Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ "ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ"



΄Ερωτας βαρέων βαρών   10     


Πήρε το δρόμο του γυρισμού, με τη ψυχή της στην κατηγορία φτερού.΄Ο,τι τη βάραινε πριν από λίγες ώρες ακόμα,είχε πετάξει μακρυά.Εκείνη η άγνωστή της γυναίκα,η κυρία Ευγενία, είχε καταφέρει να της κάνει μια γερή ένεση αυτοπεποίθησης.
Την είχε αντιμετωπίσει σαν γυναίκα ,με τις ανησυχίες και τις ευαισθησίες της κι΄όχι σαν υπόδικη που έπρεπε ν΄απολογηθεί γιατί αφέθηκε να πάρει κιλά,που τώρα έπρεπε να τ΄αφορίσει για να δικαιωθεί στα μάτια των τρίτων.Τί δουλειά είχαν οι τρίτοι με το σώμα της;Σε ποιανού την πλάτη τα φόρτωνε τα κιλά της,ώστε νάχει ο καθένας το δικαίωμα να της υπαγορεύει πώς και πόσα έπρεπε να χάσει για νάναι ικανοποιημένος;
Σε κανενός.Δικό της πρόβλημα ήταν κι΄εκείνη θ΄αποφάσιζε πόσα και πώς θα τάχανε..Της άρεσε η άποψη της κυρίας Ευγενίας.Σνομπάρισε το φαί ,της είχε πει.Αυτό ακριβώς θα έκανε.Σκεφτόταν την  πρώτη βραδυά που θα βρισκόταν με την παρέα γύρω από ένα τραπέζι και θα τους έκραζε όλους και όλες αφ΄υψηλού. «Χριστός και Παναγία!Πώς τα τρώτε αυτά τα πράματα…με το κιλό τα κατεβάζετε τα λιπίδια και τα τριγλυκερίδια,βρε παιδιά!»Κοίταξε το ρολόι της.
Κόντευαν οκτώ.Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι από τώρα.Δεν είχε καμμιά όρεξη να δει τα μούτρα του Μάκη και να ξαναρχίσει τη μεσημεριάτικη συζήτηση.Αν δεν ήταν τα παιδιά στη μέση,ίσως δεν θα γύριζε και καθόλου –θα πέρναγε τη βραδυά στη Φαίη  και θα τον άφηνε να τσιτσιρίζεται όλη νύχτα βουτηγμένος στις καφτές αμφιβολίες του.΄Όμως δεν ήθελε να κάνει τα παιδιά της μέρος του προβλήματος.Επομένως,θα γύριζε-αλλά όχι ακόμα.Στο ύψος του Νέου Ψυχικού,έστριψε για το σπίτι της Φαίης.
Εκεί θα ήταν η φιλενάδα της,ήταν σίγουρη.Τις Τρίτες,η Φαίη είχε πάντα σοβαρή απασχόληση.Νύχια-χέρια, πόδια-αποτρίχωση,μάσκες ομορφιάς κι΄όλα τα σχετικά.
Τις Τρίτες,ακόμα κι΄ο Νίκος,ο μεγάλος της έρωτας,δεν έπαιρνε άδεια εισόδου στο διαμέρισμα.Τί ανάγκη έχει αυτή,σκέφτηκε.Τρία διαμερίσματα νοικιάζει κι΄ένα που κάθεται,τέσσερα.Νάναι καλά η κληρονομιά του μπαμπάκα της.Τυχερή κοπέλα.
Και κουκλάρα-να πούμε και του στραβού το δίκιο.Μπόι μέτριο αλλά κορμί πρώτο.
΄Εχει και το Νίκο που την πολιορκεί τρία χρόνια τώρα με την πρόταση γάμου στο χέρι.Η Φαίη ούτε ν΄ακούσει για γάμο.Ελεύθερη και ωραία.΄Εμαθε απ΄τη φιλενάδα της τις κακοτοπιές και φυλαγόταν-έλεγε.Την είχαν κάνει αυτή την κουβέντα πριν από κανένα μήνα..
-Βρε Φαίη μου,χτύπησες τα τριάντα επτά.Πότε θα παντρευτείς τελικά;Παντρέψου τον βρε παιδάκι μου να ησυχάσει κι΄αυτός-να προλάβεις να κάνεις και κανένα μωρό…
-Εγώ μωρό.!!Δε θάσαι με τα καλά σου.Πέφτω εγώ σε τέτοια λούμπα;Για να καταντή-
σω εκατό κιλά σαν κι΄εσένα,Αλέκα μου;Να μου λείπει το βύσσινο.
-Μπράβο ,ρε Φαίη ,ωραία ιδέα έχεις για μένα-κι΄εγώ σε νόμιζα φίλη μου…
-Φίλη σου ε ί μ α ι-μαζόχα δεν είμαι.΄Ασε το Νίκο ήσυχο ,καλά κάθεται εκεί που είναι..
΄Αλλωστε,έχω να προσέχω κι΄εσένα.Ποιά θα σε φροντίζει εσένα,βρε βούρλο αν κάνω πως παντρεύομαι κι΄αραδιάσω κάνα δυο κουτσούβελλα;Θα μου υποτροπιάσεις και δεν θα μπορώ να τρέχω να σε μαζεύω..
Γελάσανε κι΄οι δυο τότε κι΄εκεί σταμάτησε η κουβέντα.

Της άνοιξε εξαγριωμένη,με το τηλέφωνο στο χέρι.Πάτησε τις φωνές.
-Πού γύριζες βρε αναίσθητη τόσες ώρες;Λίγο ακόμα και θ΄άρχιζα να τηλεφωνώ στα Νοσοκομεία,παλιογαϊδούρα!!
-Ωραίο καλωσόρισμα!΄Ένα γειά…ένα φιλάκι,δεν έχει σήμερα;
-Τι φιλάκι μωρή τρελλή;΄Ένα φούσκο μούρχεται να σου αστράψω..που μας έκανες άνω κάτω,πανάθεμά σε,μας κοψοχόλιασες!!
-Ποιους κοψοχόλιασα δηλαδή ρε Φαίη;
-Εμένα ,το Μάκη..θέλεις κι΄άλλους;Μ΄έχει πάρει ίσαμε πέντε φορές,ο φουκαράς.΄Εφυγε απ΄τις τέσσερεις και μισή για νάρθει σε σένα, μου λέει-δεν έφτασε ακόμα;
Και ξανά σε λίγο-δεν ήρθε ακόμα; Κι΄άντε πάλι σε λιγάκι-ακόμα δεν ήρθε;
Πήγα να τρελλαθώ ρε Αλέκα,είχες κλειστό και το κινητό σου…λέω κάπου έφαγε τα μούτρα της ,δε μπορεί-τι είναι Παγκράτι-Νέο Ψυχικό..άντε τρία τέταρτα..άντε μια ώρα.Τέσσερεις ώρες βρε αθεόφοβη-πού γυρνοβόλαγες,μου λες;;
-Δίκηο έχεις Φαίη μου,έπρεπε να σε πάρω τηλέφωνο-δεν το σκέφτηκα.Συγνώμη ρε Φαίη..έγιναν σημεία και τέρατα το μεσημέρι με το Μάκη.΄Ηθελα να ξεφύγω λίγο.
Για σένα ξεκίνησα,στο Κεφαλάρι βρέθηκα..Τώρα,με το κινητό,δεν ξέρω τι έγινε ..κανένα πλήκτρο θα πατήθηκε μέσα στη τσάντα μου και κλείδωσε.Ούτε που το πήρα είδηση.Συγνώμη βρε φιλενάδα,βάλε καφεδάκι κι΄έχω να σου πω πολλά.
-Πρώτα να πάρουμε το Μάκη-έχει φρικάρει ο άνθρωπος..
-Για το αυτοκίνητο ανησυχεί Φαίη μου-όχι για μένα..Μη ψαρώνεις!!
-΄Ελα βρε Αλέκα, μη γίνεσαι τόσο κυνική πια…
-Βρε άκου που σου λέω..΄Ασε να πάρει εκείνος.Βάλε καφέ.

Η Φαίη την άκουγε  με προσοχή,απλώνοντας προσεκτικά ,την υδατική κρέμα στα μάγουλά της.
΄Εβαλε τα γέλια:
-Μωρέ μπράβο μαγκιά η γιαγιά!!Εδώ που τα λέμε Αλέκα μου,μια χαρά τα λέει.Αντί να βλέπεις την τούρλα μακαρονάδα και να λές «τι χάνω»,να τη βλέπεις και να λες
«τί γλυτώνω».Φτου σου σατανά,να της λες,ύπαγε οπίσω μου.»
-Με δουλεύεις ρε Φαίη;
-Καθόλου Αλεκάκι μου.Μιά ιδέα είναι και το φαί.Φαί είναι το ογκρατέν, με τρία δάχτυλα μπεσαμέλ,φαί και η μπριζόλα με το μπρόκολο.Φτύνεις το ένα,απολαμβάνεις το άλλο.Κι΄εγώ αυτό κάνω κι΄όχι τώρα,από παλιά-το ξέρεις.
-Τι ανάγκη έχεις εσύ ρε Φαίη;Μια ζωή,σαν μακαρόνι είσαι.
-Κι΄εσύ έτσι ήσουν κούκλα μου ,μέχρι που ξαμόλυσες τα παιδιά.Γι΄αυτό σου λέω..τί τους θέλω εγώ τους γάμους και τα κουτσούβελα-μια χαρά δεν είμαι κι΄έτσι;
-΄Ελα ρε Φαίη,όλες οι μανούλες δεν φορτώνονται εκατόν είκοσι κιλά επειδή γεννάνε ένα-δυο παιδάκια..Τάθελα και τάπαθα.Αλλά φταίει κι΄ο Μάκης-δεν φταίει;΄Όταν τη γυναίκα σου τη στριμώχνεις και την υποτιμάς αντί να την υποστηρίξεις ,όταν έχεις μάτια για όλα τα θηλυκά του κόσμου εκτός από κείνη,τί να σου κάνει κι΄αυτή;Πέφτει με τα μούτρα στο ψυγείο,να γιατρέψει το μαρασμό και το ψυχοπλάκωμα……Το τηλέφωνο!!Χτυπάει παιδί μου,δεν τ΄ακούς;

Η Φαίη σήκωσε το τηλέφωνο,κλείνοντάς της το μάτι,καθώς άκουγε τη φωνή απ΄ τ΄ακουστικό:
-΄Ελα Μάκη μου…ναι,ναι,εδώ, εδώ είναι…ναι,σου λέω μια χαρά…έλα,στη δίνω!
-΄Ελα -επιτέλους!!….Ρε Αλέκα; ΄Ετσι κάνει ο κόσμος;Παίρνεις τ΄αυτοκίνητο και φεύγεις,εξαφανίζεσαι,κλείνεις και το κινητό-πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη γαμώ το μου.Το κινητό γιατί τόκλεισες;
-Απ΄το τηλέφωνο θα τα λέμε τώρα ρε Μάκη;΄Ασε νάρθω σπίτι και θα τα πούμε..
-Παίρνω ταξί κι΄έρχομαι να σε πάρω…
-Δεν θάρθεις πουθενά Γεράσιμε!Το δρόμο τον ξέρω-άντε γειά σου!

Γ ε ρ ά σ ι μ ε;;;Ούτε στο πρώτο τους ραντεβού δεν τον είχε πει Γεράσιμο-απ΄την πρώτη στιγμή,Μάκη μου τον ανέβαζε ,Μάκη μου τον κατέβαζε.Τώρα έγινε ξαφνικά Γεράσιμος;Απ΄την εποχή του πατέρα του, του συχωρεμένου, είχε ν΄ακούσει το βαφτιστικό του.Μόνο εκείνος τον φώναζε Γεράσιμο σε πείσμα της μάνας του που απ΄τη μέρα που γεννήθηκε τον ονομάτισε Μάκη.Το έτρεμε το βαφτιστικό του,το μισούσε-ιδιαίτερα όταν ο πατέρας του είχε τις κακές του..
-Γεράσιμε,δεκάρια θα μου φέρεις αλλιώς μαύρο φίδι που σ΄έφαγε.
-Γεράσιμε,στο δωμάτιό σου γρήγορα και δεν θα βγεις ,αν δε σε φωνάξω!Κωλόπαιδο!
-Γεράσιμε μη μου βγάζεις γλώσσα ,θα σου κόψω τα πόδια απ΄τα γόνατα.
-Γεράσιμε,δέκα η ώρα θάσαι σπίτι αλλιώς θα βγάλω τη λωρίδα!!
-Δεν θάρθεις πουθενά Γεράσιμε,του είπε δευτερόλεπτα πριν η Αλέκα.
Ανατρίχιασε.Σαν νάκουγε τη φωνή του συχωρεμένου  απ΄τον τάφο!!
Ακόμα μπαρουτιασμένη είναι,σκέφτηκε πανικόβλητος..Θα φτύσω αίμα ,μέχρι να τη ξαναφέρω στα νερά μου.Είχε όμως απόλυτη εμπιστοσύνη στη γοητεία του.Εδώ ,έρριχνε τις γκόμενες σαν τα ζαλισμένα κοτόπουλα-στην Αλέκα θα κόλλαγε;
Αργά ή γρήγορα θα της περάσει,παρηγόρησε τον εαυτό του.Το πιθανό κέρατο,δεν το συζητούσε-μπούρδες!Στο τσακ το πρόλαβε χτες-το πρόλαβε πάντως.΄Ηταν σίγουρος.
Πήρε απ΄το ψυγείο μια μπύρα και στρώθηκε στην τηλεόραση να την περιμένει.
***
Τρεις μήνες μετά την καθαρή εξήγηση εκείνης της Τρίτης,ανάμεσα στην Αλέκα και το Μάκη,η ζωή στο σπιτικό της οικογένειας Αβραμίδη είχε ξαναβρεί τους κανονικούς της ρυθμούς.Η Αλέκα είχε καταφέρει να κατεβάσει τα κιλά της στα ογδόντα –κι΄εκεί θα έμενε,το είχε αποφασίσει.Ο χειμώνας είχε πλακώσει για τα καλά,τα παιδιά,συνέχιζαν το σχολείο τους,η Αγγελικούλα είχε βάλει μέσα κοιλιά και παϊδάκια,λόγω ψύχους κι΄ο Γιωργάκης χτύπησε την πρώτη του «επίσημη» γκόμενα που τους την έφερε μια μέρα και στο σπίτι να τη γνωρίσουν,προς μεγάλη ικανοποίηση του Μάκη που έβλεπε με περηφάνεια τον κανακάρη του να βαδίζει στ΄αχνάρια του.΄Ολο κομπλιμέντα κι΄αστειάκια με τη μικρή,κάθε φορά που εκείνη ερχόταν σινάμενη –κουνάμενη .Τη μια «θα διαβάσουμε με το Γιώργο κύριε Μάκη»,την άλλη «θα δούμε DVD με το Γιωργάκη,κυρία Αλέκα»,κλεινόντουσαν στο δωμάτιο και το τι έκαναν οι δυο τους εκεί μέσα,ο Θεός κι΄η ψυχή τους.
-Μάκη ,μίλα του γιού σου,μη μας βρει καμιά συμφορά καμιά ώρα.
-΄Εννοια σου,έχει μυαλό αυτός-ξέρει.
-Ξεράδια του-αν έχει το μυαλό το δικό σου,σωθήκαμε!!
Του είχε πάρει τον αέρα-αυτό ήταν!Του την έβγαινε με κόκκινο από κείνη την ιστορία με την ΄Ολγα κι΄αυτός δεν τολμούσε ούτε να βρίσει.΄Ασε που τον είχε ταράξει στο πήδημα.΄Όλα τα χρωστούμενα μαζί με τα τρέχοντα,του τάπαιρνε μαζε
μένα.΄Όχι πως δε γούσταρε,γούσταρε και πολύ μάλιστα .Μόνο που κινδύνευε να πάθει υπερκόπωση.Σκληρό το μεροκάματο !!Απ΄την άλλη ,δείλιαζε να της πει όχι
όταν του όρμαγε σαν πεινασμένη λύκαινα.Δε φοβόταν τη φαλτσέτα…φοβόταν τους «άλλους» τρόπους που τώρα ήξερε πως διέθετε η γυναίκα του,αν ήθελε να τον ευνουχίσει.Το χειρότερο ήταν ,πως μια με τη δουλειά,μια με τα παιδιά μια με την Αλέκα ,μονίμως σε κάθετη εφόρμηση,δεν τούμενε ούτε καιρός ,ούτε κέφι να κοιτάξει παραδίπλα για κάτι,καινούργιο,φρέσκο.Δε βαρυέσαι,σκεφτόταν,κάποτε ο άντρας πρέπει να σοβαρεύεται και να συμμαζεύεται.Παντρεμένος άνθρωπος με δυο μεγάλα παιδιά είμαι-ως πότε θα παριστάνω τον εραστή-νισάφι!!Αρκέστηκε λοιπόν να το παίζει γλυκός,προοδευτικός  κι΄ωραίος μπαμπάς,στα μάτια της γκομενίτσας του γιού του.
΄Ολο αυτό το έμπα-έβγα όμως  της Λίλας στο δωμάτιο του αδερφού της,έκανε μια
μέρα την Αγγελικούλα να τα πάρει στο κρανίο.Συχνά-πυκνά,η «συμμαθήτρια» έπαιρ- νε θέση ακόμα και στο τραπέζι τους τις ώρες του φαγητού,με την ανοχή της Αλέκας που προτιμούσε νάχει το γιόκα της στριμωγμένο στο δωμάτιό του παρά να γυροφέρνει στα μπαράκια και να συναναστρέφεται κάθε καρυδιάς καρύδι.Η μικρή λοιπόν,έριξε τη μπόμπα της ,σε μια προσπάθεια να προλειάνει και το έδαφος των δικών της μελλοντικών δραστηριοτήτων.
-΄Ηθελα νάξερα τι θα βρεις να πεις,άμα σου φέρω κι΄εγώ κανένα γκόμενο στο σπίτι-
πέταξε ένα βράδυ στη μάνα της.
-Εσύ κοίτα πρώτα να μάθεις ν΄αλλάζεις βρακί μόνη σου κι΄ύστερα ,βλέπουμε και για το γκόμενο.
-Δε φοράω βρακί,στρινγκ φοράω!!!
Αυτό πάλι πώς της είχε ξεφύγει;
***
Στη διάρκεια των τριών αυτών μηνών,τα τηλεφωνήματα του Μενέλαου ερχόντουσαν
επίμονα κι΄ανελλιπώς τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα.Πότε ευγενικά και τρυφερά,πότε πιεστικά πότε κι΄ελαφρώς θυμωμένα γιατί εκείνο το «και πάλι..βλέπουμε» που του είχε πετάξει το βράδυ του παρ΄ολίγον Τρωϊκού Πολέμου,δεν είχε καταφέρει ακόμα να το εκταμιεύσει.
-Βρε Μενέλαέ μου,προσπάθησε να τον καλοπιάσει μια μέρα.Εγώ σου είπα πως ήθελα να τα βρω με τον άντρα μου,έτσι;Ε! Τα βρήκα ,τι να κάνω τώρα …μπορώ να τον κερατώσω στα καλά καθούμενα;΄Ασε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα,και βλέπουμε.
-Δηλαδή,εγώ θα μείνω στην απ΄έξω μέχρι να γεράσω ,ρε Αλέκα;
-Γιατί το λες αυτό βρε Μενέλαε;
-Γιατί Αλέκα μου,και να στα φορέσει ,εσύ χαμπάρι δεν θα πάρεις.Μετά απ΄το καψόνι που του κάναμε ,θα φυλάγεται .Κορόϊδο είναι ;
-Δε ξέρω τι είναι εκείνος Μενέλαε,εγώ πάντως δεν είμαι πια κορόϊδο.΄Εχω τα μάτια μου δεκατέσσερα.Ξέρω τι σου λέω.Γι΄αυτό βρες καμιά γυναικούλα να βολευτείς-σου αξίζει η καλύτερη.Εγώ,δεν είμαι διαθέσιμη αγόρι μου.΄Εχω άλλα στο νου μου τώρα.
Φιλάκια και να μη χανόμαστε,έτσι;
Χαθήκανε.Δηλαδή,χάθηκε ο Μενέλαος.Δεν ξαναπήρε.Τα νέα του της τα είπε η Φαίη.
-Ξέρεις,παντρεύτηκε ο Μενέλαος-τον κακομοίρη,είχε χοντρό κόλλημα μαζί σου.
-Καλή η κοπέλλα;
-Μάλαμα..
-Μπράβο να ζήσουνε.
΄Ενας θαυμαστής μείον αλλά δεν την  ένοιαζε.Αν έπεφτε ποτέ ξανά στην ανάγκη να ψάξει για θαυμαστές,δεν θα δυσκολευόταν  καθόλου.Τώρα το ήξερε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου