Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ ΚΕΦ.1





Φλεβάρης του ΄96  -Η απόδραση

΄Εβρεχε ασταμάτητα όλη τη νύχτα.΄Άλλη μια νύχτα εφιαλτικής αγρύπνιας που την περνούσε με τα μάτια βυθισμένα στο απόλυτο σκοτάδι του δωματίου.Με όλες τις αισθήσεις της τεντωμένες όπως τ΄αγρίμι που οσμίζεται κίνδυνο..Με το αναφυλητό,γαντζωμένο εκεί,στο μέσα του λαιμού,να της κόβει το δρόμο της αναπνοής.΄Ακουγε τη βρoχή να πέφτει με μανία στα κεραμίδια της μικρής μονοκατοικίας,λες κι΄ήθελε να τα τρυπήσει,να τα σπάσει, να τα διαλύσει..
΄Ενιωθε το θόρυβο σαν σφυριές στο κεφάλι της.Kαι το κεφάλι της, πονούσε-πονούσε αφόρητα.΄Ολο της το σώμα πονούσε.Τα καινούρια χτυπήματα πάνω στα παλιά,που δεν προλάβαιναν να γιατρευτούν,το έκαναν να μοιάζει ολόκληρο μια πληγή.΄Εφερε το χέρι στο μάγουλό της.Ο μόλωπας, λίγο πιο κάτω απ΄τον αριστερό της κρόταφο,γέμισε την παλάμη της,καυτός ,μαλακός κι΄υγρός απ΄τον ιδρώτα της αγωνίας και τα δάκρυά της-σαν ένα κομμάτι απ΄το μυαλό της νάχε χυθεί ,έτοιμο να κατρακυλήσει στο μαξιλάρι της.Δεν τολμούσε να κουνηθεί.Και να ήθελε,δεν μπορούσε .
Ο σουβλερός πόνος,εκεί,χαμηλά στο υπογάστριο,τη διαπερνούσε κάθε τόσο ,σαν κάποιος νάθελε να της ξερριζώσει με μαχαίρι τα σωθικά.Κάτι είχε σπάσει μέσα της,το ένιωθε.Ευτυχώς,η αιμορραγία της πρώτης ώρας που την είχε κατατρομάξει,είχε σταματήσει.Αν συνεχιζόταν,ή αν ξανάρχιζε,τί θάκανε θεέ μου;Θάμενε εκεί να πεθάνει,πάνω στο ματωμένο της στρώμα,αβοήθητη γιατί ούτε στην αστυνομία θα τολμούσε να τηλεφωνήσει ούτε στο νοσοκομείο.Η κοινωνική αξιοπρέπεια του άντρα που ήταν άντρας της,τ΄απαγόρευε ρητά και τα δύο.
-΄Ότι γίνεται μές το σπίτι μου,δεν αφορά κανέναν-τ΄ακούς;Δε γουστάρω μπάτσους και γιατρουδάκια μες τα πόδια μου.΄Αν χρειάζεσαι βοήθεια,φώναξε τη μάνα μου να σε βολέψει αλλιώς ,κάτσε στ΄αυγά σου και βγάλε το σκασμό.Τί κάνω εγώ με τη γυναίκα μου,δεν είναι δουλειά κανενός-το κατάλαβες;Δεν  θα στο ξαναπώ!!

Στα εικοσιτρία της χρόνια,ένιωθε πως είχε κιόλας γεράσει.Κοίταζε το πρόσωπό της στον καθρέφτη και δεν τ΄αναγνώριζε πια.Πού είχαν χαθεί, εκείνη η κοριτσίστικη αθωότητα,εκείνο το λαμπερό βλέμμα,εκείνα τα όνειρα που ζωγράφιζαν τα χρώματα της ανατολής  στα μάγουλά της;Ο καθημερινός βιασμός ψυχής και σώματος, την είχε λυγίσει.Είχε εκμηδενίσει τις αντιστάσεις της.΄Εξη χρόνια τώρα,έψαχνε τον εαυτό της,
στα χαλάσματα της ζωής της.Της  ζωής που λίγα χρόνια πριν την καλημέριζε και την καληνύχτιζε με ζαχαρένια χαμόγελα και που τώρα της έδειχνε τα δόντια της-όλο και πιο απειλητικά .Παγιδευμένη ένιωθε,με το φόβο να τη σφίγγει ασφυκτικά,στην αγκαλιά του,σαν ανεπιθύμητος, μισητός εραστής.
Η βροχή ,έπεφτε πάντα με μανία στα κεραμίδια.Σφυριές στο κεφάλι της.Και το κεφάλι της πονούσε.Πονούσε αφόρητα.

Το θηρίο,κοιμόταν δίπλα της,βαριανασαίνοντας,χορτασμένο από βία και αίμα,κουρασμένο απ΄τη μανιασμένη πάλη με το σακατεμένο κορμί της
-Αν δεν λιγοθυμούσα,θα με είχε σκοτώσει-σκέφτηκε πανικόβλητη.
Αυτός ήταν ο μεγάλος της τρόμος,κάθε φορά που άρχιζε το μαρτύριο.΄Ότι κάποια στιγμή θα την άφηνε στον τόπο.΄Ότι κάποια μέρα ή νύχτα,η ψυχή της θάβγαινε ,ξερριζωμένη βάναυσα απ΄το φονικό του χέρι και θα πάγωνε πεταμένη, εκεί,δίπλα στο άψυχό της σώμα  ,πάνω στα κρύα  πλακάκια της κουζίνας της.Το κοριτσάκι της σκεφτόταν –πάνω απ΄τον εαυτό της.Το αγγελούδι της ,που αν κάτι συνέβαινε σε κείνη,θάμενε μόνο κι΄ανυπεράσπιστο, στη μανία του.Δεν υπήρχε κανείς,να τη βοηθήσει-το ήξερε.Οι δικοί της είχαν καταλάβει..σίγουρα  νοιάζονταν αλλά με το θηρίο δεν τολμούσαν να τα βάλουν.
-Εσύ φαγώθηκες να τον πάρεις.Τώρα ,ό,τι έγινε-έγινε..΄Αντρας σου είναι..Πήγαινε με τα νερά του και κοίτα να μην τον ερεθίζεις!
Οι δικοί του,έκαναν πως δεν έβλεπαν τις πιο πολλές φορές.Κι΄όταν αναγκάζονταν να δουν,της έρριχναν όλο το φταίξιμο.
-Δε μπορεί.Κάτι θα τούκανες.Δεν είναι τρελλός ο άνθρωπός μας ,να σε σπάει στο ξύλο στα καλά καθούμενα..Κι΄όμως ,ή τ α ν  τρελλός.Αρρωστημένο μυαλό κι΄αρρωστημένη ψυχή κουβαλούσε.
΄Εξη χρόνια κοντά του,είχε πάει κι΄είχε γυρίσει απ΄τον άλλο κόσμο χίλιες φορές.Ούτε που μπορούσε να  θυμηθεί,πόσες μέρες και νύχτες σύρθηκε στο πάτωμα, σκουπίζοντας με τα γυμνά της χέρια τα αίματα απ΄το πρόσωπό της ,με το παιδί να σπαράζει γραπωμένο απ΄τη φούστα της κι΄εκείνον να ωρύεται λυσσασμένος.-«Κάν΄το να σκάσει,το μούλικο!».Μετρούσε τις πληγές της κάθε φορά και κάθε φορά πάγωνε απ΄τον ίδιο  φόβο που την παρέλυε:-«Θα με σκοτώσει.Μια μέρα ,θα με σκοτώσει..Φύγω ή μείνω,έλεος δεν υπάρχει για μένα» Κι΄έμενε.΄Εξη χρόνια τώρα!!Να τρέμει κάθε που άκουγε την πόρτα ν΄ανοίγει.Κάθε που άκουγε το βήμα του να πλησιάζει.Κάθε που άνοιγε το στόμα της να πει μια κουβέντα.Κάθε που σήκωνε τα μάτια του να την κοιτάξει μ΄εκείνο το βλέμα που ακόμα δεν είχε μάθει να το μεταφράζει σωστά.΄Ετρεμε τον έρωτά του,όπως έτρεμε και το θυμό του.Κι΄απ΄τα δυο,κομματιασμένη έβγαινε-σακατεμένη..Πού να το ξέρει,τι έκρυβε μέσα του,την ημέρα που του είπε το πρώτο «έλα».΄Όταν άρχισε να υποψιάζεται,ήταν πια αργά-δεν μπορούσε να κάνει πίσω…Δεκαεφτά χρονών τον παντρεύτηκε.Εκείνος ,τριανταδύο. Παράτησε το σχολείο για να πάει στην εκκλησία ,κρεμασμένη στο μπράτσο του.Το μυστικό της, δεν το είχε πει σε κανέναν-ούτε σ΄εκείνον.Φοβήθηκε.΄Ηταν έγκυος,στον πρώτο μήνα κι΄έτρεμε την οργή του πατέρα της.Η κόρη του γκαστρώθηκε πριν βάλει στεφάνι;;Πόρνη!!Αν ξέφευγε του Δημήτρη καμιά κουβέντα,ο γέρος της θα τη σκότωνε,πριν προλάβει να φορέσει το νυφικό.Γι΄αυτό δε μίλησε.Τον ερωτεύτηκε-είπε σε όλους.΄Η αυτόν ή κανέναν.Κι΄ως ένα βαθμό,έλεγε την αλήθεια.Μετά από ΄κείνη την πρώτη φορά,που με τη βία  είχε ολοκληρώσει την κατάκτησή της,ο Δημήτρης είχε γλυκάνει,είχε ημερέψει κι΄εκείνη είχε αρχίσει να πιστεύει πως
αυτό το ανατρίχιασμα του κορμιού της κάθε φορά που την πλησίαζε,μπορεί και  νάταν έρωτας,τελικά. ΄Όταν του είπε το νέο για το παιδί που περίμενε, δυό μέρες μετά το γάμο,εκείνος άνοιξε την πόρτα κι΄έφυγε αμίλητος χωρίς να της ρίξει δεύτερη ματιά.΄Όταν γύρισε,ώρες αργότερα με την ανάσα του να βρωμοκοπά οινόπνευμα ,οι καλοθελητές είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους.
-Τι μας λες τώρα ,ρε φίλε,τη στεφανώθηκες γκαστρωμένη και δεν τόξερες;Σου την έφερε αδερφάκι μου!!
Την άρπαξε απ΄το λαιμό και την κόλλησε στον τοίχο,με μάτια που έσταζαν αίμα.
Οι βαρειές,πρόστυχες κουβέντες που βγήκαν απ΄το στόμα του,την τρόμαξαν,της έκοψαν τη φωνή.
΄Αλλα περίμενε η Φανή.Μια έκρηξη χαράς περίμενε για το «ευχάριστο» νέο  όταν του το ψιθύρισε στ΄αφτί,κουρνιασμένη στην αγκαλιά του..Αντί γι΄αυτό,βρέθηκε αντιμέτωπη με το παράλογο ξέσπασμα της οργής του και τη χυδαία  κι΄άδικη περιφρόνησή του,για κείνη και για το «ξένο σπόρο»,που τάχα,πήγαινε να του
 φορτώσει.Δεν προσπάθησε καν να τον πείσει για την αθωότητά της.Δεν θάχε και νόημα ..Ο άντρας της ,μ΄όλα όσα της καταμαρτυρούσε ,ήξερε..΄Ηταν σίγουρη..
΄Ηξερε πως άλλος δεν την  είχε αγγίξει ,πριν απ΄αυτόν.Δεκαεφτά χρονών ήταν όταν τον γνώρισε..Εκείνος της πήρε την  παρθενιά.Δικό του ήταν το παιδί.Στο βάθος το ήξερε κι΄ο ίδιος .Μόνο που από κείνη την ημέρα ήταν το «μούλικο»-κι΄έγινε  το άλλοθι, για τη βαρβαρότητά του ,στα χρόνια που ακολούθησαν.Εκείνη την ημέρα,έπεσε και το πρώτο ξύλο.Αλύπητο ,ανελέητο.Φοβήθηκε πως θ΄αποβάλει.΄Όταν προχώρησε η εγκυμοσύνη της,δεν τόλμησε να πάει στο γιατρό.Η πεθερά της,είχε  λουφάξει.Σιγοντάριζε το γιο της που δε γούσταρε τα σούρτα-φέρτα στα γιατρουδάκια.΄Εβλεπε τα κατορθώματά του πάνω στη νύφη της κι έτρεμε μην εκτεθεί ο κανακάρης της.«Οι παλιές,γεννούσανε μονάχες τους στα χωράφια με τη τσάπα στα χέρια.Δεν τρέχανε στους γιατρούς κάθε λίγο και λιγάκι.Τί να τον κάμεις το γιατρό από τώρα;Μια χαρά θάσαι.Πας όταν έρθει η ώρα να λευτερωθείς.»Τη μάνα της,τη μπούκωνε με ψέματα,κάθε φορά που τη ρωτούσε ανήσυχη.-«Ακόμα να πας στο γιατρό;» -«  Πήγα.΄Όλα καλά μάνα.» Πώς να πήγαινε,με τα πλευρά και τα πόδια μονίμως μελανιασμένα-τι θα τούδειχνε του γιατρού,τι θα του έλεγε; Κλείστηκε στο σπίτι και περίμενε την ώρα της γέννας,σαν το θανατοποινίτη που περιμένει την ώρα της εκτέλεσης.΄Εβλεπε την κοιλιά της να φουσκώνει μήνα με το μήνα  κι΄αρρώσταινε με τη σκέψη πως μπορεί να μεγάλωνε μέσα της  ένα μισερό , χτυπημένο πλάσμα.Μέχρι να γεννηθεί το παιδί και να σιγουρευτεί πως ήταν γερό,της βγήκε η ψυχή.Η Αθηνούλα της.Η κόρη της.Δώρο Θεού στη δυστυχία της.Την αγάπησε όσο δεν είχε αγαπήσει άνθρωπο μέχρι εκείνη τη στιγμή.Παρηγοριά και χαρά της ζωής της.Και μάρτυρας της κόλασης που ζούσε.
Θυμόταν ακόμα το γεμάτο συμπόνοια βλέμμα του γιατρού ,όταν πήγε να τη δει,μετά τη γέννα.Στάθηκε μπροστά στην κουνια του μωρού και την κοίταξε κατάμματα: «Τυχερό ήταν»,της είπε. «Τυχερή κι΄εσύ.Να προσέχεις,τώρα που θα πας στο σπίτι σου.» Είχε δει κι΄είχε καταλάβει…

Απ΄το διπλανό δωμάτιο,άκουσε το κλάμα της.΄Ένα τρομαγμένο πουλάκι που μοιραζόταν το δικό της εφιάλτη.Αυτό είχε καταντήσει το παιδί της κι΄εκείνη δεν έκανε τίποτα για να το γλυτώσει.Μάνα άστοργη,δεν ήταν.΄Ατολμη ήταν,ανήμπορη ν΄αντιδράσει κι΄η ενοχή την πότιζε μέχρι το κόκκαλο γι΄αυτή της την ανημπόρια.
΄Ενιωσε τον άντρα δίπλα της, ν΄αλλάζει πλευρό.
-Σήκω και κάν΄το να σκάσει,το μούλικο-διέταξε.
Σηκώθηκε με κόπο και πιάνοντας τα κάγκελα του κρεβατιού,σύρθηκε κατά το δωμάτιο της μικρής.Στον ύπνο της έκλαιγε.Κάθισε δίπλα της και τη σκέπασε με το κορμί της,φίλησε με τα πονεμένα της χείλη, το παιδικό προσωπάκι.΄Υστερα άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της σιφονιέρας,δίπλα στο  κρεβατάκι του παιδιού.Ξεκόλλησε προσεκτικά κι΄ανασήκωσε την πλαστική,λουλουδάτη ταπετσαρία στον πάτο του
συρταριού.
Αναστέναξε μ΄ανακούφιση.Τα χρήματα,ήταν εκεί.Δυο χρόνια τα μάζευε λίγα-λίγα αυτά τα δεκαπέντε χιλιάρικα.Η λύτρωσή της,η διαφυγή της.΄Αρχισε αυτή τη
μυστική αποταμίευση σωτηρίας όταν κατάλαβε πως η απόδραση , ήταν ο μόνος δρόμος που της απόμενε.Η απόδραση που δεν ήταν σίγουρη πως θα την αποφάσιζε ποτέ.Το συρτάρι της παιδικής σιφονιέρας πάντως,αποδείχτηκε ασφαλής κρυψώνα.Ο Δημήτρης,δεν πατούσε το πόδι του στο παιδικό δωμάτιο.Κι΄ούτε του είχε δώσει ποτέ δικαίωμα να υποπτευθεί,πως κάτι ετοίμαζε στο μυαλό της.Παραδομένη στα χέρια του την ένιωθε.Υποταγμένη στις διαθέσεις και τις ορέξεις του.Δεν ανησυχούσε.

.Σκέπασε το παιδί,άναψε το μικρό πορτατίφ ,τ΄ακούμπησε στο πάτωμα και παλεύοντας να μην ουρλιάξει απ΄τον πόνο,γύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε.
Η βροχή έπεφτε ακόμα μανιασμένη στα κεραμίδια.Δίπλα της,ο κοιμισμένος άντρας,γύρισε προς το μέρος της κι΄έρριξε βαρύ το μπράτσο του πάνω στην κοιλιά της.΄Εσφιξε τα δόντια,να μη φωνάξει.΄Εμεινε ακίνητη,μαρμαρωμένη
κρατώντας την αναπνοή της. «Χριστέ μου,πότε θα τελειώσει αυτή η νύχτα;»΄Εκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε σ΄έναν ύπνο σαν θάνατο,με το μπράτσο του πάνω στο σώμα της,σαν βαρειά,σιδερένια αμπάρα μιας φυλακής-της φυλακής της.


΄Εξη και μισή,χτύπησε το ξυπνητήρι-όπως κάθε μέρα.Τινάχτηκε απ΄τον ύπνο κι΄έμεινε για δευτερόλεπτα,να κοιτάζει με μάτια ακίνητα,το ροζ φωτιστικό στο ταβάνι.
΄Υστερα,ένιωσε το χέρι του στον ώμο της.
-Σήκω.΄Αντε να φτιάξεις καφέ…
Πάλεψε να φορέσει τη ρόμπα της.Το σπίτι ήταν κρύο ,παγωμένο κι΄έκανε το πληγιασμένο κορμί της να πονά πιο πολύ.Πριν μπει στην κουζίνα,έριξε μια ματιά στο δωμάτιο της μικρής.Κοιμόταν ακόμα.Τράβηξε κι΄έκλεισε την πόρτα.Κοίταξε το ρολόι πάνω απ΄το ψυγείο.Επτά παρά είκοσι.Στις δέκα,είχε λεωφορείο για Θεσσαλονίκη.Ο άντρας της,θάφευγε για τη δουλειά στις επτάμιση.Προλάβαινε να ετοιμάσει το παιδί –να ετοιμαστεί κι΄εκείνη.Είχε πάρει την απόφασή της,τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια της.Η αντοχή της,είχε εξαντληθεί.Φοβόταν αλλά δεν θάμενε ,να καλωσορίσει μοιρολατρικά ,τη μέρα του θανάτου της απ΄το χέρι του.Θάφευγε.Σήμερα.Στις δέκα.Κι΄ο Θεός βοηθός.

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ ΚΕΦ.2






΄Όπως περίμενε τον καφέ να φουσκώσει,άκουσε πίσω της τα βήματά του κι΄ένιωσε την ανάσα του στο σβέρκο της. «Χριστέ μου,όχι πάλι».. Το σώμα της έγινε σκληρό,σαν πέτρα..Εκείνος,κόλλησε  πάνω της ,αγκάλιασε σφιχτά τη μέση της και σαν να είχε μόλις ξυπνήσει ύστερα από μια παθιασμένη ερωτική νύχτα,φύσηξε την επιθυμία του καυτή,στις ρίζες των μαλιών της,κάνοντάς την ν΄ανατριχιάσει. Περνώντας το χέρι του απ΄το άνοιγμα της ρόμπας της, χάιδεψε το στήθος της κι΄ύστερα τόσφιξε δυνατά,απαιτητικά..Της ξέφυγε μια πνιγμένη κραυγή πόνου.
Η κραυγή της,τον ξάφνιασε..
-Τι έγινε ρε Φανούλα;Ούτε να σ΄αγγίξουμε δεν μπορούμε;
Την πήρανε τα κλάματα.
-Τί…,πονάς;
΄Εγνεψε «ναι» με το κεφάλι.
-Για να σε δω…
Τη γύρισε προς το μέρος του.-Θα χυθεί ο καφές,του ψιθύρισε.
΄Απλωσε το χέρι του ,έβγαλε το μπρίκι απ΄τη φωτιά κι΄έσβυσε το γκαζάκι.΄Υστερα,την έπιασε απ΄το σαγόνι και της γύρισε το πρόσωπο στο πλάϊ.Ζούληξε με τις άκρες των δακτύλων του το πρησμένο της μάγουλο.Εκείνη τραβήχτηκε απότομα-σαν να τη διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα.
-Πονάς κι΄αλλού;
Δίστασε..Τα λόγια βγήκαν με δυσκολία απ΄τα χείλη της.
-…Πονάω..εδώ κάτω..
-Πού;Για να δω…
Την ανάγκασε να σηκώσει το νυχτικό της μέχρι τη μέση.΄Απλωσε  και της τράβηξε τo
εσώρρουχο μέχρι τους μηρούς.Ο λεκιασμένος με ξεραμένο αίμα χαρτοβάμβακας,έπε- σε στο πάτωμα.Στην κοιλιά,χαμηλά,είδε την τεράστια μελανιά που εκείνη βιάστηκε να ξανακρύψει .
Η φωνή του,γλύκανε απότομα..
-Τί είναι αυτό-κλωτσιά;Σε κλώτσησα ρε Φανούλα;Κοίτα να δεις!Ούτε που το θυμάμαι ,ο ηλίθιος!Συγνώμη,βρε κορίτσι μου!Συγνώμη μωρό μου..
΄Ενιωσε ένα σύγκρυο να οργώνει την πλάτη της .
Τη μισούσε,τη σιχαινόταν αυτή τη « συγνώμη» του. ΄Εφτανε στ΄αυτιά της σαν
ειρωνία,σαν κοροϊδία.΄Ιδια κι΄απαράλλαχτη,κάθε φορά.Πιό πολύ κι΄απ΄τα χτυπήματα
στο σώμα της,την πονούσε αυτό το υποκριτικό «συγνώμη» που της πέταγε μετά από κάθε βίαιο ξέσπασμά του,σαν κόκκαλο παρηγοριάς σε δαρμένο σκυλί..
΄Εμεινε σιωπηλή,χωρίς να τολμήσει να τον κοιτάξει.Ξαναβάζοντας το μπρίκι στη φωτιά για ν΄αποτελειώσει τον καφέ,τον άκουσε να προσπαθεί ν΄απολογηθεί,όπως
έκανε πάντα.Με τα ίδια λόγια που η Φανή τα είχε σχεδόν αποστηθίσει.Και πάντα με την ίδια απειλή για επίλογο.
-Σούκανα ζημιά,ε;Ρε Φανή,πόσες φορές θα στο πω;Μη με τσαντίζεις ρε μάνα μου-αφού με ξέρεις.΄Όταν τσαντίζομαι,δεν ελέγχω τα νεύρα μου.Σου λέω,κάτσε ήσυχη στ΄αυγά σου..εσύ τίποτα!Κάθε μέρα κι΄ένα φασούλι μου βγάζεις..Τί ήταν πάλι αυτό το χτεσινό….Μιμήθηκε τη φωνή της: «Θέλω να πάω δυο μέρες να δω τη μάνα μου»!
Αυτά θ΄αρχίσουμε τώρα;Διήμερες εκδρομές στο χωριό της μάνας σου;Κι΄εγώ εδώ μόνος μου να τρώω τα λυσσακά μου;Στο είπα ή δεν στο είπα;Στη μάνα σου δεν πας.΄Αμα θέλει να σε δει,νάρθει εκείνη-αλλά πού!!Δεν κοτάει-φοβάται.Λες κι΄είμαι ο μπαμπούλας.Εδώ που τα λέμε,καλά κάνει και με φοβάται-τη βλέπω την παλιόγρια και μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.Ξέρω πολύ καλά πώς με στολίζει πίσω απ΄την πλάτη μου.Καλά θα κάνεις,να με φοβάσαι κι΄εσύ Φανούλα και κοίτα να συμμαζέψεις τα μυαλά σου γιατί είδες τι γίνεται άμα με φέρνεις στα άκρα.Καμιά μέρα θάχουμε άσχημα ξεμπερδέματα-στο λέω-και δε θα φταίω εγώ…το ξερό σου το κεφάλι θα φταίει...Φέρε τον καφέ τώρα-θ΄αργήσω στη δουλειά.-Η φωνή του,είχε πάρει ξανά εκείνο τον ξερό,επιτακτικό τόνο που την ανάγκαζε να σκύβει πάντα το κεφάλι, από φόβο για τα χειρότερα.
Τον άκουγε αμίλητη.Του πήγε τον καφέ αμίλητη.Τελευταία φορά που τον άφηνε να τη φοβερίζει.΄Όταν θα γύριζε το απόγευμα,εκείνη κι΄η Αθηνούλα δεν θα ήταν στο σπίτι.Φαντάστηκε την αντίδρασή του και τρόμαξε.Μέσα της όμως είχε αρχίσει ν΄απλώνεται μια πρωτόγνωρη γαλήνη που μαλάκωνε τον πόνο στο κορμί της.Η νεκρωμένη από χρόνια ελπίδα, ξαναζωντάνευε δειλά-δειλά.Θα τα κατάφερνε.Θα γλύτωνε.Θα γλύτωνε και τ΄αγγελούδι της απ΄αυτή την κόλαση.
Αφουγκράστηκε τα βήματά του,καθώς εκείνος,πήγαινε προς το χωλ.Τον άκουσε να ξεκλειδώνει την πόρτα.
-Φεύγω-της φώναξε καθώς έβγαινε-θα τα πούμε το βράδυ.Και κοίταξε,βάλε καμιά
 κομπρέσσα στο μάγουλό σου.Σε βλέπει άνθρωπος και φρικάρει!!
Ξανακοίταξε το ρολόϊ πάνω απ΄το ψυγείο.Κόντευαν οκτώ.Με την απόφαση της  απόδρασης αμετάκλητη μέσα της,πήγε μέχρι το υπνοδωμάτιο,έστρωσε βιαστικά το κρεβάτι ,συμμάζεψε τα σκόρπια ρούχα και ξαναμπαίνοντας στην κουζίνα έρριξε
ακόμα μια φευγαλέα ματιά στο ρολόϊ.Οκτώ και πέντε.
Ετοίμασε το γάλα του παιδιού και δυο σάντουιτς για την καθεμιά τους-για το δρόμο.΄Υστερα ξύπνησε την κόρη της και της έδωσε το γάλα-πιες το όλο της είπε και κάνε γρήγορα αγάπη μου.
Την έντυσε,ντύθηκε κι΄εκείνη.
Το παιδί,έτριβε αγουροξυπνημένο τα ματάκια του..
-Πού θα πάμε μανούλα;
-Ταξίδι καρδούλα  μου.
-Πού μαμά;
-Στην Αθήνα-στη θεία Λένια.
-Ο μπαμπάς;
-Ο μπαμπάς θα μείνει εδώ,Αθηνά μου.΄Εχει δουλειές.
΄Ερριξε σ΄ένα μικρό σακκίδιο δυο ρουχαλάκια του παιδιού και δυο δικά της,μαζί με τα λίγα απαραίτητα.Τη βαλίτσα την είχε αποκλείσει.Με τη βαλίτσα στο χέρι,όποιος την έβλεπε θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά –ότι το έσκαγε.Μικρή κοινωνία,κλειστή.΄Ολοι ήξεραν,κανείς δεν μιλούσε αλλά πολλοί θα ήταν πρόθυμοι να την καρφώσουν.Ο άντρας της είχε τους δικούς του ανθρώπους.΄Επρεπε να προλάβει να φύγει όσο πιο μακρυά μπορούσε,πριν ο Δημήτρης πάρει είδηση τι γίνεται και τρέξει ξοπίσω της.Σιγούρεψε τα χρήματα στη τσάντα της .Λίγα ήταν αλλά της έδιναν μια μικρή σιγουριά.΄Επειτα, στην Αθήνα πήγαινε.Στη Λένια,την αδερφή της.Δεν πή-
γαινε σε ξένους…
 Κούμπωσε μέχρι το λαιμό το μπουφάν του παιδιού,του φόρεσε την κουκούλα,έδεσε γύρω απ΄το κεφάλι της ένα μαντήλι,έτσι που να κρύβει το πληγωμένο της μάγουλο και στάθηκε μπροστά στην πόρτα.΄Εριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι.Αυτό το σπίτι που δεν κατάφερε ποτέ,να το νιώσει δικό της.Δεν λυπόταν για τίποτε απ΄όσα άφηνε πίσω.΄Ανοιξε την πόρτα χωρίς δισταγμό,βγήκε με το παιδί και την έκλεισε πίσω της.
΄Εβρεχε ακόμα-κι΄ούτε που θα σταμάταγε.Βαρύς ο ουρανός,μαύρος,απειλητικός
αγριεμένος.Πρώτη φορά,ένιωθε τη βροχή σύμμαχό της.Λίγους θα συναντούσε,λίγοι θα την πρόσεχαν.Πέρασε το σακκίδιο στον ώμο της,άνοιξε την ομπρέλα,πήρε την κόρη της απ΄το χέρι και βγήκε στο δρόμο.
Σχεδόν άδειο το λεωφορείο.Λίγοι,σκόρπιοι επιβάτες,φορτωμένοι με τις καθημερινές έγνοιες τους.Κανείς δε γύρισε να την κοιτάξει.΄Εκρυψε όσο μπορούσε το πρόσωπό της με το μαντήλι.Κάθησε τη μικρή στο διπλανό κάθισμα και της έβαλε στο χέρι το ένα σάντουιτς.Εκείνη δεν πεινούσε.Το στομάχι της είχε γίνει μια σφιγμένη γροθιά.
-Πώς θα πάμε στην Αθήνα μαμά,με το λεωφορείο;
-Με το τραίνο μωρό μου.
-Σε πόση ώρα θα φτάσουμε στο τραίνο;
-Σε καμιά ώρα ,αγάπη μου.
-Νυστάζω.


Διέσχισε την αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού ,σχεδόν τρέχοντας,τραβώντας απ΄το χέρι το παιδί που πάσχιζε να τη φτάσει.Χώθηκε στο πρώτο βαγόνι που σταμάτησε μπροστά της και κάθισε στις τελευταίες θέσεις ,μακρυά απ΄τους άλλους επιβάτες.Λίγοι άνθρωποι κι΄εδώ. ΄Αγνωστοι..Δυο τρία βλέμματα έπεσαν τυχαία πάνω της.Αδιάφορα-περαστικά.Μια νέα γυναίκα που ταξιδεύει μ΄ένα μισοκοιμισμένο κοριτσάκι στην αγκαλιά.Συνηθισμένο!!Μόλις το τρένο βγήκε απ΄το σταθμό,ένιωσε ασφαλής.Από δω και πέρα,κάθε χιλιόμετρο,την έφερνε πιο κοντά στην ελευθερία.Στη λύτρωση.Η Χαλκιδική,το χωριό της ,η μάνα κι΄ο πατέρας της,έμεναν πίσω μαζί με τα χρόνια της αθωότητας,τα χρόνια του μαρτυρίου,το δασάκι και την παραλία των ονείρων της.΄Εσφιξε τη μικρή στην αγκαλιά της κι΄ύστερα την απόθεσε στο διπλανό ,μαλακό κάθισμα.Η Αθήνα ήταν ακόμα αρκετά μακρυά.΄Εμεινε να κοιτάει για λίγη ώρα τα τοπία που εναλλάσσονταν μπροστά στα μάτια της. Το πράσινο της στεριάς και το γαλάζιο του Θερμαϊκού.
 Υστερα,ακούμπησε το κεφάλι στην πλάτη του καθίσματος,και πήρε στο χέρι της
το ζεστό χεράκι του κοιμισμένου κοριτσιού.Τα μάτια της κλείσανε,χωρίς να το καταλάβει.

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

ΦΕΓΓΑΡΟΜΙΛΗΜΑΤΑ!

Στην άμμο γύφτισσα ,ξαπλώνει η νύχτα
φιλιά γλυκόπιοτα για καληνύχτα
αγάπη μάγισσα,το νου μου παίρνει
με πάει-με φέρνει!

Φεγγαρομιλήματα
των άστρων τα συστήματα
στα μάτια σου βουλιάζουνε
σου μοιάζουνε

Φεγγαρομιλήματα
του πόθου τα σκιρτήματα
στο σώμα σου φωλιάζουνε
σου μοιάζουνε!

Πάνω στα κύμματα λούζεται η νύχτα
μπράτσα μετάξια μου,γύρω μου ρίχτα
ξενύχτης έρωτας ,πάνω μου γέρνει
με πάει -με φέρνει!
σ.τ.

Με ξέχασες - Κανελλίδου Αλέκα

Μπαλάντα για ένα παιδί - Πασχάλης

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ "ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ"



΄Ερωτας βαρέων βαρών   10     


Πήρε το δρόμο του γυρισμού, με τη ψυχή της στην κατηγορία φτερού.΄Ο,τι τη βάραινε πριν από λίγες ώρες ακόμα,είχε πετάξει μακρυά.Εκείνη η άγνωστή της γυναίκα,η κυρία Ευγενία, είχε καταφέρει να της κάνει μια γερή ένεση αυτοπεποίθησης.
Την είχε αντιμετωπίσει σαν γυναίκα ,με τις ανησυχίες και τις ευαισθησίες της κι΄όχι σαν υπόδικη που έπρεπε ν΄απολογηθεί γιατί αφέθηκε να πάρει κιλά,που τώρα έπρεπε να τ΄αφορίσει για να δικαιωθεί στα μάτια των τρίτων.Τί δουλειά είχαν οι τρίτοι με το σώμα της;Σε ποιανού την πλάτη τα φόρτωνε τα κιλά της,ώστε νάχει ο καθένας το δικαίωμα να της υπαγορεύει πώς και πόσα έπρεπε να χάσει για νάναι ικανοποιημένος;
Σε κανενός.Δικό της πρόβλημα ήταν κι΄εκείνη θ΄αποφάσιζε πόσα και πώς θα τάχανε..Της άρεσε η άποψη της κυρίας Ευγενίας.Σνομπάρισε το φαί ,της είχε πει.Αυτό ακριβώς θα έκανε.Σκεφτόταν την  πρώτη βραδυά που θα βρισκόταν με την παρέα γύρω από ένα τραπέζι και θα τους έκραζε όλους και όλες αφ΄υψηλού. «Χριστός και Παναγία!Πώς τα τρώτε αυτά τα πράματα…με το κιλό τα κατεβάζετε τα λιπίδια και τα τριγλυκερίδια,βρε παιδιά!»Κοίταξε το ρολόι της.
Κόντευαν οκτώ.Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι από τώρα.Δεν είχε καμμιά όρεξη να δει τα μούτρα του Μάκη και να ξαναρχίσει τη μεσημεριάτικη συζήτηση.Αν δεν ήταν τα παιδιά στη μέση,ίσως δεν θα γύριζε και καθόλου –θα πέρναγε τη βραδυά στη Φαίη  και θα τον άφηνε να τσιτσιρίζεται όλη νύχτα βουτηγμένος στις καφτές αμφιβολίες του.΄Όμως δεν ήθελε να κάνει τα παιδιά της μέρος του προβλήματος.Επομένως,θα γύριζε-αλλά όχι ακόμα.Στο ύψος του Νέου Ψυχικού,έστριψε για το σπίτι της Φαίης.
Εκεί θα ήταν η φιλενάδα της,ήταν σίγουρη.Τις Τρίτες,η Φαίη είχε πάντα σοβαρή απασχόληση.Νύχια-χέρια, πόδια-αποτρίχωση,μάσκες ομορφιάς κι΄όλα τα σχετικά.
Τις Τρίτες,ακόμα κι΄ο Νίκος,ο μεγάλος της έρωτας,δεν έπαιρνε άδεια εισόδου στο διαμέρισμα.Τί ανάγκη έχει αυτή,σκέφτηκε.Τρία διαμερίσματα νοικιάζει κι΄ένα που κάθεται,τέσσερα.Νάναι καλά η κληρονομιά του μπαμπάκα της.Τυχερή κοπέλα.
Και κουκλάρα-να πούμε και του στραβού το δίκιο.Μπόι μέτριο αλλά κορμί πρώτο.
΄Εχει και το Νίκο που την πολιορκεί τρία χρόνια τώρα με την πρόταση γάμου στο χέρι.Η Φαίη ούτε ν΄ακούσει για γάμο.Ελεύθερη και ωραία.΄Εμαθε απ΄τη φιλενάδα της τις κακοτοπιές και φυλαγόταν-έλεγε.Την είχαν κάνει αυτή την κουβέντα πριν από κανένα μήνα..
-Βρε Φαίη μου,χτύπησες τα τριάντα επτά.Πότε θα παντρευτείς τελικά;Παντρέψου τον βρε παιδάκι μου να ησυχάσει κι΄αυτός-να προλάβεις να κάνεις και κανένα μωρό…
-Εγώ μωρό.!!Δε θάσαι με τα καλά σου.Πέφτω εγώ σε τέτοια λούμπα;Για να καταντή-
σω εκατό κιλά σαν κι΄εσένα,Αλέκα μου;Να μου λείπει το βύσσινο.
-Μπράβο ,ρε Φαίη ,ωραία ιδέα έχεις για μένα-κι΄εγώ σε νόμιζα φίλη μου…
-Φίλη σου ε ί μ α ι-μαζόχα δεν είμαι.΄Ασε το Νίκο ήσυχο ,καλά κάθεται εκεί που είναι..
΄Αλλωστε,έχω να προσέχω κι΄εσένα.Ποιά θα σε φροντίζει εσένα,βρε βούρλο αν κάνω πως παντρεύομαι κι΄αραδιάσω κάνα δυο κουτσούβελλα;Θα μου υποτροπιάσεις και δεν θα μπορώ να τρέχω να σε μαζεύω..
Γελάσανε κι΄οι δυο τότε κι΄εκεί σταμάτησε η κουβέντα.

Της άνοιξε εξαγριωμένη,με το τηλέφωνο στο χέρι.Πάτησε τις φωνές.
-Πού γύριζες βρε αναίσθητη τόσες ώρες;Λίγο ακόμα και θ΄άρχιζα να τηλεφωνώ στα Νοσοκομεία,παλιογαϊδούρα!!
-Ωραίο καλωσόρισμα!΄Ένα γειά…ένα φιλάκι,δεν έχει σήμερα;
-Τι φιλάκι μωρή τρελλή;΄Ένα φούσκο μούρχεται να σου αστράψω..που μας έκανες άνω κάτω,πανάθεμά σε,μας κοψοχόλιασες!!
-Ποιους κοψοχόλιασα δηλαδή ρε Φαίη;
-Εμένα ,το Μάκη..θέλεις κι΄άλλους;Μ΄έχει πάρει ίσαμε πέντε φορές,ο φουκαράς.΄Εφυγε απ΄τις τέσσερεις και μισή για νάρθει σε σένα, μου λέει-δεν έφτασε ακόμα;
Και ξανά σε λίγο-δεν ήρθε ακόμα; Κι΄άντε πάλι σε λιγάκι-ακόμα δεν ήρθε;
Πήγα να τρελλαθώ ρε Αλέκα,είχες κλειστό και το κινητό σου…λέω κάπου έφαγε τα μούτρα της ,δε μπορεί-τι είναι Παγκράτι-Νέο Ψυχικό..άντε τρία τέταρτα..άντε μια ώρα.Τέσσερεις ώρες βρε αθεόφοβη-πού γυρνοβόλαγες,μου λες;;
-Δίκηο έχεις Φαίη μου,έπρεπε να σε πάρω τηλέφωνο-δεν το σκέφτηκα.Συγνώμη ρε Φαίη..έγιναν σημεία και τέρατα το μεσημέρι με το Μάκη.΄Ηθελα να ξεφύγω λίγο.
Για σένα ξεκίνησα,στο Κεφαλάρι βρέθηκα..Τώρα,με το κινητό,δεν ξέρω τι έγινε ..κανένα πλήκτρο θα πατήθηκε μέσα στη τσάντα μου και κλείδωσε.Ούτε που το πήρα είδηση.Συγνώμη βρε φιλενάδα,βάλε καφεδάκι κι΄έχω να σου πω πολλά.
-Πρώτα να πάρουμε το Μάκη-έχει φρικάρει ο άνθρωπος..
-Για το αυτοκίνητο ανησυχεί Φαίη μου-όχι για μένα..Μη ψαρώνεις!!
-΄Ελα βρε Αλέκα, μη γίνεσαι τόσο κυνική πια…
-Βρε άκου που σου λέω..΄Ασε να πάρει εκείνος.Βάλε καφέ.

Η Φαίη την άκουγε  με προσοχή,απλώνοντας προσεκτικά ,την υδατική κρέμα στα μάγουλά της.
΄Εβαλε τα γέλια:
-Μωρέ μπράβο μαγκιά η γιαγιά!!Εδώ που τα λέμε Αλέκα μου,μια χαρά τα λέει.Αντί να βλέπεις την τούρλα μακαρονάδα και να λές «τι χάνω»,να τη βλέπεις και να λες
«τί γλυτώνω».Φτου σου σατανά,να της λες,ύπαγε οπίσω μου.»
-Με δουλεύεις ρε Φαίη;
-Καθόλου Αλεκάκι μου.Μιά ιδέα είναι και το φαί.Φαί είναι το ογκρατέν, με τρία δάχτυλα μπεσαμέλ,φαί και η μπριζόλα με το μπρόκολο.Φτύνεις το ένα,απολαμβάνεις το άλλο.Κι΄εγώ αυτό κάνω κι΄όχι τώρα,από παλιά-το ξέρεις.
-Τι ανάγκη έχεις εσύ ρε Φαίη;Μια ζωή,σαν μακαρόνι είσαι.
-Κι΄εσύ έτσι ήσουν κούκλα μου ,μέχρι που ξαμόλυσες τα παιδιά.Γι΄αυτό σου λέω..τί τους θέλω εγώ τους γάμους και τα κουτσούβελα-μια χαρά δεν είμαι κι΄έτσι;
-΄Ελα ρε Φαίη,όλες οι μανούλες δεν φορτώνονται εκατόν είκοσι κιλά επειδή γεννάνε ένα-δυο παιδάκια..Τάθελα και τάπαθα.Αλλά φταίει κι΄ο Μάκης-δεν φταίει;΄Όταν τη γυναίκα σου τη στριμώχνεις και την υποτιμάς αντί να την υποστηρίξεις ,όταν έχεις μάτια για όλα τα θηλυκά του κόσμου εκτός από κείνη,τί να σου κάνει κι΄αυτή;Πέφτει με τα μούτρα στο ψυγείο,να γιατρέψει το μαρασμό και το ψυχοπλάκωμα……Το τηλέφωνο!!Χτυπάει παιδί μου,δεν τ΄ακούς;

Η Φαίη σήκωσε το τηλέφωνο,κλείνοντάς της το μάτι,καθώς άκουγε τη φωνή απ΄ τ΄ακουστικό:
-΄Ελα Μάκη μου…ναι,ναι,εδώ, εδώ είναι…ναι,σου λέω μια χαρά…έλα,στη δίνω!
-΄Ελα -επιτέλους!!….Ρε Αλέκα; ΄Ετσι κάνει ο κόσμος;Παίρνεις τ΄αυτοκίνητο και φεύγεις,εξαφανίζεσαι,κλείνεις και το κινητό-πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη γαμώ το μου.Το κινητό γιατί τόκλεισες;
-Απ΄το τηλέφωνο θα τα λέμε τώρα ρε Μάκη;΄Ασε νάρθω σπίτι και θα τα πούμε..
-Παίρνω ταξί κι΄έρχομαι να σε πάρω…
-Δεν θάρθεις πουθενά Γεράσιμε!Το δρόμο τον ξέρω-άντε γειά σου!

Γ ε ρ ά σ ι μ ε;;;Ούτε στο πρώτο τους ραντεβού δεν τον είχε πει Γεράσιμο-απ΄την πρώτη στιγμή,Μάκη μου τον ανέβαζε ,Μάκη μου τον κατέβαζε.Τώρα έγινε ξαφνικά Γεράσιμος;Απ΄την εποχή του πατέρα του, του συχωρεμένου, είχε ν΄ακούσει το βαφτιστικό του.Μόνο εκείνος τον φώναζε Γεράσιμο σε πείσμα της μάνας του που απ΄τη μέρα που γεννήθηκε τον ονομάτισε Μάκη.Το έτρεμε το βαφτιστικό του,το μισούσε-ιδιαίτερα όταν ο πατέρας του είχε τις κακές του..
-Γεράσιμε,δεκάρια θα μου φέρεις αλλιώς μαύρο φίδι που σ΄έφαγε.
-Γεράσιμε,στο δωμάτιό σου γρήγορα και δεν θα βγεις ,αν δε σε φωνάξω!Κωλόπαιδο!
-Γεράσιμε μη μου βγάζεις γλώσσα ,θα σου κόψω τα πόδια απ΄τα γόνατα.
-Γεράσιμε,δέκα η ώρα θάσαι σπίτι αλλιώς θα βγάλω τη λωρίδα!!
-Δεν θάρθεις πουθενά Γεράσιμε,του είπε δευτερόλεπτα πριν η Αλέκα.
Ανατρίχιασε.Σαν νάκουγε τη φωνή του συχωρεμένου  απ΄τον τάφο!!
Ακόμα μπαρουτιασμένη είναι,σκέφτηκε πανικόβλητος..Θα φτύσω αίμα ,μέχρι να τη ξαναφέρω στα νερά μου.Είχε όμως απόλυτη εμπιστοσύνη στη γοητεία του.Εδώ ,έρριχνε τις γκόμενες σαν τα ζαλισμένα κοτόπουλα-στην Αλέκα θα κόλλαγε;
Αργά ή γρήγορα θα της περάσει,παρηγόρησε τον εαυτό του.Το πιθανό κέρατο,δεν το συζητούσε-μπούρδες!Στο τσακ το πρόλαβε χτες-το πρόλαβε πάντως.΄Ηταν σίγουρος.
Πήρε απ΄το ψυγείο μια μπύρα και στρώθηκε στην τηλεόραση να την περιμένει.
***
Τρεις μήνες μετά την καθαρή εξήγηση εκείνης της Τρίτης,ανάμεσα στην Αλέκα και το Μάκη,η ζωή στο σπιτικό της οικογένειας Αβραμίδη είχε ξαναβρεί τους κανονικούς της ρυθμούς.Η Αλέκα είχε καταφέρει να κατεβάσει τα κιλά της στα ογδόντα –κι΄εκεί θα έμενε,το είχε αποφασίσει.Ο χειμώνας είχε πλακώσει για τα καλά,τα παιδιά,συνέχιζαν το σχολείο τους,η Αγγελικούλα είχε βάλει μέσα κοιλιά και παϊδάκια,λόγω ψύχους κι΄ο Γιωργάκης χτύπησε την πρώτη του «επίσημη» γκόμενα που τους την έφερε μια μέρα και στο σπίτι να τη γνωρίσουν,προς μεγάλη ικανοποίηση του Μάκη που έβλεπε με περηφάνεια τον κανακάρη του να βαδίζει στ΄αχνάρια του.΄Ολο κομπλιμέντα κι΄αστειάκια με τη μικρή,κάθε φορά που εκείνη ερχόταν σινάμενη –κουνάμενη .Τη μια «θα διαβάσουμε με το Γιώργο κύριε Μάκη»,την άλλη «θα δούμε DVD με το Γιωργάκη,κυρία Αλέκα»,κλεινόντουσαν στο δωμάτιο και το τι έκαναν οι δυο τους εκεί μέσα,ο Θεός κι΄η ψυχή τους.
-Μάκη ,μίλα του γιού σου,μη μας βρει καμιά συμφορά καμιά ώρα.
-΄Εννοια σου,έχει μυαλό αυτός-ξέρει.
-Ξεράδια του-αν έχει το μυαλό το δικό σου,σωθήκαμε!!
Του είχε πάρει τον αέρα-αυτό ήταν!Του την έβγαινε με κόκκινο από κείνη την ιστορία με την ΄Ολγα κι΄αυτός δεν τολμούσε ούτε να βρίσει.΄Ασε που τον είχε ταράξει στο πήδημα.΄Όλα τα χρωστούμενα μαζί με τα τρέχοντα,του τάπαιρνε μαζε
μένα.΄Όχι πως δε γούσταρε,γούσταρε και πολύ μάλιστα .Μόνο που κινδύνευε να πάθει υπερκόπωση.Σκληρό το μεροκάματο !!Απ΄την άλλη ,δείλιαζε να της πει όχι
όταν του όρμαγε σαν πεινασμένη λύκαινα.Δε φοβόταν τη φαλτσέτα…φοβόταν τους «άλλους» τρόπους που τώρα ήξερε πως διέθετε η γυναίκα του,αν ήθελε να τον ευνουχίσει.Το χειρότερο ήταν ,πως μια με τη δουλειά,μια με τα παιδιά μια με την Αλέκα ,μονίμως σε κάθετη εφόρμηση,δεν τούμενε ούτε καιρός ,ούτε κέφι να κοιτάξει παραδίπλα για κάτι,καινούργιο,φρέσκο.Δε βαρυέσαι,σκεφτόταν,κάποτε ο άντρας πρέπει να σοβαρεύεται και να συμμαζεύεται.Παντρεμένος άνθρωπος με δυο μεγάλα παιδιά είμαι-ως πότε θα παριστάνω τον εραστή-νισάφι!!Αρκέστηκε λοιπόν να το παίζει γλυκός,προοδευτικός  κι΄ωραίος μπαμπάς,στα μάτια της γκομενίτσας του γιού του.
΄Ολο αυτό το έμπα-έβγα όμως  της Λίλας στο δωμάτιο του αδερφού της,έκανε μια
μέρα την Αγγελικούλα να τα πάρει στο κρανίο.Συχνά-πυκνά,η «συμμαθήτρια» έπαιρ- νε θέση ακόμα και στο τραπέζι τους τις ώρες του φαγητού,με την ανοχή της Αλέκας που προτιμούσε νάχει το γιόκα της στριμωγμένο στο δωμάτιό του παρά να γυροφέρνει στα μπαράκια και να συναναστρέφεται κάθε καρυδιάς καρύδι.Η μικρή λοιπόν,έριξε τη μπόμπα της ,σε μια προσπάθεια να προλειάνει και το έδαφος των δικών της μελλοντικών δραστηριοτήτων.
-΄Ηθελα νάξερα τι θα βρεις να πεις,άμα σου φέρω κι΄εγώ κανένα γκόμενο στο σπίτι-
πέταξε ένα βράδυ στη μάνα της.
-Εσύ κοίτα πρώτα να μάθεις ν΄αλλάζεις βρακί μόνη σου κι΄ύστερα ,βλέπουμε και για το γκόμενο.
-Δε φοράω βρακί,στρινγκ φοράω!!!
Αυτό πάλι πώς της είχε ξεφύγει;
***
Στη διάρκεια των τριών αυτών μηνών,τα τηλεφωνήματα του Μενέλαου ερχόντουσαν
επίμονα κι΄ανελλιπώς τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα.Πότε ευγενικά και τρυφερά,πότε πιεστικά πότε κι΄ελαφρώς θυμωμένα γιατί εκείνο το «και πάλι..βλέπουμε» που του είχε πετάξει το βράδυ του παρ΄ολίγον Τρωϊκού Πολέμου,δεν είχε καταφέρει ακόμα να το εκταμιεύσει.
-Βρε Μενέλαέ μου,προσπάθησε να τον καλοπιάσει μια μέρα.Εγώ σου είπα πως ήθελα να τα βρω με τον άντρα μου,έτσι;Ε! Τα βρήκα ,τι να κάνω τώρα …μπορώ να τον κερατώσω στα καλά καθούμενα;΄Ασε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα,και βλέπουμε.
-Δηλαδή,εγώ θα μείνω στην απ΄έξω μέχρι να γεράσω ,ρε Αλέκα;
-Γιατί το λες αυτό βρε Μενέλαε;
-Γιατί Αλέκα μου,και να στα φορέσει ,εσύ χαμπάρι δεν θα πάρεις.Μετά απ΄το καψόνι που του κάναμε ,θα φυλάγεται .Κορόϊδο είναι ;
-Δε ξέρω τι είναι εκείνος Μενέλαε,εγώ πάντως δεν είμαι πια κορόϊδο.΄Εχω τα μάτια μου δεκατέσσερα.Ξέρω τι σου λέω.Γι΄αυτό βρες καμιά γυναικούλα να βολευτείς-σου αξίζει η καλύτερη.Εγώ,δεν είμαι διαθέσιμη αγόρι μου.΄Εχω άλλα στο νου μου τώρα.
Φιλάκια και να μη χανόμαστε,έτσι;
Χαθήκανε.Δηλαδή,χάθηκε ο Μενέλαος.Δεν ξαναπήρε.Τα νέα του της τα είπε η Φαίη.
-Ξέρεις,παντρεύτηκε ο Μενέλαος-τον κακομοίρη,είχε χοντρό κόλλημα μαζί σου.
-Καλή η κοπέλλα;
-Μάλαμα..
-Μπράβο να ζήσουνε.
΄Ενας θαυμαστής μείον αλλά δεν την  ένοιαζε.Αν έπεφτε ποτέ ξανά στην ανάγκη να ψάξει για θαυμαστές,δεν θα δυσκολευόταν  καθόλου.Τώρα το ήξερε.

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ-ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ *Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΙΧΡΥΣΟΣ!




Το αγοροκόριτσο του Παραγιού

Η Φανερωμένη Παραγιού,μπήκε στη ζωή των γονιών της,όταν δεν την περίμεναν πια.Τους φανερώθηκε σαν από θαύμα όταν είχαν πάψει να ελπίζουν σ'ένα δεύτερο παιδί.Μετά την πρώτη,τη Λένια,που έτσι κι΄αλλιώς ήρθε καθυστερημένη,η Κασσιανή κι΄ο Μανώλης,έπεσαν με τα μούτρα στο κυνήγι μιας δεύτερης εγκυμοσύνης.-«΄Οσο προλαβαίνουμε,γυναίκα»,της έλεγε,κάνοντας τον καϋμό του ,καλαμπούρι..Πέντε χρόνια το πάλευαν…Αποτέλεσμα μηδέν!΄Ωσπου μια μέρα, όταν εκείνη είχε περάσει  πια τα σαράντα,συνειδητοποίησε έντρομη,πως είχε δυό μήνες να δει περίοδο.Μαράθηκε η φουκαριάρα..
-Κάηκα!εξομολογήθηκε απελπισμένη στην Αριστέα.Μου κόπηκαν τα «ρούχα» μου.
-Πότε;
-Πάνε δυό μήνες -ξαφνικά.Πώς θα το πω του Μανώλη;Μεγάλη πίκρα θα πάρει..
-Αυτό το πράμα, δε γίνεται έτσι απότομα Κασσιανή μου.Παίρνει καιρό κι΄από λίγο-λίγο!Μήπως έπιασες παιδί και δεν το ξέρεις;Ακόμα νέα είσαι και γερή.δόξα τω θεώ.
Δεν τόλμησε να το πιστέψει τότε,αλλά όταν τα σημάδια έγιναν πια χειροπιαστά κι΄ολοφάνερα,έκλαψε από χαρά κι΄αγαλλίαση.
-Παναγιά μου Φανερωμένη,στη χάρη σου θα το βαφτίσω αν είναι κορίτσι.-Κι΄η Παναγιά,καλοδέχτηκε το τάμα και της έστειλε τη Φανερωμένη-τη Φανούλα.
Μέχρι τα δέκα της,η Φανούλα ήταν ένα ήσυχο,υπάκουο κοριτσάκι,λίγο φοβισμένο..λίγο δειλό.Φοβόταν,τις καταιγίδες με τις αστραπές και τις βροντές ,τα σαμιαμίδια , διάφανα σαν από γιαλί που μπαινόβγαιναν στο σπίτι απ΄τις ανοιχτές πόρτες και τα παράθυρα και τα ποντίκια που καμιά φορά τάβλεπε στο χωράφι τους και το δρόμο,σκοτωμένα και μισοφαγωμένα απ΄τις αλητόγατες της γειτονιάς.Απ΄τα δέκα κι΄ύστερα,σήκωσε μπαϊράκι.
Είχε και το Νότη αβανταδόρο.Τρία χρόνια μεγαλύτερος.Τον θυμόταν δίπλα της,από τότε που άρχισε να καταλαβαίνει τον κόσμο.Αδερφός ,προστάτης και  συχνά,συνένοχος στις σκανταλιές.Ο Νότης την έμαθε να σκαρφαλώνει στα δέντρα σαν αίλουρος,να καβαλάει το ποδήλατό του σαν αλάνι,να βουτά με το κεφάλι απ΄τον
πέτρινο μώλο και ν΄αψηφά τα κύμματα στις καλοκαιρινές φουσκοθαλασσιές, σαν τη γοργόνα του Μεγαλέξαντρου.Την έμαθε νάχει μάτια κι΄αυτιά ανοιχτά στον κόσμο,
 να ζητά το δίκιο της από δικούς και ξένους όταν πίστευε πως της το κλέβανε και να βγάζει θαρρετά γλώσσα στην Κασσιανή και τον Μανώλη, όταν ένιωθε ζορισμένη. Επαναστάτρια απ΄τα δεκατρία της.Καπνούς έβγαζε απ΄τα ρουθούνια ,φρούμαζε σαν άτι αφηνιασμένο όταν θύμωνε.Μύγα στο σπαθί της δε σήκωνε.Το αγοροκόριτσο του Παραγιού-αυτό ήταν για τους συχωριανούς της. «Δεν έδωσε γιο στον Παραγιό ο Θεός,τούδωσε τη Φανή»,σχολιάζανε χαριτολογώντας και την καμαρώνανε στα κρυφά.Στα δεκαεφτά της,ήταν η ΄Αρτεμις κι΄η Αφροδίτη μαζί αλλά δεν πρόλαβε να ωριμάσει,να ζήσει τα νιάτα της,να κάνει πράξη τα σχέδιά της για το μέλλον.Στα δεκαεφτά, την πέτυχε και το «κακό συναπάντημα».Ξεγελάστηκε.Το πέρασε για πρωτόβγαλτο έρωτα ,ανάλαφρο,κοριτσίστικο σκίρτημα της καρδούλας της κι΄απο-
δείχτηκε η καταδίκη της.Πριν το καταλάβει καλά-καλά,βρέθηκε απ΄την αγκαλιά της Κασσιανής στην  καλοστημένη παγίδα του Δημήτρη Λιόντου.
Απ΄την τρυφεράδα του Νότη,στη βαρβαρότητα ενός άντρα που αν δεν είχε εκμεταλλευτεί βάναυσα την απειρία και την ευπιστία της,δεν θα είχε γίνει ποτέ άντρας της.Υποτάχτηκε στην κακή της μοίρα,από ανάγκη κι΄από φόβο για την κοινωνκή κατακραυγή, πλήρωσε το λάθος της με αίμα κι΄έξη χαμένα,κλεμμένα,
κατακρεουργημένα χρόνια απ΄τη ζωή της,αλλά η «επαναστάτρια»της εφηβείας της,δεν είχε πεθάνει μέσα της.Λαγοκοιμόταν λουφάζοντας.Μια μέρα ξύπνησε μετρώντας τις αντοχές της,με πρόσωπο αγανακτισμένο,με μάτια που έψαχναν τον ορίζοντα για μια χαραμάδα φως του ήλιου,με καρδιά ραγισμένη αλλά ακόμα ζωντανή και ψυχή γρανίτη.΄Εσπασε τα δεσμά της φυλακής της,έθαψε βαθειά, κοινωνικά «πρέπει»,  προκαταλήψεις κι΄εξαναγκασμούς που την είχαν καταδικάσει σε συναισθηματική νεκροφάνεια και βγήκε,μουδιασμένη ακόμα αλλά αποφασισμένη και με μυαλό καθαρό,στο δρόμο για την ελευθερία.
Τώρα, ήταν πάλι η Φανερωμένη Παραγιού.Τη Φανερωμένη Λιόντου,την είχε κλειδώσει πίσω,στη μικρή μονοκατοικία με τα κεραμίδια.