Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ ΚΕΦ.2






΄Όπως περίμενε τον καφέ να φουσκώσει,άκουσε πίσω της τα βήματά του κι΄ένιωσε την ανάσα του στο σβέρκο της. «Χριστέ μου,όχι πάλι».. Το σώμα της έγινε σκληρό,σαν πέτρα..Εκείνος,κόλλησε  πάνω της ,αγκάλιασε σφιχτά τη μέση της και σαν να είχε μόλις ξυπνήσει ύστερα από μια παθιασμένη ερωτική νύχτα,φύσηξε την επιθυμία του καυτή,στις ρίζες των μαλιών της,κάνοντάς την ν΄ανατριχιάσει. Περνώντας το χέρι του απ΄το άνοιγμα της ρόμπας της, χάιδεψε το στήθος της κι΄ύστερα τόσφιξε δυνατά,απαιτητικά..Της ξέφυγε μια πνιγμένη κραυγή πόνου.
Η κραυγή της,τον ξάφνιασε..
-Τι έγινε ρε Φανούλα;Ούτε να σ΄αγγίξουμε δεν μπορούμε;
Την πήρανε τα κλάματα.
-Τί…,πονάς;
΄Εγνεψε «ναι» με το κεφάλι.
-Για να σε δω…
Τη γύρισε προς το μέρος του.-Θα χυθεί ο καφές,του ψιθύρισε.
΄Απλωσε το χέρι του ,έβγαλε το μπρίκι απ΄τη φωτιά κι΄έσβυσε το γκαζάκι.΄Υστερα,την έπιασε απ΄το σαγόνι και της γύρισε το πρόσωπο στο πλάϊ.Ζούληξε με τις άκρες των δακτύλων του το πρησμένο της μάγουλο.Εκείνη τραβήχτηκε απότομα-σαν να τη διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα.
-Πονάς κι΄αλλού;
Δίστασε..Τα λόγια βγήκαν με δυσκολία απ΄τα χείλη της.
-…Πονάω..εδώ κάτω..
-Πού;Για να δω…
Την ανάγκασε να σηκώσει το νυχτικό της μέχρι τη μέση.΄Απλωσε  και της τράβηξε τo
εσώρρουχο μέχρι τους μηρούς.Ο λεκιασμένος με ξεραμένο αίμα χαρτοβάμβακας,έπε- σε στο πάτωμα.Στην κοιλιά,χαμηλά,είδε την τεράστια μελανιά που εκείνη βιάστηκε να ξανακρύψει .
Η φωνή του,γλύκανε απότομα..
-Τί είναι αυτό-κλωτσιά;Σε κλώτσησα ρε Φανούλα;Κοίτα να δεις!Ούτε που το θυμάμαι ,ο ηλίθιος!Συγνώμη,βρε κορίτσι μου!Συγνώμη μωρό μου..
΄Ενιωσε ένα σύγκρυο να οργώνει την πλάτη της .
Τη μισούσε,τη σιχαινόταν αυτή τη « συγνώμη» του. ΄Εφτανε στ΄αυτιά της σαν
ειρωνία,σαν κοροϊδία.΄Ιδια κι΄απαράλλαχτη,κάθε φορά.Πιό πολύ κι΄απ΄τα χτυπήματα
στο σώμα της,την πονούσε αυτό το υποκριτικό «συγνώμη» που της πέταγε μετά από κάθε βίαιο ξέσπασμά του,σαν κόκκαλο παρηγοριάς σε δαρμένο σκυλί..
΄Εμεινε σιωπηλή,χωρίς να τολμήσει να τον κοιτάξει.Ξαναβάζοντας το μπρίκι στη φωτιά για ν΄αποτελειώσει τον καφέ,τον άκουσε να προσπαθεί ν΄απολογηθεί,όπως
έκανε πάντα.Με τα ίδια λόγια που η Φανή τα είχε σχεδόν αποστηθίσει.Και πάντα με την ίδια απειλή για επίλογο.
-Σούκανα ζημιά,ε;Ρε Φανή,πόσες φορές θα στο πω;Μη με τσαντίζεις ρε μάνα μου-αφού με ξέρεις.΄Όταν τσαντίζομαι,δεν ελέγχω τα νεύρα μου.Σου λέω,κάτσε ήσυχη στ΄αυγά σου..εσύ τίποτα!Κάθε μέρα κι΄ένα φασούλι μου βγάζεις..Τί ήταν πάλι αυτό το χτεσινό….Μιμήθηκε τη φωνή της: «Θέλω να πάω δυο μέρες να δω τη μάνα μου»!
Αυτά θ΄αρχίσουμε τώρα;Διήμερες εκδρομές στο χωριό της μάνας σου;Κι΄εγώ εδώ μόνος μου να τρώω τα λυσσακά μου;Στο είπα ή δεν στο είπα;Στη μάνα σου δεν πας.΄Αμα θέλει να σε δει,νάρθει εκείνη-αλλά πού!!Δεν κοτάει-φοβάται.Λες κι΄είμαι ο μπαμπούλας.Εδώ που τα λέμε,καλά κάνει και με φοβάται-τη βλέπω την παλιόγρια και μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.Ξέρω πολύ καλά πώς με στολίζει πίσω απ΄την πλάτη μου.Καλά θα κάνεις,να με φοβάσαι κι΄εσύ Φανούλα και κοίτα να συμμαζέψεις τα μυαλά σου γιατί είδες τι γίνεται άμα με φέρνεις στα άκρα.Καμιά μέρα θάχουμε άσχημα ξεμπερδέματα-στο λέω-και δε θα φταίω εγώ…το ξερό σου το κεφάλι θα φταίει...Φέρε τον καφέ τώρα-θ΄αργήσω στη δουλειά.-Η φωνή του,είχε πάρει ξανά εκείνο τον ξερό,επιτακτικό τόνο που την ανάγκαζε να σκύβει πάντα το κεφάλι, από φόβο για τα χειρότερα.
Τον άκουγε αμίλητη.Του πήγε τον καφέ αμίλητη.Τελευταία φορά που τον άφηνε να τη φοβερίζει.΄Όταν θα γύριζε το απόγευμα,εκείνη κι΄η Αθηνούλα δεν θα ήταν στο σπίτι.Φαντάστηκε την αντίδρασή του και τρόμαξε.Μέσα της όμως είχε αρχίσει ν΄απλώνεται μια πρωτόγνωρη γαλήνη που μαλάκωνε τον πόνο στο κορμί της.Η νεκρωμένη από χρόνια ελπίδα, ξαναζωντάνευε δειλά-δειλά.Θα τα κατάφερνε.Θα γλύτωνε.Θα γλύτωνε και τ΄αγγελούδι της απ΄αυτή την κόλαση.
Αφουγκράστηκε τα βήματά του,καθώς εκείνος,πήγαινε προς το χωλ.Τον άκουσε να ξεκλειδώνει την πόρτα.
-Φεύγω-της φώναξε καθώς έβγαινε-θα τα πούμε το βράδυ.Και κοίταξε,βάλε καμιά
 κομπρέσσα στο μάγουλό σου.Σε βλέπει άνθρωπος και φρικάρει!!
Ξανακοίταξε το ρολόϊ πάνω απ΄το ψυγείο.Κόντευαν οκτώ.Με την απόφαση της  απόδρασης αμετάκλητη μέσα της,πήγε μέχρι το υπνοδωμάτιο,έστρωσε βιαστικά το κρεβάτι ,συμμάζεψε τα σκόρπια ρούχα και ξαναμπαίνοντας στην κουζίνα έρριξε
ακόμα μια φευγαλέα ματιά στο ρολόϊ.Οκτώ και πέντε.
Ετοίμασε το γάλα του παιδιού και δυο σάντουιτς για την καθεμιά τους-για το δρόμο.΄Υστερα ξύπνησε την κόρη της και της έδωσε το γάλα-πιες το όλο της είπε και κάνε γρήγορα αγάπη μου.
Την έντυσε,ντύθηκε κι΄εκείνη.
Το παιδί,έτριβε αγουροξυπνημένο τα ματάκια του..
-Πού θα πάμε μανούλα;
-Ταξίδι καρδούλα  μου.
-Πού μαμά;
-Στην Αθήνα-στη θεία Λένια.
-Ο μπαμπάς;
-Ο μπαμπάς θα μείνει εδώ,Αθηνά μου.΄Εχει δουλειές.
΄Ερριξε σ΄ένα μικρό σακκίδιο δυο ρουχαλάκια του παιδιού και δυο δικά της,μαζί με τα λίγα απαραίτητα.Τη βαλίτσα την είχε αποκλείσει.Με τη βαλίτσα στο χέρι,όποιος την έβλεπε θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά –ότι το έσκαγε.Μικρή κοινωνία,κλειστή.΄Ολοι ήξεραν,κανείς δεν μιλούσε αλλά πολλοί θα ήταν πρόθυμοι να την καρφώσουν.Ο άντρας της είχε τους δικούς του ανθρώπους.΄Επρεπε να προλάβει να φύγει όσο πιο μακρυά μπορούσε,πριν ο Δημήτρης πάρει είδηση τι γίνεται και τρέξει ξοπίσω της.Σιγούρεψε τα χρήματα στη τσάντα της .Λίγα ήταν αλλά της έδιναν μια μικρή σιγουριά.΄Επειτα, στην Αθήνα πήγαινε.Στη Λένια,την αδερφή της.Δεν πή-
γαινε σε ξένους…
 Κούμπωσε μέχρι το λαιμό το μπουφάν του παιδιού,του φόρεσε την κουκούλα,έδεσε γύρω απ΄το κεφάλι της ένα μαντήλι,έτσι που να κρύβει το πληγωμένο της μάγουλο και στάθηκε μπροστά στην πόρτα.΄Εριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι.Αυτό το σπίτι που δεν κατάφερε ποτέ,να το νιώσει δικό της.Δεν λυπόταν για τίποτε απ΄όσα άφηνε πίσω.΄Ανοιξε την πόρτα χωρίς δισταγμό,βγήκε με το παιδί και την έκλεισε πίσω της.
΄Εβρεχε ακόμα-κι΄ούτε που θα σταμάταγε.Βαρύς ο ουρανός,μαύρος,απειλητικός
αγριεμένος.Πρώτη φορά,ένιωθε τη βροχή σύμμαχό της.Λίγους θα συναντούσε,λίγοι θα την πρόσεχαν.Πέρασε το σακκίδιο στον ώμο της,άνοιξε την ομπρέλα,πήρε την κόρη της απ΄το χέρι και βγήκε στο δρόμο.
Σχεδόν άδειο το λεωφορείο.Λίγοι,σκόρπιοι επιβάτες,φορτωμένοι με τις καθημερινές έγνοιες τους.Κανείς δε γύρισε να την κοιτάξει.΄Εκρυψε όσο μπορούσε το πρόσωπό της με το μαντήλι.Κάθησε τη μικρή στο διπλανό κάθισμα και της έβαλε στο χέρι το ένα σάντουιτς.Εκείνη δεν πεινούσε.Το στομάχι της είχε γίνει μια σφιγμένη γροθιά.
-Πώς θα πάμε στην Αθήνα μαμά,με το λεωφορείο;
-Με το τραίνο μωρό μου.
-Σε πόση ώρα θα φτάσουμε στο τραίνο;
-Σε καμιά ώρα ,αγάπη μου.
-Νυστάζω.


Διέσχισε την αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού ,σχεδόν τρέχοντας,τραβώντας απ΄το χέρι το παιδί που πάσχιζε να τη φτάσει.Χώθηκε στο πρώτο βαγόνι που σταμάτησε μπροστά της και κάθισε στις τελευταίες θέσεις ,μακρυά απ΄τους άλλους επιβάτες.Λίγοι άνθρωποι κι΄εδώ. ΄Αγνωστοι..Δυο τρία βλέμματα έπεσαν τυχαία πάνω της.Αδιάφορα-περαστικά.Μια νέα γυναίκα που ταξιδεύει μ΄ένα μισοκοιμισμένο κοριτσάκι στην αγκαλιά.Συνηθισμένο!!Μόλις το τρένο βγήκε απ΄το σταθμό,ένιωσε ασφαλής.Από δω και πέρα,κάθε χιλιόμετρο,την έφερνε πιο κοντά στην ελευθερία.Στη λύτρωση.Η Χαλκιδική,το χωριό της ,η μάνα κι΄ο πατέρας της,έμεναν πίσω μαζί με τα χρόνια της αθωότητας,τα χρόνια του μαρτυρίου,το δασάκι και την παραλία των ονείρων της.΄Εσφιξε τη μικρή στην αγκαλιά της κι΄ύστερα την απόθεσε στο διπλανό ,μαλακό κάθισμα.Η Αθήνα ήταν ακόμα αρκετά μακρυά.΄Εμεινε να κοιτάει για λίγη ώρα τα τοπία που εναλλάσσονταν μπροστά στα μάτια της. Το πράσινο της στεριάς και το γαλάζιο του Θερμαϊκού.
 Υστερα,ακούμπησε το κεφάλι στην πλάτη του καθίσματος,και πήρε στο χέρι της
το ζεστό χεράκι του κοιμισμένου κοριτσιού.Τα μάτια της κλείσανε,χωρίς να το καταλάβει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου