Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Απόσπασμα από το ανέκδοτο-ακόμα- βιβλίο, ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ



Η κυρα-Κατερίνα,κατέφθασε αρχές Ιουλίου,φορτωμένη με καλούδια απ΄το νησί κι΄ενθουσιασμένη,όχι γιατί θα πήγαινε διακοπές η «γομάρα» η νύφη της –που νά,εδώ,στο λαιμό τής καθόταν αλλά γιατί με το φευγιό της, θα της άφηνε το πεδίο ελεύθερο ,να το ξαναπαίξει νοικοκυρά κι΄αφέντρα ,να κάνει τα χατήρια του κανακάρη της που ένας θεός ξέρει πώς τάβγαζε πέρα μ΄αυτή την ανεπρόκοπη και να
κανακέψει τα εγγόνια της.Αυτά,ναι,μάρτυς της ο θεός,τα λάτρευε.
΄Όταν της τηλεφώνησε ο γιος της,να την προσκαλέσει να πάει να τους δει για καμιά δεκαριά μέρες,της ήρθε ταμπλάς.Την ήθελε η νύφη της στο σπίτι της για δέκα μέρες;
Φούρνος θα γκρέμισε-αυτή ούτε τ΄όνομά της δεν ήθελε ν΄ακούσει.΄Υστερα,ο Μάκης της τόσκασε το μυστικό.Η Αλέκα ήθελε να πάει διακοπές και κάποιος έπρεπε να κοιτάξει εκείνον και τα παιδιά όσο θα έλειπε.-Αμ΄πες το Χρυσόστομε!!Είπα κι΄εγώ..
Πήγε να ξεράσει χολή:Μπα! Η πριγκιπέσσα θέλει να πάρει τον αέρα της και μάλιστα μοναχή της και ψάχνει κορόιδο για τα παιδιά και τον άντρα της;Αστραπιαία το δούλεψε στο μυαλό της.-Μόνη σου θ΄αλωνίζεις Κατερίνα.Αυτή θα λείπει κι΄εσύ το σπιτικό της παλάτι σου.Με το γιό σου και τα εγγόνια σου.Να τους ταίζεις,να τους ποτίζεις,να κάνεις κουμάντο κι΄εσύ μια φορά,χωρίς τη μέγαιρα πάνω απ΄το κεφάλι σου.Καλά θάναι-.Κι΄ύστερα ,πώς νάλεγε όχι στο γιόκα της.Να τούλεγε πως δεν είχε καμιά όρεξη να δει τα ξυνισμένα μούτρα της νύφης της;Δε γινόταν.Από τότε που της πήρε ο θεός το κοριτσάκι της ,την Αγγελικούλα,οχτώ χρονών λουλουδάκι,ο Μάκης της ,ήταν γι΄αυτήν ο κόσμος όλος.Μπορούσε να τον κακοκαρδίσει;
Τον άκουσε ανυπόμονο στο τηλέφωνο:
-Θάρθεις ,ρε μάνα;
-Και βέβαια θάρθω αγόρι μου.΄Ετσι θα σας αφήκω;Πότε θέλεις νάρθω;
-Με το που θα μπει ο Ιούλιος.Δυο,τρεις,εκεί..
-Τι να σου φέρω γιέ μου;
-Τι να μου φέρεις ρε μάνα…αν σούχει ξεμείνει κάνας κόκορας,κόφτον και φέρτον.
-Εν τάξει.Φίλα μου τη νύφη μου και τα παιδιά.(Δε βαριέσαι,τι κοστίζει ένα «φίλα μου τη νύφη μου».Σάμπως θα τη φίλαγε αυτοπροσώπως;Στον αέρα της τόστελνε το φιλί..χαλάλι).

Ο Μάκης,παρέλαβε την κυρα-Κατερίνα απ΄τις αφίξεις του Ελ.Βενιζέλος τη μια μέρα
και τη μεθεπομένη αποχαιρέτησε στον Πειραιά την Αλέκα,που τούστελνε φιλάκια πεταχτά,απ΄την κουπαστή του πλοίου.Πρώτη φορά,στα δεκάξη χρόνια του γάμου τους,η γυναίκα του έφευγε και τον άφηνε μόνο.΄Εφευγε,όχι για δουλειά αλλά για να πάει να περάσει καλά,μακρυά του.Χωρίς εκείνον.Του ήρθε να κλάψει.Λίγο ακόμα και θ΄ανέβαινε τρέχοντας τη σκάλα,να πάει να την αρπάξει και να την κατεβάσει με το ζόρι στην προβλήτα.Τον συγκράτησε η λογική του.΄Αστην,σκέφτηκε.Μπορεί νάχει δίκηο.Μπορεί λίγες μέρες μακρυά ο ένας απ΄τον άλλον να μας κάνουν και καλό τελικά.΄Εμεινε ν΄αγναντεύει το πλοίο μέχρι που βγήκε απ΄το λιμάνι.΄Υστερα,μπήκε στ΄αυτοκίνητο να γυρίσει σπίτι.Να βάλει σε μια σειρά και τη μάνα του,να της πει πέντε πράματα.Να της δείξει τα κατατόπια.Να της δείξει πώς λειτουργούν οι ηλεκτρικές συσκευές.Στο νησί ζούσε η γυναίκα.Μια δεκαετία χήρα.΄Ο,τι είχε μες το σπίτι της,απαρχαιωμένο ήταν.Δεν είχε καμιά όρεξη να του τινάξει το δικό του στον αέρα επειδή μπορεί να μπέρδευε τις εστίες της κουζίνας.
, Όπως έπαιρνε την παραλιακή για την Αθήνα,έρριξε μια ματιά στη θάλασσα δεξιά του.Το καράβι με την Αλέκα,διαγραφόταν ακόμα στον ορίζοντα.΄Ενιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά.Του έλειπε κιόλας.Την αγαπούσε την άτιμη.΄Ένα χρόνο πριν,θα πανηγύριζε που θάμενε μόνος.Χαράς ευαγγέλια θα είχε.Θα ήταν ελεύθερος να κάνει την ντόλτσε βίτα του και να μπαινοβγαίνει στο σπίτι όποτε τούκανε κέφι.Τώρα ,λες κι΄είχε πέσει μπροστά στα μάτια του μια γκρίζα κουρτίνα.Δέκα μέρες χωρίς την Αλέκα του…χωρίς τη γκρίνια της…χωρίς τις μπηχτές της….χωρίς την αγκαλιά της
με τη μυρωδιά που τον τρέλλαινε.Αισθανόταν σαν να επρόκειτο να μονάσει στο ΄Αγιον όρος.Για τσιλιμπουρδίσματα,ούτε λόγος-δεν είχε και διάθεση εδώ που τα λέμε.Δώσαμε μια υπόσχεση ,Γεράσιμε αδερφέ μου και θα την κρατήσουμε.Αλλιώς να βγάλουμε τα παντελόνια και να φορέσουμε φουστάνια.Εδώ-κεράκι αναμένο να περιμένουμε την Αλέκα να γυρίσει.Δέκα μέρες είναι ,θα περάσουν…

Της είχανε πει για την Αμοργό ,στο Γραφείο Ταξιδίων,αλλά την ομορφιά που αντίκρυσε μόλις πάτησε το πόδι της στο νησί,δεν την είχε φανταστεί.Απ΄το Γραφείο είχαν φροντίσει και για το δωμάτιο που θα έμενε.Πάνω στη θάλασσα.Η αμμουδιά και δίπλα το ασβεστωμένο δυόροφο με το ταβερνάκι ,που ήταν και καφέ-μπαρ στην πυλωτή.΄Αφησε τα πράγματά της στο δωμάτιο και κατέβηκε για ένα καφέ.Δυο τρεις παρέες γύρω της,με τα χρωματιστά μαγιό τους πίνανε και τσιμπολογούσανε κουβεντιάζοντας.Ούτε που γύρισαν να την κοιτάξουν.Της ήρθε μια μυρωδιά από ούζο και χταπόδι στα κάρβουνα που λίγο έλειψε να τη ξελογιάσει..Παρών ο πειρασμός,απ΄την πρώτη στιγμή.Του γύρισε την πλάτη.Ο νεαρός με το χρωματιστό τατουάζ στο μπράτσο,τη μαύρη ξεμανίκωτη μπλούζα και το σμπαραλιασμένο μπλουτζήν την καλωσόρισε με ύφος Αλέξη Γεωργούλη.
-Εσείς,πρέπει να είστε η κυρία Αβραμίδου-διορθώστε με αν κάνω λάθος!!
Πολλή τηλεόραση έβλεπε αυτό το παιδί.
-Δεν κάνετε λάθος-αυτή είμαι.
-Σας περιμέναμε-καλωσορίσατε.Εγώ είμαι ο Μάικ.Ντόπιος.Δουλεύω εδώ κάθε καλοκαίρι.Το μαγαζί είναι του θείου μου,του κυρ –Θανάση.
-Χαίρομαι που σε γνωρίζω Μάικ ντόπιε!
-Κι ΄εγώ κυρία Αβραμίδου.Το μικρό μας;
-Ποιο μικρό μας;
-Τ΄ονοματάκι σας λέω-το μικρό σας.
-Αααα!! Αλέκα.
-Τι να σας φέρω κυρία Αλέκα;
-Διπλό ελληνικό ,σκέτο.
-Κάτι να φάμε; ΄Εχουμε καταπληκτική μαγείρισσα –την κυρά-Βάσω.΄Ολο το νησί,απ΄τα χεράκια της τρώει.
-Λοιπόν ,Μάικ…Αν θέλεις να τα πάμε καλά,δεν θα με ξαναρωτήσεις «τι θα φάμε».
΄Αμα θέλω να φάω,θα στο λέω μόνη μου ,εντάξει;
-Οοοοκέυ!!Πάω για τον καφέ.
΄Εριξε μια ματιά στο εσωτερικό του μαγαζιού.Τσάκωσε ένα γυναικείο κεφάλι ,να την 
κατασκοπεύει πίσω απ΄την κολώνα.Η κυρά-Βάσω,σίγουρα,που έψαχνε να δει ποια ήταν η μυστήρια που περιφρόνησε τη μαγειρική της.Σε νησιώτικη ταβέρνα,πάνω στη θάλασσα,ντάλα μεσημέρι και σκέτος ελληνικός..Δεν της τύχαινε και κάθε μέρα.
Ο Μάικ της έφερε τον καφέ.
-Η κυρία μέσα είναι η μαγείρισσα;
-Βέβαια!!Της φαίνεται ε;;
-Πώς της φαίνεται δηλαδή;
-Ε,δεν την είδατε;Διακόσια κιλά κοντεύει.
-Επειδή είναι μαγείρισσα;
-Ε,πώς να το κάνουμε-όλημέρα πάνω απ΄τις κατσαρόλες…Τρώει..τρώει..δεν την προλαβαίνουμε.
Κακή αρχή κάναμε,σκέφτηκε.Πήρε το φλυτζάνι με τον καφέ και περπάτησε στην παραλία.΄Επρεπε ν΄αγοράσει καπέλο με πρώτη ευκαιρία. Ο  ήλιος έκαιγε και το χακί τζόκευ που είχε μαζί της δεν έφτανε ούτε για τα μάτια της..Η παρέα μέσα στο νερό,χαλούσε τον κόσμο κι΄έκανε τη θάλασσα ν΄αφρίζει.Το απόγευμα θα έκανε το πρώτο μπάνιο των διακοπών της .Μετά θ΄απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα.Είχε ακουστά για τα υπέροχα ηλιοβασιλέματα της Αμοργού.Εδώ ήταν λοιπόν.Για πρώτη φορά,μετά από δεκάξη χρόνια,μόνη κι΄ελεύθερη.Αν της έλειπε ο Μάκης;Όχι.Όχι ακόμα..Για να πούμε και την αλήθεια,ούτε τα παιδιά της έλειπαν….ακόμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου