενες η μια την άλλη.
ΠΟΙΟΣ ΕΚΑΨΕ ΤΗ ΡΩΜΗ, το μέγα αίνιγμα.Κάποιοι,δειλά-δειλά το ξεστομίσανε.
-Να δείτε που αυτός ο τρελλάρας την έκαψε!Από μικρός είχε μανία με τα σπίρτα.
-Αηδίες,είπανε άλλοι.Λασπολογίες!Εμπρηστής βαλτός και πληρωμένος απ΄τους
αντιπάλους την έβαλε τη φωτιά!Για να ρίξουν στον αυτοκράτορά μας την ευθύνη και να τον εκθρονίσουν.
-Καθόλου,αντέκρουσαν οι πρώτοι. Τρελλός είναι ο άνθρωπος κι’ έβαλε φωτιά για το κέφι του.Μην τον ξεσυνερίζεστε.Η Αγορά έχει βουήξει,έχει κάνει κι΄άλλα τρελλά λένε που δεν τα ξέρουμε.Πού θα πάει όμως ,θα τα μάθουμε. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ρωμαϊκό ήλιο!!
Σαχλαμάρες λέω εγώ, διότι όταν κάθεσαι σ’ ένα θρόνο,όσοι δεν τολμούν να σε πούν ανίκανο ή εγκληματία,σε λένε επιεικώς τρελλό και καθαρίζουνε.
Υπάρχει πάντως μια λεπτομέρεια,που πολύ θα ήθελα να τη διευκρινίσω.Βράδυ την έβαλε τη φωτιά ο Νέρωνας. Βράδυ,ποιας μέρας άραγε; Ν΄αντιστοιχούσε λέτε η μέρα εκείνη με το δικό μας Σάββατο;Να ήταν δηλαδή σαββατόβραδο που έβαλε τη φωτιά το Νερωνάκι; Όχι…λέω…-επειδή έτσι συνηθίζεται. Συνήθως κάθε σαββατόβραδο…
το καίμε!

Εγώ πάντως,επειδή το μέγα πρόβλημα του εμπρησμού,μας είναι οδυνηρά οικείο,κάθισα και σκέφτηκα μερικά πράγματα.Κατ’ αρχήν,είμαι πεπεισμένη ότι τη φωτιά την έβαλε το πονηρό Νερωνάκι και όχι γιατί έτσι γράφει η ιστορία αλλά γιατι καπνός,χωρίς φωτιά δεν βγαίνει- που πάει να πει,οι φήμες,σπάνια παίρνουν ρους δρόμους …κουτουρού!!
Γιατί την έβαλε; Ας πούμε για ν’ ανοίξει οικόπεδα ,να τα χαρίσει στους κολλητούς κι’ ευνοούμενούς του,που χαράμιζαν τη ζωή τους να τον κανακεύουν,να εξυμνούν τα χαρίσματά του και να τον χειροκροτούν!
Ή,γιατί με πρόσχημα ότι τον ενοχλούσαν οι πλινθογειτονιές και τα χαμόσπιτα,ήθελε
-όπως ακούστηκε τότε,να ξαναχτίσει τη Ρώμη καλλιμάρμαρη κι’ αστραφτερή.Να βγάλει τάχα μου το λαουτζίκο απ’ τα κοτέτσια και να τον εγκαταστήσει σε βιλλίτσες
περιωπής-‘οσο λαό θα γλύτωνε το τσουρούφλισμα δηλαδή-με απώτερο σκοπό να επιτύχει δι’ αυτής της οδού,την αναγκαστική αποκέντρωση,διότι ποιος καθαρόαιμος κι’ ελεύθερος λαουτζίκος,καταδέχεται να ζει κουτουπωμένος σε βιλλίτσες που τούχει χτίσει ένας Νέρωνας,έστω και εντός σχεδίου πόλεως.

Η εκδοχή της νέας, καλλιμάρμαρης Ρώμης  πάντως, υπήρξε εκείνη την εποχή η επικρατέστερη-σε πλήρη συνάρτηση με την όποια υστεροβουλία του Νέρωνα.
Κάποιοι προχώρησαν περισσότερο και είπαν πως πριν μοιράσει στα τσιράκια του τους αναμμένους δαυλούς,είχε ήδη υπογράψει στα μουλωχτά,σύμβαση με μεγάλη Αιγυπτιακή κατασκευαστική εταιρεία (πυραμίδες χτίζανε οι άνθρωποι,τι διάολο!!)
στην οποία ανέθετε το ξαναχτίσιμο της Ρώμης,πάνω σε νέα σχέδια,εξασφαλίζοντας για πάρτη του μίζα σεβαστού ύψους! Τς τς τς- τι να πει κανείς! Η κακοήθεια είναι φαίνεται διαχρονική!!
Εν πάσει περιπτώσει,μόλις κόπασαν οι φλόγες και κρύωσαν τ’αποκαϊδια,η μαμά Αγριππίνα- δεν την είχε καθαρίσει ακόμα ο στοργικός γιόκας της-έστειλε τις σκλάβες της να μαζέψουν μπόλικη στάχτη να τους βρίσκεται  γι’ αλισίβα της μπουγάδας αφού
όπως θα ξέρετε,τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά «θαυματουργά» απορρυπαντικά,λευκαντικά και μαλακτικά!

Όσοι καήκανε,καήκανε λοιπόν,οι ρωμα¨οκές λεγεώνες κάπου παρουσίασαν μερικά κενά που δεν άργησαν να ξαναγεμίσουν,αφού ούτε τ΄αντισυλληπτικά υπήρχαν τότε,
ο εμπρηστής Νέρων ,κάπου δεν άντεξε το βάρος των ενοχών του κι’ αυτοκτόνησε δια χειρ΄ς τρίτου- έβαλε δηλαδή να του κάνουν χαρακίρι-γι’ αυτό και μίλησα στην αρχή περί ευαισθησίας έστω και αμφισβητούμενης.
Είδατε εσείς κανένα δικό μας «εμπρηστή» να δείχνει παρόμοια ευαισθησία;Κανέναν!!

Η Ρώμη,κουτσά- στραβά ξαναχτίστηκε,η κάθαρση κατά κάποιο τρόπο με την αυτο-
κτονία του Νέρωνα επήλθε,η ρετσινιά όμως του έμεινε!Και γι’ αυτό,τον έγραψε η ιστορία. Διότι βέβαια για να γραφτείς στην ιστορία,δεν είναι απαραίτητο να έχεις κάνει κάτι πολύ καλό.Μπορείς να γραφτείς και με κάτι πολύ κακό. Αυτό είναι δυστυχώς το κακό με την ιστορία.΄Υστερα κι’ αφού έχεις γραφτεί στην Ιστορία,
αν η κακοτυχία (η δική μας) το φέρει την ιστορία να την αναστγγράψει ή να τη συμπληρώσει κάποιος το ίδιο κακός με σένα που έκανες το πολύ κακό,σου λέει,
αυτός μου μοιάζει- άρα είναι καλό ανθρωπάκι (γιατί ποιος πιστεύει κακό τον εαυτό του;)-και σου ανασυνθέτει,σου αναδομεί το προφίλ καταλλήλως!Ο τάδε, σου λέει;
Καρδιά μάλαμα!Μάλαμα καρδιά! Κι’ έτσι δια της καταλλήλου και πάντα ιδιοτελούς περιποιήσεως και παραποιήσεως,βλέπουμε καμιά φορά στις σελίδες της Ιστορίας,ανθρώπους τέρατα από γέννα να εμφανίζονται ως άκακοι αμνοί ή ακόμα και ως σωτήρες της ανθρωπότητας
Γι’ αυτό λέω εγώ,πρέπει πάντα να προσέχουμε πολύ σε ποιον δίνουμε ή επιτρέπουμε να ξαναγράψει την Ιστορία.Διότι το τι λέμε σήμερα εμείς,μετά από 100-200 χρόνια,δεν θα έχει την παραμικρή σημασία με βάση το ελληνικότατο «έπεα πτερό-
εντα».Το τι θα γράψει εκείνος όμως πολύ θα μετρήσει βάσει του λατινικότατου και σοφότατου scripta manent,που θάλεγε και το πυρομανές,τρελλούτσικο Νερωνάκι!
 Οι φετεινές μεγάλες πυρκαγιές,απέδειξαν πως ΚΑΙ οι Νέρωνες είναι τελικά διαχρονικοί!!Εξακολουθούν να γεννιούνται,να μεγαλώνουν ,να δρουν ανάμεσά μας
και να μας καίνε κάθε χρόνο,καίγοντας τα δάση,δηλαδή το οξυγόνο μας-δηλαδή την αναπνοή μας –δηλαδή την ίδια τη ζωή μας.
Δαυλούς αναμμένους  τα τσιράκια του Ρωμαίου αυτοκράτορα;
Στουπιά,βενζίνη και γκαζάκια τα δικά μας τσιράκια –εντολοδόχοι του κάθε
ντόπιου ή ξένου «αυτοκράτορα της κομπίνας».
Κουράγιο παιδιά!Μην απογοητεύεστε.
Μέχρι τους Ευζώνους,όλο και κάτι θάχει μείνει άκαφτο!
Κάψτε το!!!!
Να τελειώνουμε πια με τα δάση!
Και με τους εαυτούς μας!!!
Σ.τ

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΕΚΔ.ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ 2008-ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ


Ξαφνικά ,στην Ερμού


Τρεις Δεκεμβρίου,εικοσιδύο μέρες πριν τα ΧριστούγενναΣε δεκαπέντε μέρες,η μαμά θα γύριζε σπίτι.Στη διάρκεια του μήνα που έλειπε,τα νέα απ΄το τηλέφωνο ήταν όλο και πιο αισιόδοξα.Το χρώμα της φωνής της και το ύφος της,θύμιζαν όλο και περισσότερο την παλιά Παολίνα.Είχα στολίσει το δωμάτιό της για να την υποδεχτούμε-όπως είχα στολίσει κι΄όλο το σπίτι.Δεν θα την άφηνα με κανένα τρόπο,να μπει γυρίζοντας στο βαρύ κλίμα μιας πρόσφατης,οδυνηρής απώλειας.Είχα αντικαταστήσει τις κουρτίνες στη μπαλκονόπορτα κι΄είχα αγοράσει καινούργιο κουβρ-λι.Μια φωτογραφία της με το μπαμπά στόλιζε το τζάμι της τουαλέττας της.Μια φωτογραφία,απ΄αυτές που εμφάνισα,όταν λίγο πριν έρθει σπίτι απ΄το νοσοκομείο,βρήκα τα τέσσερα φιλμς μέσα στη τσάντα της.Είχα αποφασίσει ν΄ανοίξω τις βαλίτσες τους εκείνη την  ημέρα.΄Εβγαλα και κρέμασα στις ντουλάπες τα ρούχα που είχαν πάρει στο ταξείδι,ακόμα ποτισμένα απ΄τη μυρωδιά τους.Βρήκα τα κουτιά
και τις σακκούλες με τα δώρα που προορίζονταν για μας.Ανοίγοντας τη μεγάλη τσάντα της για να συγκεντρώσω τα χαρτιά τους που όπως μου είχαν πει απ΄τη γραμματεία του νοσοκομείου τα είχαν βάλει όλα σ΄αυτή τη τσάντα,έπεσα πάνω στο πορτοφόλι του μπαμπά και στα τέσσερα φιλμς.Τα έδωσα να τα εμφανίσουν στο γειτονικό φωτογραφείο.Πήρα τις φωτογραφίες όταν πια η μαμά είχε γυρίσει σπίτι.Δεν της τις έδωσα τότε και μου έκανε εντύπωση πως ούτε κι΄εκείνη τις αναζήτησε.Τί να της έδινα να δει;Τις ευτυχισμένες μέρες που δεν πρόλαβε να χαρεί; Τις είδα εγώ.
Η Παολίνα στην κουπαστή του πλοίου με το χέρι αντήλιο.
Η Παολίνα κι΄ο Κώστας κάτω απ΄το μπαλκόνι της Ιουλιέττας στη Βερόνα.
Κάτω απ΄τα πλατάνια της Φλωρεντίας.
Μπροστά στο Κολοσσαίο και τη Φοντάνα ντι  Τρέβι στη Ρώμη.
Στους δυο Πύργους της Μπολώνια.
Ο μπαμπάς να υψώνει το ποτήρι του στην υγειά της κι΄η μαμά να του απαντά με αστείες γκριμάτσες…..ο πρώτος και  τελευταίος μήνας της καινούργιας τους ζωής,αποτυπωμένος σε λίγα κομμάτια γιαλιστερό ,χρωματιστό χαρτί.Καταχώνιασα τις φωτογραφίες σ΄ένα απ΄τα συρτάρια μου και τις άφησα γι΄αργότερα ,όταν θα είχε όπως ήλπιζα την ψυχική αντοχή,να τις δει χωρίς να καταρρεύσει.΄Ισως τώρα είναι καιρός ,σκεφτόμουν,τώρα που ο πόνος θάχει κάπως καταλαγιάσει.

Κατηφόριζα την Ερμού αργά με τις σακκούλες των δώρων στο χέρι.Πρωινό με χλιαρή λιακάδα και γιορταστική ατμόσφαιρα.Τ΄αυτοκίνητα ,ουρά ατέλειωτη ανηφόριζαν αγκομαχώντας προς το Σύνταγμα.Τη στιγμή που κοντοστάθηκα για να περάσω ανάμεσά τους στο απέναντι πεζοδρόμιο,ένιωσα ένα χέρι στο μπάτσο μου..
-Βέρα!
-Χρήστο! Καλημέρα,με τρόμαξες…
-Φαίνεται πως η θεά Τύχη δεν θέλει να μας αφήσει να χαθούμε…Πώς είσαι –είσαι καλά;
-΄Οσο καλά μπορεί νάμαι με ότι συνέβη Χρήστο.
-Η μητέρα σου;Ελπίζω να έχει συνέλθει κι΄αυτή.
-Αρκετά..στην Κέρκυρα είναι,στους θείους  μου-την περιμένω για τις Γιορτές.
Ο κόσμος που ανεβοκατέβαινε στο πεζοδρόμιο,μας έσπρωχνε κάθε τόσο πότε δεξιά,πότε αριστερά.Εξακολουθούσε να κρατά το μπράτσο μου,προσπαθώντας να με στηρίξει.Με κοίταξε χαμογελαστός(σου έλειψε Βέρα,παραδέξου το).
-Τι λες,πάμε να καθίσουμε κάπου για ένα καφέ;Εδώ δεν μπορούμε να σταθούμε-θα μας ρίξουν βορά στ΄αυτοκίνητα σε λίγο.
Γέλασα.-Πάμε..
Πέρασε το μπράτσο του κάτω απ΄το δικό μου και κλείνοντας τα δάχτυλά μου στο χέρι του με παρέσυρε προς τη Μητροπόλεως.
-Κρυώνεις;με ρώτησε.Τα δάχτυλά σου είναι παγωμένα-θάπρεπε να φοράς γάντια.
-Ε, δεν κάνει και τόσο κρύο,εξάλλου τα γάντια τα σιχαίνομαι.Αυτό το βάλε βγάλε
και η απώλεια της αφής μ΄εκνευρίζουν.
΄Εσφιξε τα δάχτυλά μου ελαφρά σαν να συμφωνούσε.
-Μέσα ή έξω;
-Μέσα καλύτερα.
Καθίσαμε σ΄ένα τραπεζάκι κοντά στη τζαμαρία.Παραγγείλαμε τους καφέδες.΄εβγαλα το παλτό μου και τ΄ακούμπησα στην πλάτη της καρέκλας.
-Πόσο καιρό έχουμε να ιδωθούμε;
-Απ΄την κηδεία του πατέρα μου απάντησα-και θέλω να σ΄ευχαριστήσω Χρήστο.Εκτίμησα πραγματικά την παρουσία σου…
΄Ημουν τραγμένη.Η αίσθηση του κορμιού του να κινείται κολλημένο στο δικό μου όπως περπατούσαμε προηγουμένως,μου είχε ξαναφέρει εκείνα τα ρίγη που μ΄αναστάτωναν,όχι πολύ καιρό πριν.
-‘ Όχι Βέρα,δεν εννοώ αυτό.Εννοώ πόσο καιρό έχουμε να βρεθούμε, να μιλήσουμε,ν΄αγγίξουμε ο ένας τον άλλο.
-Πάνω από τρεις μήνες.
-Εμένα αγάπη μου,μου φάνηκαν αιώνες..
(Αγάπη μου! Με είχε πει αγάπη του)
-΄Εγιναν πολλά Χρήστο σ΄αυτό το διάστημα.Δεν πρόλαβα να σκεφτώ τι έφταιξε με μας…
-Καταλαβαίνω ,έχεις δίκηο-φταίω κι΄εγώ ..έβαλα τον εγωισμό μου πάνω απ΄τα αισθήματά μου…
Ο σερβιτόρος έφερε τους καφέδες και τους ακούμπησε στο τραπεζάκι.
-…κι΄εξαφανίστηκα.΄Όταν σε αναζήτησα είχες ήδη φύγει απ΄τη δουλειά- και με όσα συνέβαιναν,ένοιωθα ότι ο τελευταίος που θα σου έλειπε,ήμουν εγώ.Είχα άδικο;
Τι με ρωτούσε;Αν μου έλειψε;Αν τον ήθελα στη ζωή μου;Αν τον αγαπούσα;Αυτό με ρωτούσε;Ε ναι,λοιπόν!Και μου έλειψε και τον ήθελα και τον αγαπούσα.Εγώ δεν θάφηνα τον εγωισμό να μας καταντήσει σαν την Παολίνα και τον Κώστα που επί δέκα ολόκληρα  χρόνια κυνηγούσαν τη σκιά τους.
-΄Αδικο είχες Χρήστο.Εγώ,μετά από ΄κείνο το τελευταίο βράδυ,περίμενα τηλεφώνημά σου-το περίμενα για πολύ καιρό.Δεν μου τηλεφώνησες όμως.Δε φάνηκες ούτε απ΄το γραφείο.Πίστεψα ότι σε είχα προσβάλει εκείνο το βράδυ-ότι δεν ήθελες να με ξαναδείς.΄Υστερα ήρθαν τα γεγονότα που ήδη ξέρεις-ανέτρεψαν τη ζωή μου.΄Εβαλα ότι ένοιωθα για σένα στην άκρη-παραιτήθηκα…
Το χέρι του είχε πάλι κλειστεί γύρω απ΄το δικό μου σαν μέγγενη.΄Ενιωθα τη ζεστασιά του να περνά απ΄τα δάχτυλά του στο δικό μου κορμί.Τον αγαπούσα τελικά αυτό τον άντρα.Τόσο καιρό πάλευα ν΄απαλλαγώ απ΄τη σκέψη του και νόμιζα πως τά είχα καταφέρει.΄Εκανα λάθος.Ας ήταν χήρος-δε φοβόμουν τα φαντάσματα εγώ.Ας με περνούσε είκοσι χρόνια.΄Ημουν νέα και αρκετά όμορφη για να τον κρατήσω κοντά μου μια ζωή.Ερωτεύτηκα άντρα πολύ μεγαλύτερο-και λοιπόν;Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία ήμουν.
-Δηλαδή ,μ΄αγαπάς λιγάκι;Χαμογέλασε παίρνοντας και τα δυο μου χέρια στα δικά του.
-Δεν ξέρω αν αυτό που αισθάνομαι είναι αγάπη,αν είναι όμως,τότε ναι,σ΄αγαπώ.
-Κι΄αν δεν συναντιόμασταν σήμερα τυχαία;
-Συναντηθήκαμε όμως-αυτό έχει σημασία.
-Αυτό που έχει σημασία μωρό μου είναι ότι θα σου τηλεφωνούσα ούτως ή άλλως.
Δεν σκόπευα ν΄αφήσω τη χρονιά να βγει χωρίς να παίξω το τελευταίο μου χαρτί μ΄εσένα.
-Το λες αλήθεια;
Σοβαρεύτηκε.
- ΄Ακουσε Βέρα,η αλήθεια είναι πως όλο αυτό τον καιρό, δεν έφυγες ούτε στιγμή απ΄το μυαλό μου.΄Ηξερα πολύ καλά τι ένιωθα.Σε είδα την πρώτη φορά και είπα μέσα μου « αυτή η γυναίκα είναι για σένα-κέρδισέ την».Αυτό προσπάθησα να κάνω αλλά βιάστηκα και σε τρόμαξα.Δεν θα ξανακάνω το ίδιο λάθος.Σε θέλω δική μου αλλά θα προχωρήσουμε όπως θέλεις εσύ,αγαπούλα μου.Ξέρεις κάποια πραγματα για μένα-ξέρεις ότι πριν ένα χρόνο έχασα τη γυναίκα μου.Την αγαπούσα Βέρα αλλά αυτό το κομμάτι της ζωής μου έκλεισε.Θέλω να ξεκινήσω το επόμενο μαζί σου.Θέλω να γίνεις γυναίκα μου.Σου μιλάω όσο πιο καθαρά μπορώ κοριτσάκι μου.Σ΄αγαπώ και σε θέλω.Σκέψου το-αλλά σκέψου επίσης ότι πάτησα τα σαρανταένα.Μη μ΄αφήσεις να περιμένω πολύ.
΄Εσκυψε προς το μέρος μου κι΄άγγιξε ελαφρά τα χείλη μου με τα δικά του.
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελλή.Το πρόσωπό μου καιγόταν.Γυναίκα του!!
Αυτός ο άντρας που μέχρι σήμερα το πρωί τον κρατούσα εξόριστο απ΄την καρδιά μου,αυτός ο άντρας που είχα αποφασίσει πως δε με νοιάζει κι΄αν δεν τον ξαναδώ,ήθελε να γίνω γυναίκα του.Κι΄εγώ; Εγώ καθόμουν εκεί,δίπλα του στο τραπεζάκι του καφενείου,παραδομένη σε μια γοητεία που δεν πίστευα πως θα μπορούσε ν΄ασκήσει πάνω μου,τρομαγμένη απ΄το πάθος που ξαφνικά ανακάλυπτα μέσα μου,τρελλαμένη από την προοπτική να έχω αυτό τον άντρα δικό μου ,όλο δικό μου.΄Όλα στη ζωή μου,εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα.Η πρώτη μας,απογοητευτική προσέγγιση,μετά ο ευτυχισμένος μήνας του γάμου των γονιών μου,το δυστύχημα και τώρα αυτό-το όνειρο που άρχιζε .Θα το κυνηγούσα αυτό το όνειρο.Δεν θα το άφηνα να γλυστρήσει απ΄τα χέρια μου.
-Το βράδυ θα περάσω να σε πάρω.΄Εχουμε πολλά να πούμε αγάπη μου.Θα σου τηλεφωνήσω το απόγευμα.Θα σε πήγαινα σπίτι αλλά έχω ένα ραντεβού εδώ κοντά που δεν μπορώ ν΄αναβάλω.
-΄Εχω κι΄εγώ μερικά ψώνια ακόμα.Μετά θα πάρω ταξί.
Βγαίνοντας στο πεζοδρόμιο,μ΄έκλεισε στην αγκαλιά του κι΄ακούμπησε το μάγουλό του στο δικό μου.
-Σε ξαναβρήκα κοριτσάκι μου.Δε θέλω να σε ξαναχάσω-δε θα σ΄αφήσω να μου ξαναφύγεις-ποτέ!Στ΄ορκίζομαι!
-Θα περιμένω τηλεφώνημα.
-Να προσέχεις αγάπη μου.
Στάθηκα και τον κοίταζα να κατηφορίζει τη Μητροπόλεως.Δυο φορές γύρισε και μούγνεψε με το χέρι.Γελαστός,ανάλαφρος,όπως τη μέρα που τον πρωτοείδα στο γραφείο.Χαμογέλασα χωρίς να το θέλω.Στο ταξί της επιστροφής,όλα μοιάζανε αλλιώτικά.Τα φωτάκια των δέντρων στις βιτρίνες,τα στολίδια,οι άνθρωποι πολύχρωμες ,βιαστικές φιγούρες στα πεζοδρόμια.΄Όλα σαν βγαλμένα από παραμύθι.
Το δικό μου Χριστουγεννιάτικο παραμύθι.

-