Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Απόσπασμα από το ανέκδοτο-ακόμα- βιβλίο, ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ



Η κυρα-Κατερίνα,κατέφθασε αρχές Ιουλίου,φορτωμένη με καλούδια απ΄το νησί κι΄ενθουσιασμένη,όχι γιατί θα πήγαινε διακοπές η «γομάρα» η νύφη της –που νά,εδώ,στο λαιμό τής καθόταν αλλά γιατί με το φευγιό της, θα της άφηνε το πεδίο ελεύθερο ,να το ξαναπαίξει νοικοκυρά κι΄αφέντρα ,να κάνει τα χατήρια του κανακάρη της που ένας θεός ξέρει πώς τάβγαζε πέρα μ΄αυτή την ανεπρόκοπη και να
κανακέψει τα εγγόνια της.Αυτά,ναι,μάρτυς της ο θεός,τα λάτρευε.
΄Όταν της τηλεφώνησε ο γιος της,να την προσκαλέσει να πάει να τους δει για καμιά δεκαριά μέρες,της ήρθε ταμπλάς.Την ήθελε η νύφη της στο σπίτι της για δέκα μέρες;
Φούρνος θα γκρέμισε-αυτή ούτε τ΄όνομά της δεν ήθελε ν΄ακούσει.΄Υστερα,ο Μάκης της τόσκασε το μυστικό.Η Αλέκα ήθελε να πάει διακοπές και κάποιος έπρεπε να κοιτάξει εκείνον και τα παιδιά όσο θα έλειπε.-Αμ΄πες το Χρυσόστομε!!Είπα κι΄εγώ..
Πήγε να ξεράσει χολή:Μπα! Η πριγκιπέσσα θέλει να πάρει τον αέρα της και μάλιστα μοναχή της και ψάχνει κορόιδο για τα παιδιά και τον άντρα της;Αστραπιαία το δούλεψε στο μυαλό της.-Μόνη σου θ΄αλωνίζεις Κατερίνα.Αυτή θα λείπει κι΄εσύ το σπιτικό της παλάτι σου.Με το γιό σου και τα εγγόνια σου.Να τους ταίζεις,να τους ποτίζεις,να κάνεις κουμάντο κι΄εσύ μια φορά,χωρίς τη μέγαιρα πάνω απ΄το κεφάλι σου.Καλά θάναι-.Κι΄ύστερα ,πώς νάλεγε όχι στο γιόκα της.Να τούλεγε πως δεν είχε καμιά όρεξη να δει τα ξυνισμένα μούτρα της νύφης της;Δε γινόταν.Από τότε που της πήρε ο θεός το κοριτσάκι της ,την Αγγελικούλα,οχτώ χρονών λουλουδάκι,ο Μάκης της ,ήταν γι΄αυτήν ο κόσμος όλος.Μπορούσε να τον κακοκαρδίσει;
Τον άκουσε ανυπόμονο στο τηλέφωνο:
-Θάρθεις ,ρε μάνα;
-Και βέβαια θάρθω αγόρι μου.΄Ετσι θα σας αφήκω;Πότε θέλεις νάρθω;
-Με το που θα μπει ο Ιούλιος.Δυο,τρεις,εκεί..
-Τι να σου φέρω γιέ μου;
-Τι να μου φέρεις ρε μάνα…αν σούχει ξεμείνει κάνας κόκορας,κόφτον και φέρτον.
-Εν τάξει.Φίλα μου τη νύφη μου και τα παιδιά.(Δε βαριέσαι,τι κοστίζει ένα «φίλα μου τη νύφη μου».Σάμπως θα τη φίλαγε αυτοπροσώπως;Στον αέρα της τόστελνε το φιλί..χαλάλι).

Ο Μάκης,παρέλαβε την κυρα-Κατερίνα απ΄τις αφίξεις του Ελ.Βενιζέλος τη μια μέρα
και τη μεθεπομένη αποχαιρέτησε στον Πειραιά την Αλέκα,που τούστελνε φιλάκια πεταχτά,απ΄την κουπαστή του πλοίου.Πρώτη φορά,στα δεκάξη χρόνια του γάμου τους,η γυναίκα του έφευγε και τον άφηνε μόνο.΄Εφευγε,όχι για δουλειά αλλά για να πάει να περάσει καλά,μακρυά του.Χωρίς εκείνον.Του ήρθε να κλάψει.Λίγο ακόμα και θ΄ανέβαινε τρέχοντας τη σκάλα,να πάει να την αρπάξει και να την κατεβάσει με το ζόρι στην προβλήτα.Τον συγκράτησε η λογική του.΄Αστην,σκέφτηκε.Μπορεί νάχει δίκηο.Μπορεί λίγες μέρες μακρυά ο ένας απ΄τον άλλον να μας κάνουν και καλό τελικά.΄Εμεινε ν΄αγναντεύει το πλοίο μέχρι που βγήκε απ΄το λιμάνι.΄Υστερα,μπήκε στ΄αυτοκίνητο να γυρίσει σπίτι.Να βάλει σε μια σειρά και τη μάνα του,να της πει πέντε πράματα.Να της δείξει τα κατατόπια.Να της δείξει πώς λειτουργούν οι ηλεκτρικές συσκευές.Στο νησί ζούσε η γυναίκα.Μια δεκαετία χήρα.΄Ο,τι είχε μες το σπίτι της,απαρχαιωμένο ήταν.Δεν είχε καμιά όρεξη να του τινάξει το δικό του στον αέρα επειδή μπορεί να μπέρδευε τις εστίες της κουζίνας.
, Όπως έπαιρνε την παραλιακή για την Αθήνα,έρριξε μια ματιά στη θάλασσα δεξιά του.Το καράβι με την Αλέκα,διαγραφόταν ακόμα στον ορίζοντα.΄Ενιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά.Του έλειπε κιόλας.Την αγαπούσε την άτιμη.΄Ένα χρόνο πριν,θα πανηγύριζε που θάμενε μόνος.Χαράς ευαγγέλια θα είχε.Θα ήταν ελεύθερος να κάνει την ντόλτσε βίτα του και να μπαινοβγαίνει στο σπίτι όποτε τούκανε κέφι.Τώρα ,λες κι΄είχε πέσει μπροστά στα μάτια του μια γκρίζα κουρτίνα.Δέκα μέρες χωρίς την Αλέκα του…χωρίς τη γκρίνια της…χωρίς τις μπηχτές της….χωρίς την αγκαλιά της
με τη μυρωδιά που τον τρέλλαινε.Αισθανόταν σαν να επρόκειτο να μονάσει στο ΄Αγιον όρος.Για τσιλιμπουρδίσματα,ούτε λόγος-δεν είχε και διάθεση εδώ που τα λέμε.Δώσαμε μια υπόσχεση ,Γεράσιμε αδερφέ μου και θα την κρατήσουμε.Αλλιώς να βγάλουμε τα παντελόνια και να φορέσουμε φουστάνια.Εδώ-κεράκι αναμένο να περιμένουμε την Αλέκα να γυρίσει.Δέκα μέρες είναι ,θα περάσουν…

Της είχανε πει για την Αμοργό ,στο Γραφείο Ταξιδίων,αλλά την ομορφιά που αντίκρυσε μόλις πάτησε το πόδι της στο νησί,δεν την είχε φανταστεί.Απ΄το Γραφείο είχαν φροντίσει και για το δωμάτιο που θα έμενε.Πάνω στη θάλασσα.Η αμμουδιά και δίπλα το ασβεστωμένο δυόροφο με το ταβερνάκι ,που ήταν και καφέ-μπαρ στην πυλωτή.΄Αφησε τα πράγματά της στο δωμάτιο και κατέβηκε για ένα καφέ.Δυο τρεις παρέες γύρω της,με τα χρωματιστά μαγιό τους πίνανε και τσιμπολογούσανε κουβεντιάζοντας.Ούτε που γύρισαν να την κοιτάξουν.Της ήρθε μια μυρωδιά από ούζο και χταπόδι στα κάρβουνα που λίγο έλειψε να τη ξελογιάσει..Παρών ο πειρασμός,απ΄την πρώτη στιγμή.Του γύρισε την πλάτη.Ο νεαρός με το χρωματιστό τατουάζ στο μπράτσο,τη μαύρη ξεμανίκωτη μπλούζα και το σμπαραλιασμένο μπλουτζήν την καλωσόρισε με ύφος Αλέξη Γεωργούλη.
-Εσείς,πρέπει να είστε η κυρία Αβραμίδου-διορθώστε με αν κάνω λάθος!!
Πολλή τηλεόραση έβλεπε αυτό το παιδί.
-Δεν κάνετε λάθος-αυτή είμαι.
-Σας περιμέναμε-καλωσορίσατε.Εγώ είμαι ο Μάικ.Ντόπιος.Δουλεύω εδώ κάθε καλοκαίρι.Το μαγαζί είναι του θείου μου,του κυρ –Θανάση.
-Χαίρομαι που σε γνωρίζω Μάικ ντόπιε!
-Κι ΄εγώ κυρία Αβραμίδου.Το μικρό μας;
-Ποιο μικρό μας;
-Τ΄ονοματάκι σας λέω-το μικρό σας.
-Αααα!! Αλέκα.
-Τι να σας φέρω κυρία Αλέκα;
-Διπλό ελληνικό ,σκέτο.
-Κάτι να φάμε; ΄Εχουμε καταπληκτική μαγείρισσα –την κυρά-Βάσω.΄Ολο το νησί,απ΄τα χεράκια της τρώει.
-Λοιπόν ,Μάικ…Αν θέλεις να τα πάμε καλά,δεν θα με ξαναρωτήσεις «τι θα φάμε».
΄Αμα θέλω να φάω,θα στο λέω μόνη μου ,εντάξει;
-Οοοοκέυ!!Πάω για τον καφέ.
΄Εριξε μια ματιά στο εσωτερικό του μαγαζιού.Τσάκωσε ένα γυναικείο κεφάλι ,να την 
κατασκοπεύει πίσω απ΄την κολώνα.Η κυρά-Βάσω,σίγουρα,που έψαχνε να δει ποια ήταν η μυστήρια που περιφρόνησε τη μαγειρική της.Σε νησιώτικη ταβέρνα,πάνω στη θάλασσα,ντάλα μεσημέρι και σκέτος ελληνικός..Δεν της τύχαινε και κάθε μέρα.
Ο Μάικ της έφερε τον καφέ.
-Η κυρία μέσα είναι η μαγείρισσα;
-Βέβαια!!Της φαίνεται ε;;
-Πώς της φαίνεται δηλαδή;
-Ε,δεν την είδατε;Διακόσια κιλά κοντεύει.
-Επειδή είναι μαγείρισσα;
-Ε,πώς να το κάνουμε-όλημέρα πάνω απ΄τις κατσαρόλες…Τρώει..τρώει..δεν την προλαβαίνουμε.
Κακή αρχή κάναμε,σκέφτηκε.Πήρε το φλυτζάνι με τον καφέ και περπάτησε στην παραλία.΄Επρεπε ν΄αγοράσει καπέλο με πρώτη ευκαιρία. Ο  ήλιος έκαιγε και το χακί τζόκευ που είχε μαζί της δεν έφτανε ούτε για τα μάτια της..Η παρέα μέσα στο νερό,χαλούσε τον κόσμο κι΄έκανε τη θάλασσα ν΄αφρίζει.Το απόγευμα θα έκανε το πρώτο μπάνιο των διακοπών της .Μετά θ΄απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα.Είχε ακουστά για τα υπέροχα ηλιοβασιλέματα της Αμοργού.Εδώ ήταν λοιπόν.Για πρώτη φορά,μετά από δεκάξη χρόνια,μόνη κι΄ελεύθερη.Αν της έλειπε ο Μάκης;Όχι.Όχι ακόμα..Για να πούμε και την αλήθεια,ούτε τα παιδιά της έλειπαν….ακόμα!

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΤΑΝ Η ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ" - Στο τούννελ




Πρέπει να σου πω ότι το να παντρεύεσαι ξαφνικά στα 23 σου από πείσμα,δεν είναι και το καλύτερο.Με δανεικό νυφικό.Με ένα φίλο αλλά ξένο να σε οδηγεί στην εκκλησία.Με τους υάκινθους που λίγες ώρες πριν αγόρασες μόνη σου απ΄τ΄ανθοπωλεία της Βουλής ,στην αγκαλιά.Με πρόσωπα άγνωστα μέχρι εκείνη τη στιγμή να σου χαμογελούν και να σε φιλούν,δηλώνοντας ήδη συγγενείς.Με την οικογένειά σου οργισμένη και απούσα .Με τη βεβαιότητα ότι η αποκοτιά σου θα καταγραφεί περίπου σαν έγκλημα.Με τις τύψεις για ότι βίαια αφήνεις πίσω και την τρομακτική αίσθηση ότι μπαίνεις σ΄ένα τούνελ που δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει.
Τι ξέρεις για τον άνθρωπο που στέκεται δίπλα σου;Τι πρόλαβες να μάθεις;Σχεδόν τίποτα.Στην ουσία έχεις κάνει ένα πελώριο βήμα στο άγνωστο.Δεν έχει σημασία πώς αλλά το διάλεξες.Ξεκινάς λοιπόν κι΄ο Θεός βοηθός.

Τις πρώτες μέρες μετά το γάμο,φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι ενός καλού φίλου και συναδέλφου μου. Αμέσως μετά, νοικιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα σε μακρυνή γειτονιά για ν΄αποφύγουμε πιθανές συναντήσεις με τους δικούς μου.Είχα πάρει 10 μέρες άδεια.Το ίδιο και ΄κείνος.
Τις περάσαμε με αυγά μάτια τσάι και φρυγανιές βουτυρωμένες,χαζεύοντας απ΄το στενό μπαλκονάκι τον Υμηττό απέναντι και τα δυο κόκκινα γαρύφαλλα στη γλάστρα που μας είχε φέρει η πεθερά μου, στην πρώτη της επίσκεψη μαζί μένα ταψάκι μπακλαβά για να μας γλυκάνει.
΄Ότι λεφτά είχαμε φύγανε στα νοίκια του σπιτιού.΄Επρεπε να περιμένουμε τις πληρωμές μαςγια ν΄αρχίσουμε να ζούμε.

Πέρασαν οι πρώτοι μήνες, χωρίς προβλήματα ,οι φόβοι μου άρχισαν να καταλαγιάζουν ,απ΄το σπίτι ούτε φωνή ούτε ακρόαση,το πήρα κι΄εγώ απόφαση κι΄έπεσα με τα μούτρα πάνω του.Πρώτο λάθος!Τα πήγε καλά με τη δουλειά του κι΄όσο περνούσε ο καιρός τα πήγαινε όλο και καλύτερα.Στο χρόνο, αλλάξαμε σπίτι.Διαμέρισμα στο κέντρο,μια χαρά όλα.Κάναμε καινούργιους φίλους,η ζωή μας ομόρφυνε.Είχα αρχίσει να πιστεύω
πως η τύχη ήταν με το μέρος μου ώσπου ένα μεσημέρι γυρνώντας από ταξείδι άκουσα εμβρόντητη την «απόφασή» του.
-Θα παραιτηθείς.Να τελειώσει ο μήνας και παράτα τα.
-Να παρατήσω τη δουλειά μου; Γιατί;Ξέρεις πόσο την αγαπώ.
-Κι εγώ αγαπώ εσένα και δεν μπορώ αυτό το φύγε νύχτα –έλα νύχτα,να λείπεις διήμερα απ΄το σπίτι κι΄εγώ να κάθομαι να σε περιμένω.
-Και τι να κάνω,να κάτσω σπίτι;Δεν γίνεται.΄Αλλωστε μας χρειάζονται και τα λεφτά.Τί θα κάνουμε;
-Βρες μια άλλη δουλειά.Ολυμπιακή τέρμα!
΄Ηταν ανυποχώρητος.Φοβήθηκα.Τί φοβήθηκα;΄Ελα ντε! Στο τέλος του μήνα είπα αντίο στο όνειρό μου και προσγειώθηκα οριστικά.Εγώ που την αντίδραση την είχα στο αίμα μου,εγώ που δε σήκωνα μύγα στο σπαθί μου κατάπια την «εντολή» βράζοντας, αλλά την κατάπια.Δεύτερο λάθος!Από κει και πέρα χώθηκα στο τούνελ για τα καλά.Δεν ήμουν πια ο εαυτός μου και για κείνον έπαψα νάμαι αυτή που θαύμαζε κι΄έγινα αυτή που όριζε. Αντί να πηγαινοέρχομαι απ΄τα ταξειδάκια μου φορώντας την υπέροχη στολή μου ,άρχισα να πηγαινοέρχομαι πρωί – απόγευμα απ΄το πληκτικό γραφείο που βρήκα δουλειά,ψόφια στην κούραση .Ξαφνικά,στα μάτια του, όλες οι άλλες ήταν καλύτερες από μένα-που δεν ήταν.Αν το καλοσκεφτείς, είναι τραγικό το πόσο εύκολα μπορεί μια γυναίκα να ξεγελάει τον εαυτό της όταν δεν θέλει να δει την αλήθεια.Μου πήρε 8 χρόνια να βγω απ΄το τούνελ κι΄ευτυχώς όταν βγήκα δεν ήμουν πια  μόνη.Εκτός απ τα παιδιά μου,είχα πάλι τη μαμά,το μπαμπά και τ΄αδερφάκια μου.

Θα σε πάω όμως πάλι πίσω.Τον τρίτο χρόνο του γάμου μου,ήρθε ο γιος μου.Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένοιωσα τόση χαρά,τόση ευτυχία τόση πληρότητα και το
κυριότερο,τόση σιγουριά.΄Ημουν ακόμα άξια να καταφέρνω σπουδαία πράγματα;΄Ετσι το είδα.Είναι λοιπόν η επομένη της γέννας,απογευματάκι,εγώ χαζεύω το μωρό που κοιμάται στην κούνια του και ξαφνικά στο άνοιγμα της πόρτας βλέπω τη φιγούρα της.Ψιλόλιγνη,με το μπλε ριχτό παλτουδάκι της ,με τα σγουρά καστανόξανθα μαλάκια της κι΄εκείνα τα τεράστια μπλε μάτια, είχε χουφτώσει το πόμολο και κοντοστεκόταν-να μπει ή να μη μπει;Μπήκε ,στάθηκε στα πόδια του κρεβατιού.
Η καρδιάς μου φτερούγισε..
-Τιτάκι μου!-
Γεια σου αδερφή,ήρθα να δω τον ανηψιό μου.
΄Εσκυψε πάνω απ΄το μωρό,ακούμπησε στην κούνια ένα κόκκινο λούτρινο ελαφάκι(σκέφτηκα,ποιος ξέρει πώς μάζεψε τα λεφτά για να το αγοράσει)και με κοίταξε χωρίς ίχνος χαμόγελου
-Τι κάνεις;Καλά είσαι;
-Καλά είμαι καρδούλα μου.Εσύ τι κάνεις!
- Καλά είμαι κι΄εγώ...
-Στο σπίτι έμαθαν ότι γέννησες αλλά δε θάρθουν.Κι΄εγώ κρυφά ήρθα,μην το πεις πουθενά…
-΄Όχι κοριτσάκι μου δε θα το πω.Πώς πάει το σχολείο;
-Μια χαρά..Πάω τώρα γιατί άργησα και θα φωνάζει η μαμά..
΄Εφυγε βιαστικά πριν προλάβω να πω λέξη.
Συνειδητοποίησα με πίκρα ότι δεν με πλησίασε καν ,δεν χαράμισε ούτε ένα φιλάκι για την αδερφή της και κατάλαβα πως η προπαγάνδα του θηλυκού Γκαίμπελς –της μαμάς- εναντίον μου, είχε ρίξει το σπόρο της και στη ψυχούλα αυτού του δεκαεξάχρονου κοριτσιού.
Για ένα χρόνο δεν τη ξαναείδα.Δεν μέναμε μακρυά.Λίγο πριν γεννηθεί ο γιος μου,χωρίς να το επιδιώξουμε νοικιάσαμε ένα σπίτι μόλις τρεις στάσεις μακρυά απ΄το σπίτι των γονιών μου.Σκεφτόμουν λοιπόν πως δεν ήταν η απόσταση που την εμπόδιζε νάρθει,πως ίσως είχε πολλά μαθήματα και δεν προλάβαινε να το σκάει και νάρχεται σε μένα.΄Ισως πάλι να φοβόταν μην το μάθει η μαμά πως είχε πάρε δώσε με την απόβλητη αδερφή. Μου έλειπε.Μου έλειπε πολύ..Ο γιος μου είχε ήδη χρονίσει.Κι ένα απόγευμα χτυπάει το κουδούνι της εισόδου.
-Ναι;-
-Αδερφή,άνοιξε,η Τίτα είμαι!
Τώρα αν σου πω πως έκλαψα στον ώμο της ,θα σου πω ψέμματα.Στο στήθος της έκλαψα γιατί τον ώμο της δεν τον έφτανα.Αγκαλιαστήκαμε για ώρα,κλάψαμε για ώρα με το μωρό ανάμεσά μας και μέσα σε λίγα λεπτά ξαναβρήκα την αδερφούλα μου.
- Από δω και πέρα αδερφή, θάρχομαι να σας βλέπω όποτε μπορώ.,είπε και το κράτησε.
Το γαμπρό της τον συμπαθούσε,το ίδιο κι΄εκείνος.΄Αλλωστε ,οι τρεις μας είχαμε συνομωτικό παρελθόν.΄Ετσι,όποτε ξέκλεβε λίγη ώρα ερχόταν βιαστική και βιαστική ξανάφευγε.Εμένα όμως κι΄αυτό το λίγο μου έφτανε.Μέχρι που ήρθε νέα μετακόμιση,αυτή τη φορά στο Παλιό Φάληρο.Μακρυά!Την ξανάχασα,αλλά για λίγο.
΄Ένα πρωί χτύπησε το τηλέφωνο.΄Ηταν ο μεγαλύτερος αδερφός μου.
-Θέλω νάρθω να σας δω.
Ο βράχος που πλάκωνε την καρδιά μου από την έλλειψη των δικών μου κύλησε στην άκρη.Κατάλαβα.Το εμπάργκο είχε αρχίσει να σπάει.
΄Ηρθε Κυριακή μεσημέρι.
-Σκέφτηκα πως είναι καιρός να τελειώσει αυτή η ιστορία.Η μαμά κι΄ο μπαμπάς σας περιμένουν.
Φάγαμε παρέα,είπαμε τα πικρά και τα γλυκά μετά από τόσο καιρό,ύστερα μπήκαμε στ΄αυτοκίνητο κι΄όλοι μαζί πήγαμε στο σπίτι.Η επιστροφή της ασώτου.Μόσχος σιτευτός δεν σφάχτηκε,άνοιξαν όμως οι αγκαλιές κι΄αυτό ήταν το μόνο που ήθελα και λαχταρούσα.
Ο μπαμπάς τρελλαμένος με τον εγγονό του,η μαμά πολύ γρήγορα βάλθηκε να του μαθαίνει Ιταλικά,τα΄αδέρφια μου μια στα καράβια ,μια στη στεριά κι΄η αδερφούλα μου ξανά κομμάτι της ζωής μου.Ηταν η χρονιά που τέλειωνε πια το Λύκειο.Ολόκληρη κοπέλλα.Βγάζοντας το Λύκειο, γράφτηκε στη Σχολή Δοξιάδη-αρχιτεκτονικό σχέδιο.΄Αρχιζε την καινούργια της ζωή γεμάτη όνειρα.Ωρίμαζε.Τώρα μπορούσε να καταλάβει.Εκείνη δεκαοκτώ,εγώ εικοσιοκτώ.Μ΄ένα μαγικό τρόπο η απόσταση ανάμεσά μας είχε ξανά εκμηδενιστεί.

Από δω και πέρα η ιστορία είναι  όλη δική της.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ" ΚΕΦ.36



Πλησίαζε να τελειώσει ο Αύγουστος.΄Επρεπε να σκεφτώ την επιστροφή των παιδιών στο σπίτι.Αρχές του άλλου μήνα,θα γύριζαν στο Σχολείου.Αυτή τη χρονιά,ο Σταύρος θα πήγαινε Γυμνάσιο κι΄ο μικρός,ο Κωστής θα΄μενε μόνος του στο Δημοτικό.Μέχρι τώρα ,έφευγαν και γύριζαν με το ίδιο Σχολικό,ήταν μαζί στα διαλείματα.Φέτος θα χώριζαν για πρώτη φορά.Μ΄απασχολούσε πολύ αυτός ο χωρισμός τις ώρες του σχολείου.σκεφτόμουν κυρίως,πώς θ΄αντιδρούσε ο μικρός.Αλλά εκείνο που έκανε το στομάχι μου να σφίγγεται ήταν η σκέψη πως κάπως έπρεπε να προετοιμάσω τα δυο παιδιά ,για το τι θα έβρισκαν γυρίζοντας σπίτι-ή μάλλον για το τι δεν θα εύρισκαν.Πού είναι ο μπαμπάς-γιατί δεν είναι σπίτι;Αυτή θα ήταν σίγουρα ,η πρώτη τους απορία.΄Επρεπε να την προλάβω.Να τα ενημερώσω για ότι συνέβαινε-να μάθουν το πρόβλημα,πριν αναγκαστούν να τ΄αντιμετωπίσουν βίαια.Σκεφτόμουν να ζητήσω τη βοήθεια του Χρήστου και μάλιστα πριν προλάβει η Μάρθα να τον ενημερώσει για την αίτηση διαζυγίου.Τώρα,όσο ήταν ακόμα ανίδεος για τις κινήσεις μου,είχα μια ελπίδα ότι θα τον κατάφερνα να μου συμπαρασταθεί σ΄αυτή τη δύσκολη στιγμή.Στο κάτω-κάτω,ήταν και δικά του παιδιά.
Τηλεφώνησα στη Μάρθα.Είμαι σχεδόν έτοιμη μου είπε-αύριο μεθαύριο,θα του τηλεφωνήσω.-
-Μάρθα μου,καθυστέρησέ το μια βδομάδα ,της είπα.Της εξήγησα τι είχα στο νου μου.
Συμφώνησε.Θα περίμενε νέα μου,είπε,για να προχωρήσει.Το δύσκολο ήταν τώρα,να τηλεφωνήσω στο Χρήστο.Σχεδίαζα να συναντηθούμε στη μαμά-σε ουδέτερο έδαφος.
Θα ήταν πιο εύκολο με τις δυο γιαγιάδες από κοντά-έτσι νόμιζα.Δίσταζα όμως να σηκώσω το τηλέφωνο.Από κείνη τη μέρα,που τον είχα συναντήσει στης Παολίνας,ούτε τα παιδιά ούτ΄εγώ είχαμε κάποια επαφή μαζί του.Αυτό,με παραξένευε και με φόβιζε.
Του είχε κοπεί ο τσαμπουκάς,το είχε πάρει απόφαση ή «μαγείρευε» κάτι;Τελικά το αποφάσισα..Σχημάτισα τον αριθμό στον Πειραιά-δεν ήταν εκεί,Ούτε και στην Πατησίων τον βρήκα.΄Αφησα μήνυμα στο Νικήτα να με πάρει μόλις εμφανιστεί.Είναι επείγον του είπα.΄Όταν τηλεφώνησε ο Πωλ και μου ζήτησε να συναντηθούμε για φαγητό,η φωνή μου έτρεμε.
-Τι συμβαίνει Βέρα;
Του εξήγησα γιατί δεν μπορούσα να τον δω-γιατί έπρεπε να μείνω σπίτι.
-Ψυχραιμία, μου είπε.Δεν νομίζω ότι θα σου αρνηθεί.Μην τον αφήσεις να σε ταράξει κοριτσάκι μου,εντάξει;Κι΄αν με χρειαστείς ,πάρε με.
Ο καλός μου ο Πωλ!Τις τελευταίες μέρες ,με είχε διαρκώς από κοντά.Να μαθαίνει νέα μου,αν χρειάζομαι κάτι..Δυο τρεις φορές είχαμε συναντηθεί για καφέ.Μούπαιρνε
Την έννοια,μ΄έκανε να γελώ.Ο άντρας ,σκεφτόμουν,όταν γίνεται φίλος σου,είναι ο καλύτερος.
Με πήρε αργά το απόγευμα.Τί τρέχει;με ρώτησε-συμβαίνει κάτι με τα παιδιά;΄Οχι,δεν συνέβαινε κάτι με τα παιδιά,αλλά έπρεπε να μιλήσουμε γ ι ά τα παιδιά.
-Τί να πούμε δηλαδή-εγώ δεν έχω να πω τίποτα με τα παιδιά.Τί δουλειά έχουν τα παιδιά;
-Σε λίγες μέρες,θα γυρίσουν σπίτι Χρήστο.Πρέπει να μιλήσουμε μαζί τους να τους εξηγήσουμε.Δεν θα σε βρουν εδώ και θ΄αναρωτιούνται-δεν  πρέπει να ξέρουν;
-Τί να ξέρουν Βέρα-ότι η μάνα τους πέταξε τον πατέρα τους απ΄το σπίτι;Αυτό να τους το πεις και να τους το εξηγήσεις εσύ μανάρι μου.Εμένα δεν με χρειάζεσαι.
-Να τους πω και για ποιό λόγο σε πέταξα απ΄το σπίτι Χρήστο;
-Λοιπόν, για να τελειώνουμε Βέρα.Στα παιδιά πες ότι λείπω ταξίδι-ότι θέλεις πες.Δεν χρειάζεται να τους δώσεις αναφορά για ψύλλου πήδημα..Εγώ θα πρότεινα να βρεθούμε οι δυο μας,να μιλήσουμε σαν άνθρωποι,να δούμε πού βρισκόμαστε πρώτα εμείς –και μετά βλέπουμε για τα παιδιά.
Το είδα σαν ένα πρώτο βήμα.Εντάξει του είπα,ας βρεθούμε.Πότε;
-Απόψε.Θα περάσω να σε πάρω στις εννιά.Θα σου χτυπήσω να κατέβεις.
Δεν ήθελα να του πάω κόντρα.Πίστευα ότι θα τον έπειθα αν πήγαινα λίγο με τα νερά του.Εννιά ακριβώς,χτύπησε το κουδούνι.Απ΄τη θέση του οδηγού,έσκυψε και μου άνοιξε την πόρτα.
-Κούκλα όπως πάντα,είπε.
Πήρε την παραλιακή.Πού πάμε;ρώτησα σε μια στιγμή.Πάμε και βλέπουμε-όπου μας βγάλει μου απάντησε.Στην Ανάβυσσο,έστριψε αριστερά.Μαύρα σκοτάδια και χωράφια δεξιά κι΄αριστερά.΄Αρχισα να νιώθω άβολα.Πού πηγαίναμε σ΄αυτή την ερημιά;Να μιλήσουμε με την ησυχία μας ,χωρίς να μας ενοχλούν οι γύρω-γύρω,είπε.
΄Εστριψε σ΄ένα σκοτεινό χωματόδρομο και σταμάτησε,με τα φώτα αναμένα.
-Λοιπόν;
-Τί λοιπόν Χρήστο,να μιλήσουμε είπαμε,όχι να πάμε νυχτερινή εκδρομή στο τέρμα Θεού…
-Θα μιλήσουμε…΄Απλωσε το χέρι του κι΄έσφιξε δυνατά,απαιτητικά το μηρό μου.΄Επεσε όλος επάνω μου ,με σκέπασε με το σώμα του.Πανικοβλήθηκα-τον έσπρωξα με δύναμη.Δεν κουνήθηκε…Σε πεθύμησα μωρό μου,θέλω να κάνουμε έρωτα μανάρι μου..΄Ενιωθα την ανάσα του λαχανιασμένη στο πρόσωπό μου.Τα χέρια  
του σαν μέγγενες πάνω μου.΄Ασε με,ξεφώνησα,φύγε από πάνω μου,αλήτη.Παράτα με.
΄Εκανε πίσω,σαν να τον πυροβόλησα.Τραβήχτηκε στη θέση του οδηγού.Δεν τολμούσα να τον κοιτάξω.
-Κρίμα,είπε..κρίμα!!΄Ηθελα να μας δώσω μια τελευταία ευκαιρία.
-Ευκαιρία,για ποιό πράγμα Χρήστο;
-΄Ηθελα να δω αν θέλαμε ακόμα ο ένας τον άλλον...αν μπορούσαμε νάμαστε όπως πριν...
΄Όπως πριν!Ποιο πριν…μούρθε να σκάσω στα γέλια!
-Ξεκίνα σε παρακαλώ και άσε με στο πρώτο σημείο που μπορώ να βρω ταξί.
Δεν ήμουν θυμωμένη,δεν έκλαιγα,δεν πονούσα…ένα ατελείωτο κενό μέσα μου.
Γυρίζοντας προς την παραλιακή τον άκουσα,σαν να παραμιλούσε..
-Αν με δεχόσουν απόψε,θα την έπειθα να ρίξει τό παιδί…θα το τέλειωνα και θα ξαναγύριζα σπίτι…..
-Ποιο παιδί;(τί αφέλεια Χριστέ μου).
-Η Πέρσα είναι έγκυος και θέλει να το κρατήσει…Δεν ξέρω τί να κάνω μαζί της.
Μ΄έχει βραχυκυκλώσει.
Μια λέξη μου ήρθε στο μυαλό:Αδίστακτος!!Αλλά προτίμησα να μην τη ξεστομίσω.
Στη Βάρκιζα,κατέβηκα με το έτσι θέλω,πήρα ένα ταξί και γύρισα σπίτι-ένα ράκος.

Την άλλη μέρα,τηλεφώνησα στη Μάρθα.Βάλε μπρος ,το γρηγορότερο-τό και τό..
-Αυτό,ίσως μας διευκολύνει.Με την ερωμένη του να περιμένει παιδί ίσως δεν σκεφτεί να διεκδικήσει το Σταύρο.Θα τον πάρω και βλέπουμε.
Πήγα στο Π.Φάληρο αναστατωμένη.Αγκάλιασα τα παιδιά με τέτοια λαχτάρα, που τα πόνεσα.
-Σιγά ρε μάνα θα μας πνίξεις..-
-Σας αγαπάω Σταύρο μου,σας αγαπάω πολύ-τί να κάνω…
Η Παολίνα κι΄η Ελευθερία άκουσαν τα νέα εμβρόντητες.Η πεθερά μου σε μαύρη απελπισία.Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου-αρκετά ξεκουράστηκα-να τον έχω από κοντά-να δω τί μπορώ να κάνω.Δεν τη χωρούσε ο τόπος.Σε τρεις μέρες θα κατεβάσω τα παιδιά ,της είπα.Θα σε πάρω μαζί μας.
Φεύγοντας,την ώρα που φιλούσα τα παιδιά,τους είπα να μαζεύουν σιγά-σιγά τα πράγματά τους και να ετοιμάζονται.Τέλος οι διακοπές.
-Κι΄όλας;
-Κι΄όλας!
Δυο μέρες αργότερα,με πήρε η Μάρθα.
-Τί έγινε;
-Τζίφος.Δεν έρχεται να υπογράψει.Δεν ζήτησε διαζύγιο-δεν θέλει διαζύγιο.
-Και τώρα,τί κάνουμε;
-Θα προσπαθήσουμε να τον πείσουμε.Αν ξεκινήσουμε μονόπλευρα,θα μπούμε σε δύσκολες καταστάσεις Βέρα.Θα ξαναπροσπαθήσω σε λίγες μέρες.Να προλάβει να το δουλέψει στο μυαλό του.Συνεναιτικό θέλουμε,αυτό θα επιδιώξουμε.
Στο τρίτο τηλεφώνημα της Μάρθας δέχτηκε να περάσει απ΄το γραφείο της να συζητήσουν.Σ΄εμένα δεν είχε δώσει σημεία ζωής.Ούτε ένα τηλεφώνημα ,έτσι,σαν αντίδραση.Αλλά στο μυαλό του,το είχε δουλέψει καλά.
-Για να υπογράψει,θέλει το Σταύρο και ελεύθερη επικοινωνία,όποτε και όπως θέλει με τον Κώστα.
-Πώς θέλει το Σταύρο δηλαδή;Να τον πάει πού.
-Στη μητέρα του-είναι δικό του παιδί είπε,και θέλει να επιστρέψει σε κείνον.Του είπα βέβαια ότι αυτό που ζητά είναι παράλογο,ότι δεν μποπρεί να ξερριζώσει έναν έφηβο και να τον χωρίσει απ΄τον αδερφό κι΄απ΄το περιβάλλον του..
-Τί σου είπε;
-΄Οτι περιβάλλον του είναι και η γιαγιά του κι΄ότι τον αδερφό του θα τον βλέπει όποτε θέλει.Δεν πρόκειται να υπογράψει Βέρα..Ξέρει ότι αυτό που ζητά δεν θα το δεχτείς κι΄εκεί ποντάρει.Λυπάμαι που στο λέω,αλλά δεν τον ενδιαφέρει το διαζύγιο.Δεν το θέλει,Μου το είπε ξεκάθαρα.
΄Ενιωθα παγιδευμένη κι΄εντελώς ανέτοιμη να ξεκινήσω τέτοιον αγώνα μ΄ένα Χρήστο που ήταν έτοιμος να ξεράσει όση χολή κι΄εκδικητικότητα έκρυβε μέσα του,εναντίον μου.
Πήρα την Ελευθερία.
-Σου είπα κάτι κόρη μου κι΄εγώ σ΄ότι λέω δε ξελέω.Τον σκοτώνω,παιδί δεν παίρνει.Θα βρει κλειστή την πόρτα μου.Τί θα κάνει-θα τον πάει στην ερωμένη του; Ας το τολμήσει!!
Η σχολική χρονιά,ξεκίνησε ομαλά για τα παιδιά-χωρίς προβλήματα.Ευτυχώς.Τα πήγαιν΄έλα απ΄το φροντιστήριο Αγγλικών,μου γέμιζαν σχεδόν όλα μου τ΄απογεύματα.΄Αλλες ώρες ο ένας ,άλλες ο άλλος.Αργά και πού,βλεπόμασταν με τον Πωλ.΄Ηξερε και κατανοούσε την κατάστασή μου.Στο σπίτι δεν τολμούσα να τον καλέσω ούτε για καφέ.Δεν ήθελα να δώσω το παραμικρό δικαίωμα στα παιδιά και προπάντων στο Χρήστο.Χαιρόμασταν όμως όλο και περισσότερο ο ένας τη συντροφιά του άλλου όποτε μας δινόταν ο χρόνος να βρεθούμε..΄Εβαλα αναγκαστικά το θέμα του διαζυγίου στο χρονοντούλαπο μέχρι να δω πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα.Χαράμισα δέκα χρόνια-μ΄ένα ακόμα δεν θα χαλούσε ο κόσμος.΄Ηθελα τα παιδιά ήρεμα.Είδαν το Χρήστο,δυο-τρεις φορές μές΄το Σεπτέμβρη.Δεν ανέβαινε πάνω,τον συναντούσαν στ΄αυτοκίνητο.Μαζί του,δεν είχα ανταλλάξει παρά λίγες τυπικές κουβέντες,όταν κατέβαινα να του παραδώσω και να παραλάβω τα παιδιά.Για την Πέρσα και το παιδί που περίμενε,μιλιά.Η ζωή μου,έμενε καθηλωμένη σε μια αίθουσα αναμονής.Ισορροπούσα με δυσκολία, σ΄ένα τεντωμένο σκοινί.΄Επρεπε να κρατηθώ,να μην πέσω,να φτάσω στην άλλη άκρη σώα.Μαζί μου ,προσπαθούσε κι΄ο Πωλ να ισορροπήσει στο δικό του σκοινί.Είχε αρχίσει να εκδηλώνει πολύ διακριτικά, τα τρυφερά του αισθήματα για μένα.Αλλά δεν τολμούσα να τα ενθαρρύνω-οι εκκρεμότητες στη ζωή μου ήταν πολλές και πουθενά στον ορίζοντα δεν έβλεπα φως.
Μέσα Νοεμβρίου,μια Τετάρτη, το σχολικό δεν έφερε το Σταύρο στο σπίτι.Κάπου θα καθυστέρησαν,σκέφτηκα στην αρχή.΄Οταν όμως πέρασε μια ώρα και το παιδί δεν είχε φανεί,ανησύχησα.Πήρα τηλέφωνο στο Σχολείο.Με συνέδεσαν με το Γυμνασιάρχη.
-Α! Κυρία Μάρκου,μην ανησυχείτε,το Σταύρο ήρθε και τον πήρε ο πατέρας του-
δεν γύρισαν ακόμα;
-΄Οχι,αλλά αφού είναι με τον πατέρα του,δεν υπάρχει πρόβλημα.Σας ευχαριστώ.
΄Εκλεισα το τηλέφωνο έτοιμη να λιποθυμήσω.Αυτά θα είχαμε τώρα;Τέτοια καψόνια μου ετοίμαζε;Πήρα τηλέφωνα στα μαγαζιά-άφαντοι και οι δυο.Η Ελευθερία,δεν είχε ιδέα.Θα τον πήγε κανένα σινεμά ,μου είπε,ηρέμησε παιδί μου.Την ίδια άποψη είχε κι΄ο Πώλ «απρόβλεπτος!» του ήρθε να πάρει το παιδί και τόκανε.Ηρέμησε..
Ο Κώστας,πήγε στο κρεβάτι,πρώτη φορά χωρίς τον αδερφό του.
-Θ΄αργήσουνε,μαμά;
-Δεν νομίζω μωρό μου-κοιμήσου εσύ κι΄αύριο πρωί θάναι στο κρεβάτι του.
Στις δώδεκα και μισή,είχα παραφρονήσει.Δεν ήθελα να πιστέψω αυτό που πέρναγε απ΄το μυαλό μου.΄Οταν χτύπησε το τηλέφωνο και το σήκωσα,η φωνή μου ακούστηκε σαν στριγγλιά!
-Πού είναι το παιδί;
-Εδώ είναι μαζί μου.Πω,πω,σαν υστερικιά κάνεις..
-Πού είναι το εδώ Χρήστο;Πώς τόλμησες και πήρες το παιδί απ΄το σχολείο χωρίς να μ΄ενημερώσεις;Και περίμενες να πάει η ώρα μία για να τηλεφωνήσεις;Να με τρελλάνεις θέλεις;
-΄Οχι αγάπη μου.Θέλω να καταλάβεις ότι αυτό το παιδί είναι δ ι κ ό μου-εντάξει;
Δ ι κ ό μου.Το παίρνω όποτε θέλω,όπου θέλω και για όσο θέλω.Μην ανησυχείς όμως,εκδρομή τον πήγα.Θα περάσει μια χαρά.Κυριακή βραδάκι,θα τον έχεις στο σπίτι.
-Πού είσαστε;Θέλω να του μιλήσω.
-Κυριακή βράδυ Βέρα,τώρα κοιμάται…
-Πού είσαστε Χρήστο;
Κατέβασε το ακουστικό,χωρίς ν΄απαντήσει.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα μισήσει άνθρωπο στη ζωή μου.Μίσησα το Χρήστο με όση δύναμη είχα μέσα μου.