Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ -ΕΚΔ.ΜΕΛΙΧΡΥΣΟΣ 2010 /ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ




Δημήτρης

Η ώρα δέκα,η βροχή που λίγο πριν φάνηκε να σταματά,ξανάρχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση από πριν.Η θάλασσα φουσκωμένη κι΄αγριεμένη,χτυπούσε αφρίζοντας το χαμηλό τοιχάκι της προκυμαίας.Ο ουρανός,μαυρισμένος.Το πήρε απόφαση.Βγήκε τρέχοντας απ΄το μπαρ και χώθηκε στ΄αυτοκίνητο βρίζοντας θεούς και δαίμονες.Φτάνοντας στο εργοτάξιο,έδιωξε όσους εργάτες είχαν μείνει να τον περιμένουν κι΄αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.Μέσα στ΄αυτοκίνητο,θυμήθηκε την υπόσχεση στη γυναίκα του.-Θα σε ξαναπάρω,είχε πει στη Φανή.-Καλύτερα έτσι.
Δεν θα την έπαιρνε-γιατί  να την  πάρει;Για να της δώσει τον χρόνο να μαζέψει τα
μπόσικα;Απροειδοποίητα θα γύριζε.Φάντης μπαστούνι!Μπορεί να τη τσάκωνε με το τηλέφωνο στο χέρι.Δεν του τόβγαζε κανένας απ΄το μυαλό ότι εκείνη η φιλενάδα
της ,η Ματίνα,όλο και θα την έπαιρνε τις ώρες που εκείνος έλειπε.Θα τα λέγανε οι δυο τους.Η δικιά του,θα της ξέρναγε τα παράπονά της.Η Ματίνα ήξερε-έκοβε το κεφάλι του πως ήξερε.
Το καταλάβαινε απ΄τον τρόπο της,κάθε φορά που τη συναντούσε στο δρόμο γιατί στο σπίτι δεν τολμούσε να πατήσει .Το μπασμένο!!-Γεια σου Δημήτρη,τι κάνει η Φανούλα; Είναι καλά;Χαιρετίσματα να της πεις..-΄Ολ΄αυτά με νόημα.Σαν να τον ρωτούσε –«ζει ακόμα ή την ξαπόστειλες;»Η πρωϊνή υπόσχεση στον εαυτό του,θάμπωσε.Ξεχάστηκε.Ο θυμός ,ξεπήδησε μέσα του,ορμητικός, σαν πυρακτωμένη λάβα ,απλώθηκε κι΄έθαψε τις καλές του προθέσεις.-Αν την  πιάσω να τηλεφωνεί,θα τη τσακίσω την άτιμη!.Δε θα με ξεμπροστιάζει εμένα η Φανούλα στην  κάθε Ματίνα.Το θηρίο είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του,παράλογο, ορεξάτο,
τρίζοντας τα δόντια του.
Παρκάροντας τ΄αμάξι,πρόσεξε τα κλειστά παραθυρόφυλλα.Τί διάολο!΄Εντεκα η ώρα ,κοιμούνται ακόμα;.Και καλά η Φανή,στα χάλια που ήταν .Το παιδί όμως;
Δε μπορεί να κοιμάται κι΄η μικρή.Κι΄αν η μικρή είναι ξύπνια,αποκλείεται η Φανή νάχει πέσει στον ύπνο.΄Εκλεισε μαλακά την πόρτα του αυτοκινήτου και πήγε προς το σπίτι προβληματισμένος.Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε στο χωλ
 ακροπατώντας.Απόλυτη ησυχία.Νέκρα.Πήγε στην κουζίνα.΄Αδεια.΄Αδειες κι΄οι δυο κρεβατοκάμαρες.-Φανή;Αθηνά; Φώναξε, σιγά στην αρχή,πιο δυνατά μετά.Καμμιά απάντηση.Πού στο διάολο πήγανε-αφού της είπα ότι θα γυρίσω σπίτι.Ξαναβγήκε στο χωλ και στάθηκε μπροστά στην κρεμάστρα.Τα μπουφάν τους λείπανε.Είχε βγει με τη μικρή-να πάει πού;Αυτή με το ζόρι έβγαινε απ΄το σπίτι ακόμα και με καλό καιρό.Βγήκε σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Και στα χάλια που ήταν;Να πάει πού;
Στεκόταν σαστισμένος,προσπαθώντας να κάνει το μυαλό του να πάρει μπρος.
«Στη μάνα μου θα πήγε,πού αλλού.»-Σήκωσε το τηλέφωνο.΄Όχι! Η Αναστασία είχε να μιλήσει στη νύφη της τρεις μέρες.Ιδέα δεν είχε.
 «Στη μάνα της τότε.»- «Θέλω να πάω,δυο μέρες να τη δω» του είχε πει χτες και τον είχε φέρει εκτός εαυτού.Μαύρη την είχε κάνει αλλά φαίνεται πως το χτεσινό δεν της έβαλε μυαλό.Αυτή η γυναίκα είχε βαλθεί να τον στείλει στα σίδερα.
Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.Η Κασσιανή,έπεσε απ΄τα σύννεφα.-«Δυο μήνες έχουμε να τη δούμε.Θαρχόταν σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Μήπως βγήκε για τίποτα ψώνια Δημήτρη μου;»Δεν την πίστεψε.Σιγά μην του τόλεγε η παλιόγρια αν ήταν εκεί η κόρη της.Κλείδωσε το σπίτι και ξαναμπήκε στ΄αυτοκίνητο.Η Κασσιανή του άνοιξε τρομοκρατημένη.Ο Δημήτρης όρμησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και πήρε σβάρνα το σπίτι. «Πού την κρύβεις;» της φώναξε «πού την  κρύβεις την προκομένη σου;» ΄Ανοιξε τα δωμάτια ένα-ένα.΄Ανοιξε ντουλάπες,έψαξε κάθε γωνιά του σπιτιού.Η Κασσιανή τον ακολουθούσε αποσβολωμένη.Τί έγινε με την κόρη της  και την έψαχνε αυτός ο λυσσασμένος με τέτοια μανία;
-Δεν είν΄εδώ γιε μου,στο είπα.Τί συνέβη Δημήτρη μου,έπαθε τίποτα το κορίτσι μου;
Πού είναι-γιατί τη ψάχνεις παιδί μου;
΄Οπως την άκουγε να μυξοκλαίει,του ήρθε η ιδέα.
-Πού είναι ο κυρ-Μανώλης;
-Στο καφενείο γιε μου.
-Αυτός την πήρε έτσι; Αυτός τη ξεκουβάλησε για να την κρύψει! Με γράψατε όλοι σας κανονικά,έτσι;Να παρακαλάς να μην πέσει στα χέρια μου.Τα χτεσινά πες της.δεν  ήταν τίποτα μπροστά σ΄αυτά που έχει να πάθει.Να με περιμένει της είπα κι΄αυτή μ΄έγραψε και ξεπόρτισε.Η ξεμυαλισμένη!!!
-Παραλογίζεσαι  γιέ μου.Γύρνα σπίτι-εκεί θάναι η Φανή,ηρέμησε.
΄Εφυγε σαν σίφουνας,βρίζοντας χυδαία,την εξαφανισμένη γυναίκα του..Ξαναγύρισε στο σπίτι.΄Αδειο!-Πού πήγε,αναρωτήθηκε με το μυαλό θολωμένο..Γιατί δε γύρισε ακόμα;Γιατί…
Το συνειδητοποίησε ξαφνικά: «Γιατί έφυγε ,ρε ηλίθιε!Στην έκανε!»


Η Κασσιανή ,έκλεισε την  πόρτα πίσω απ΄το Δημήτρη κι΄έμεινε με τα μάτια στο κενό.
Λες; -αναρωτήθηκε.Λες να πήρε τους δρόμους;Τα χτεσινά δε θάναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που θα πάθει ,αν πέσει στα χέρια μου,της είχε πει ο γαμπρός της.Ποιος ξέρει
τι θα τράβηξε το φουκαριάρικο απ΄αυτό τον αλήτη.Λες να το πήρε απόφαση;Να πήρε
το παιδί και νάγινε μπουχός;Μακάρι Παναγία μου!Μακάρι νάχε βρει το κουράγιο
ν΄ανοίξει την πόρτα και να τον παρατήσει.Να γλυτώσει!Καλύτερα στους πέντε δρόμους,παρά κοντά σ΄αυτό το ανήμερο θηρίο.Σιγά –σιγά η βεβαιότητα θέριεψε και ρίζωσε μέσα της.΄Εφυγε! Αν είχε πάει κάπου κοντά,θάχε πάρει τον άντρα της να του το πει-αλλιώς ήξερε τι θα την περίμενε.΄Εφυγε!Για να την ψάχνει αυτός ο εξαποδώ,
πήρε το παιδί και των ομματιών της κι΄έφυγε.
Τηλεφώνησε στο καφενείο.Σήκωσε το τηλέφωνο ο καπετάν-Σέρρος. «Πες του Μανώλη,νάρθει σπίτι,του είπε.Γρήγορα!!»
Τον περίμενε με τη ψυχή στο στόμα,στην πόρτα της κουζίνας.Πριν προλάβει να τη ρωτήσει,του το ξεφώνισε.
-΄Εφυγε,Μανώλη μου!! Η Φανή πήρε το παιδί και λάκισε!!
΄Εμεινε άγαλμα ο ηλικιωμένος άντρας.
Τι΄ναι αυτά που λες ,γυναίκα;Πώς έφυγε δηλαδή-να πάει πού;
-΄Ηρθε αυτός ο αφορεσμένος και την έψαχνε.Παντού την έψαξε-δεν τη βρήκε.Θα χανόταν η Φανή ,έτσι,στα καλά του καθουμένου;΄Εφυγε σου λέω!!΄Εφυγε να γλυτώσει.
Ο κυρ-Μανώλης,προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του.΄Εξυσε το κεφάλι του
όπως συνήθιζε,όταν ήθελε να οργανώσει τη σκέψη του:
-Πάρε τηλέφωνο τη Ματίνα,τη φιλενάδα της.Αυτή κάτι μπορεί να ξέρει.
Η Ματίνα ,έμεινε σύξυλη με το νέο. «΄Όχι,δεν ήξερε τίποτε αλλά αν η Φανούλα τ΄αποφάσισε και τον παράτησε τον αλήτη,μπράβο της!!Καιρός ήταν!!»
-Πάρε τη Λένια,Κασσιανή.Αφού δε ξέρει η Ματίνα,θα ξέρει αυτή.Θα της τηλεφώνησε.Αδερφή της είναι.Αν πήρε τέτοια απόφαση η Φανή,κάποιον θα ειδοποίησε.΄Ετσι πήρε τους δρόμους,στα τυφλά,μ΄ένα μωρο στην αγκαλιά;Δεν μπορεί!!
Η Λένια δεν απαντούσε.Για μια ώρα και βάλε,η Κασσιανή καλούσε κάθε τόσο τον αριθμό της μεγάλης κόρης της κι΄απάντηση δεν έπαιρνε.
-Δεν το σηκώνει,θα λείπει, είπε στον άντρα της.-Τι θα κάνουμε Μανώλη μου;-Εκείνος,σκούπισε με την παλάμη τον ιδρώτα στο μέτωπό του κι΄έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι της κουζίνας,αποκαρδιωμένος. -«Φωτιά στα μπατζάκια μας»,βόγγηξε.

Δημήτρης

Η ώρα δέκα,η βροχή που λίγο πριν φάνηκε να σταματά,ξανάρχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση από πριν.Η θάλασσα φουσκωμένη κι΄αγριεμένη,χτυπούσε αφρίζοντας το χαμηλό τοιχάκι της προκυμαίας.Ο ουρανός,μαυρισμένος.Το πήρε απόφαση.Βγήκε τρέχοντας απ΄το μπαρ και χώθηκε στ΄αυτοκίνητο βρίζοντας θεούς και δαίμονες.Φτάνοντας στο εργοτάξιο,έδιωξε όσους εργάτες είχαν μείνει να τον περιμένουν κι΄αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.Μέσα στ΄αυτοκίνητο,θυμήθηκε την υπόσχεση στη γυναίκα του.-Θα σε ξαναπάρω,είχε πει στη Φανή.-Καλύτερα έτσι.
Δεν θα την έπαιρνε-γιατί  να την  πάρει;Για να της δώσει τον χρόνο να μαζέψει τα
μπόσικα;Απροειδοποίητα θα γύριζε.Φάντης μπαστούνι!Μπορεί να τη τσάκωνε με το τηλέφωνο στο χέρι.Δεν του τόβγαζε κανένας απ΄το μυαλό ότι εκείνη η φιλενάδα
της ,η Ματίνα,όλο και θα την έπαιρνε τις ώρες που εκείνος έλειπε.Θα τα λέγανε οι δυο τους.Η δικιά του,θα της ξέρναγε τα παράπονά της.Η Ματίνα ήξερε-έκοβε το κεφάλι του πως ήξερε.
Το καταλάβαινε απ΄τον τρόπο της,κάθε φορά που τη συναντούσε στο δρόμο γιατί στο σπίτι δεν τολμούσε να πατήσει .Το μπασμένο!!-Γεια σου Δημήτρη,τι κάνει η Φανούλα; Είναι καλά;Χαιρετίσματα να της πεις..-΄Ολ΄αυτά με νόημα.Σαν να τον ρωτούσε –«ζει ακόμα ή την ξαπόστειλες;»Η πρωϊνή υπόσχεση στον εαυτό του,θάμπωσε.Ξεχάστηκε.Ο θυμός ,ξεπήδησε μέσα του,ορμητικός, σαν πυρακτωμένη λάβα ,απλώθηκε κι΄έθαψε τις καλές του προθέσεις.-Αν την  πιάσω να τηλεφωνεί,θα τη τσακίσω την άτιμη!.Δε θα με ξεμπροστιάζει εμένα η Φανούλα στην  κάθε Ματίνα.Το θηρίο είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του,παράλογο, ορεξάτο,
τρίζοντας τα δόντια του.
Παρκάροντας τ΄αμάξι,πρόσεξε τα κλειστά παραθυρόφυλλα.Τί διάολο!΄Εντεκα η ώρα ,κοιμούνται ακόμα;.Και καλά η Φανή,στα χάλια που ήταν .Το παιδί όμως;
Δε μπορεί να κοιμάται κι΄η μικρή.Κι΄αν η μικρή είναι ξύπνια,αποκλείεται η Φανή νάχει πέσει στον ύπνο.΄Εκλεισε μαλακά την πόρτα του αυτοκινήτου και πήγε προς το σπίτι προβληματισμένος.Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε στο χωλ
 ακροπατώντας.Απόλυτη ησυχία.Νέκρα.Πήγε στην κουζίνα.΄Αδεια.΄Αδειες κι΄οι δυο κρεβατοκάμαρες.-Φανή;Αθηνά; Φώναξε, σιγά στην αρχή,πιο δυνατά μετά.Καμμιά απάντηση.Πού στο διάολο πήγανε-αφού της είπα ότι θα γυρίσω σπίτι.Ξαναβγήκε στο χωλ και στάθηκε μπροστά στην κρεμάστρα.Τα μπουφάν τους λείπανε.Είχε βγει με τη μικρή-να πάει πού;Αυτή με το ζόρι έβγαινε απ΄το σπίτι ακόμα και με καλό καιρό.Βγήκε σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Και στα χάλια που ήταν;Να πάει πού;
Στεκόταν σαστισμένος,προσπαθώντας να κάνει το μυαλό του να πάρει μπρος.
«Στη μάνα μου θα πήγε,πού αλλού.»-Σήκωσε το τηλέφωνο.΄Όχι! Η Αναστασία είχε να μιλήσει στη νύφη της τρεις μέρες.Ιδέα δεν είχε.
 «Στη μάνα της τότε.»- «Θέλω να πάω,δυο μέρες να τη δω» του είχε πει χτες και τον είχε φέρει εκτός εαυτού.Μαύρη την είχε κάνει αλλά φαίνεται πως το χτεσινό δεν της έβαλε μυαλό.Αυτή η γυναίκα είχε βαλθεί να τον στείλει στα σίδερα.
Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.Η Κασσιανή,έπεσε απ΄τα σύννεφα.-«Δυο μήνες έχουμε να τη δούμε.Θαρχόταν σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Μήπως βγήκε για τίποτα ψώνια Δημήτρη μου;»Δεν την πίστεψε.Σιγά μην του τόλεγε η παλιόγρια αν ήταν εκεί η κόρη της.Κλείδωσε το σπίτι και ξαναμπήκε στ΄αυτοκίνητο.Η Κασσιανή του άνοιξε τρομοκρατημένη.Ο Δημήτρης όρμησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και πήρε σβάρνα το σπίτι. «Πού την κρύβεις;» της φώναξε «πού την  κρύβεις την προκομένη σου;» ΄Ανοιξε τα δωμάτια ένα-ένα.΄Ανοιξε ντουλάπες,έψαξε κάθε γωνιά του σπιτιού.Η Κασσιανή τον ακολουθούσε αποσβολωμένη.Τί έγινε με την κόρη της  και την έψαχνε αυτός ο λυσσασμένος με τέτοια μανία;
-Δεν είν΄εδώ γιε μου,στο είπα.Τί συνέβη Δημήτρη μου,έπαθε τίποτα το κορίτσι μου;
Πού είναι-γιατί τη ψάχνεις παιδί μου;
΄Οπως την άκουγε να μυξοκλαίει,του ήρθε η ιδέα.
-Πού είναι ο κυρ-Μανώλης;
-Στο καφενείο γιε μου.
-Αυτός την πήρε έτσι; Αυτός τη ξεκουβάλησε για να την κρύψει! Με γράψατε όλοι σας κανονικά,έτσι;Να παρακαλάς να μην πέσει στα χέρια μου.Τα χτεσινά πες της.δεν  ήταν τίποτα μπροστά σ΄αυτά που έχει να πάθει.Να με περιμένει της είπα κι΄αυτή μ΄έγραψε και ξεπόρτισε.Η ξεμυαλισμένη!!!
-Παραλογίζεσαι  γιέ μου.Γύρνα σπίτι-εκεί θάναι η Φανή,ηρέμησε.
΄Εφυγε σαν σίφουνας,βρίζοντας χυδαία,την εξαφανισμένη γυναίκα του..Ξαναγύρισε στο σπίτι.΄Αδειο!-Πού πήγε,αναρωτήθηκε με το μυαλό θολωμένο..Γιατί δε γύρισε ακόμα;Γιατί…
Το συνειδητοποίησε ξαφνικά: «Γιατί έφυγε ,ρε ηλίθιε!Στην έκανε!»


Η Κασσιανή ,έκλεισε την  πόρτα πίσω απ΄το Δημήτρη κι΄έμεινε με τα μάτια στο κενό.
Λες; -αναρωτήθηκε.Λες να πήρε τους δρόμους;Τα χτεσινά δε θάναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που θα πάθει ,αν πέσει στα χέρια μου,της είχε πει ο γαμπρός της.Ποιος ξέρει
τι θα τράβηξε το φουκαριάρικο απ΄αυτό τον αλήτη.Λες να το πήρε απόφαση;Να πήρε
το παιδί και νάγινε μπουχός;Μακάρι Παναγία μου!Μακάρι νάχε βρει το κουράγιο
ν΄ανοίξει την πόρτα και να τον παρατήσει.Να γλυτώσει!Καλύτερα στους πέντε δρόμους,παρά κοντά σ΄αυτό το ανήμερο θηρίο.Σιγά –σιγά η βεβαιότητα θέριεψε και ρίζωσε μέσα της.΄Εφυγε! Αν είχε πάει κάπου κοντά,θάχε πάρει τον άντρα της να του το πει-αλλιώς ήξερε τι θα την περίμενε.΄Εφυγε!Για να την ψάχνει αυτός ο εξαποδώ,
πήρε το παιδί και των ομματιών της κι΄έφυγε.
Τηλεφώνησε στο καφενείο.Σήκωσε το τηλέφωνο ο καπετάν-Σέρρος. «Πες του Μανώλη,νάρθει σπίτι,του είπε.Γρήγορα!!»
Τον περίμενε με τη ψυχή στο στόμα,στην πόρτα της κουζίνας.Πριν προλάβει να τη ρωτήσει,του το ξεφώνισε.
-΄Εφυγε,Μανώλη μου!! Η Φανή πήρε το παιδί και λάκισε!!
΄Εμεινε άγαλμα ο ηλικιωμένος άντρας.
Τι΄ναι αυτά που λες ,γυναίκα;Πώς έφυγε δηλαδή-να πάει πού;
-΄Ηρθε αυτός ο αφορεσμένος και την έψαχνε.Παντού την έψαξε-δεν τη βρήκε.Θα χανόταν η Φανή ,έτσι,στα καλά του καθουμένου;΄Εφυγε σου λέω!!΄Εφυγε να γλυτώσει.
Ο κυρ-Μανώλης,προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του.΄Εξυσε το κεφάλι του
όπως συνήθιζε,όταν ήθελε να οργανώσει τη σκέψη του:
-Πάρε τηλέφωνο τη Ματίνα,τη φιλενάδα της.Αυτή κάτι μπορεί να ξέρει.
Η Ματίνα ,έμεινε σύξυλη με το νέο. «΄Όχι,δεν ήξερε τίποτε αλλά αν η Φανούλα τ΄αποφάσισε και τον παράτησε τον αλήτη,μπράβο της!!Καιρός ήταν!!»
-Πάρε τη Λένια,Κασσιανή.Αφού δε ξέρει η Ματίνα,θα ξέρει αυτή.Θα της τηλεφώνησε.Αδερφή της είναι.Αν πήρε τέτοια απόφαση η Φανή,κάποιον θα ειδοποίησε.΄Ετσι πήρε τους δρόμους,στα τυφλά,μ΄ένα μωρο στην αγκαλιά;Δεν μπορεί!!
Η Λένια δεν απαντούσε.Για μια ώρα και βάλε,η Κασσιανή καλούσε κάθε τόσο τον αριθμό της μεγάλης κόρης της κι΄απάντηση δεν έπαιρνε.
-Δεν το σηκώνει,θα λείπει, είπε στον άντρα της.-Τι θα κάνουμε Μανώλη μου;-Εκείνος,σκούπισε με την παλάμη τον ιδρώτα στο μέτωπό του κι΄έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι της κουζίνας,αποκαρδιωμένος. -«Φωτιά στα μπατζάκια μας»,βόγγηξε.

Δημήτρης

Η ώρα δέκα,η βροχή που λίγο πριν φάνηκε να σταματά,ξανάρχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση από πριν.Η θάλασσα φουσκωμένη κι΄αγριεμένη,χτυπούσε αφρίζοντας το χαμηλό τοιχάκι της προκυμαίας.Ο ουρανός,μαυρισμένος.Το πήρε απόφαση.Βγήκε τρέχοντας απ΄το μπαρ και χώθηκε στ΄αυτοκίνητο βρίζοντας θεούς και δαίμονες.Φτάνοντας στο εργοτάξιο,έδιωξε όσους εργάτες είχαν μείνει να τον περιμένουν κι΄αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.Μέσα στ΄αυτοκίνητο,θυμήθηκε την υπόσχεση στη γυναίκα του.-Θα σε ξαναπάρω,είχε πει στη Φανή.-Καλύτερα έτσι.
Δεν θα την έπαιρνε-γιατί  να την  πάρει;Για να της δώσει τον χρόνο να μαζέψει τα
μπόσικα;Απροειδοποίητα θα γύριζε.Φάντης μπαστούνι!Μπορεί να τη τσάκωνε με το τηλέφωνο στο χέρι.Δεν του τόβγαζε κανένας απ΄το μυαλό ότι εκείνη η φιλενάδα
της ,η Ματίνα,όλο και θα την έπαιρνε τις ώρες που εκείνος έλειπε.Θα τα λέγανε οι δυο τους.Η δικιά του,θα της ξέρναγε τα παράπονά της.Η Ματίνα ήξερε-έκοβε το κεφάλι του πως ήξερε.
Το καταλάβαινε απ΄τον τρόπο της,κάθε φορά που τη συναντούσε στο δρόμο γιατί στο σπίτι δεν τολμούσε να πατήσει .Το μπασμένο!!-Γεια σου Δημήτρη,τι κάνει η Φανούλα; Είναι καλά;Χαιρετίσματα να της πεις..-΄Ολ΄αυτά με νόημα.Σαν να τον ρωτούσε –«ζει ακόμα ή την ξαπόστειλες;»Η πρωϊνή υπόσχεση στον εαυτό του,θάμπωσε.Ξεχάστηκε.Ο θυμός ,ξεπήδησε μέσα του,ορμητικός, σαν πυρακτωμένη λάβα ,απλώθηκε κι΄έθαψε τις καλές του προθέσεις.-Αν την  πιάσω να τηλεφωνεί,θα τη τσακίσω την άτιμη!.Δε θα με ξεμπροστιάζει εμένα η Φανούλα στην  κάθε Ματίνα.Το θηρίο είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του,παράλογο, ορεξάτο,
τρίζοντας τα δόντια του.
Παρκάροντας τ΄αμάξι,πρόσεξε τα κλειστά παραθυρόφυλλα.Τί διάολο!΄Εντεκα η ώρα ,κοιμούνται ακόμα;.Και καλά η Φανή,στα χάλια που ήταν .Το παιδί όμως;
Δε μπορεί να κοιμάται κι΄η μικρή.Κι΄αν η μικρή είναι ξύπνια,αποκλείεται η Φανή νάχει πέσει στον ύπνο.΄Εκλεισε μαλακά την πόρτα του αυτοκινήτου και πήγε προς το σπίτι προβληματισμένος.Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε στο χωλ
 ακροπατώντας.Απόλυτη ησυχία.Νέκρα.Πήγε στην κουζίνα.΄Αδεια.΄Αδειες κι΄οι δυο κρεβατοκάμαρες.-Φανή;Αθηνά; Φώναξε, σιγά στην αρχή,πιο δυνατά μετά.Καμμιά απάντηση.Πού στο διάολο πήγανε-αφού της είπα ότι θα γυρίσω σπίτι.Ξαναβγήκε στο χωλ και στάθηκε μπροστά στην κρεμάστρα.Τα μπουφάν τους λείπανε.Είχε βγει με τη μικρή-να πάει πού;Αυτή με το ζόρι έβγαινε απ΄το σπίτι ακόμα και με καλό καιρό.Βγήκε σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Και στα χάλια που ήταν;Να πάει πού;
Στεκόταν σαστισμένος,προσπαθώντας να κάνει το μυαλό του να πάρει μπρος.
«Στη μάνα μου θα πήγε,πού αλλού.»-Σήκωσε το τηλέφωνο.΄Όχι! Η Αναστασία είχε να μιλήσει στη νύφη της τρεις μέρες.Ιδέα δεν είχε.
 «Στη μάνα της τότε.»- «Θέλω να πάω,δυο μέρες να τη δω» του είχε πει χτες και τον είχε φέρει εκτός εαυτού.Μαύρη την είχε κάνει αλλά φαίνεται πως το χτεσινό δεν της έβαλε μυαλό.Αυτή η γυναίκα είχε βαλθεί να τον στείλει στα σίδερα.
Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.Η Κασσιανή,έπεσε απ΄τα σύννεφα.-«Δυο μήνες έχουμε να τη δούμε.Θαρχόταν σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Μήπως βγήκε για τίποτα ψώνια Δημήτρη μου;»Δεν την πίστεψε.Σιγά μην του τόλεγε η παλιόγρια αν ήταν εκεί η κόρη της.Κλείδωσε το σπίτι και ξαναμπήκε στ΄αυτοκίνητο.Η Κασσιανή του άνοιξε τρομοκρατημένη.Ο Δημήτρης όρμησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και πήρε σβάρνα το σπίτι. «Πού την κρύβεις;» της φώναξε «πού την  κρύβεις την προκομένη σου;» ΄Ανοιξε τα δωμάτια ένα-ένα.΄Ανοιξε ντουλάπες,έψαξε κάθε γωνιά του σπιτιού.Η Κασσιανή τον ακολουθούσε αποσβολωμένη.Τί έγινε με την κόρη της  και την έψαχνε αυτός ο λυσσασμένος με τέτοια μανία;
-Δεν είν΄εδώ γιε μου,στο είπα.Τί συνέβη Δημήτρη μου,έπαθε τίποτα το κορίτσι μου;
Πού είναι-γιατί τη ψάχνεις παιδί μου;
΄Οπως την άκουγε να μυξοκλαίει,του ήρθε η ιδέα.
-Πού είναι ο κυρ-Μανώλης;
-Στο καφενείο γιε μου.
-Αυτός την πήρε έτσι; Αυτός τη ξεκουβάλησε για να την κρύψει! Με γράψατε όλοι σας κανονικά,έτσι;Να παρακαλάς να μην πέσει στα χέρια μου.Τα χτεσινά πες της.δεν  ήταν τίποτα μπροστά σ΄αυτά που έχει να πάθει.Να με περιμένει της είπα κι΄αυτή μ΄έγραψε και ξεπόρτισε.Η ξεμυαλισμένη!!!
-Παραλογίζεσαι  γιέ μου.Γύρνα σπίτι-εκεί θάναι η Φανή,ηρέμησε.
΄Εφυγε σαν σίφουνας,βρίζοντας χυδαία,την εξαφανισμένη γυναίκα του..Ξαναγύρισε στο σπίτι.΄Αδειο!-Πού πήγε,αναρωτήθηκε με το μυαλό θολωμένο..Γιατί δε γύρισε ακόμα;Γιατί…
Το συνειδητοποίησε ξαφνικά: «Γιατί έφυγε ,ρε ηλίθιε!Στην έκανε!»


Η Κασσιανή ,έκλεισε την  πόρτα πίσω απ΄το Δημήτρη κι΄έμεινε με τα μάτια στο κενό.
Λες; -αναρωτήθηκε.Λες να πήρε τους δρόμους;Τα χτεσινά δε θάναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που θα πάθει ,αν πέσει στα χέρια μου,της είχε πει ο γαμπρός της.Ποιος ξέρει
τι θα τράβηξε το φουκαριάρικο απ΄αυτό τον αλήτη.Λες να το πήρε απόφαση;Να πήρε
το παιδί και νάγινε μπουχός;Μακάρι Παναγία μου!Μακάρι νάχε βρει το κουράγιο
ν΄ανοίξει την πόρτα και να τον παρατήσει.Να γλυτώσει!Καλύτερα στους πέντε δρόμους,παρά κοντά σ΄αυτό το ανήμερο θηρίο.Σιγά –σιγά η βεβαιότητα θέριεψε και ρίζωσε μέσα της.΄Εφυγε! Αν είχε πάει κάπου κοντά,θάχε πάρει τον άντρα της να του το πει-αλλιώς ήξερε τι θα την περίμενε.΄Εφυγε!Για να την ψάχνει αυτός ο εξαποδώ,
πήρε το παιδί και των ομματιών της κι΄έφυγε.
Τηλεφώνησε στο καφενείο.Σήκωσε το τηλέφωνο ο καπετάν-Σέρρος. «Πες του Μανώλη,νάρθει σπίτι,του είπε.Γρήγορα!!»
Τον περίμενε με τη ψυχή στο στόμα,στην πόρτα της κουζίνας.Πριν προλάβει να τη ρωτήσει,του το ξεφώνισε.
-΄Εφυγε,Μανώλη μου!! Η Φανή πήρε το παιδί και λάκισε!!
΄Εμεινε άγαλμα ο ηλικιωμένος άντρας.
Τι΄ναι αυτά που λες ,γυναίκα;Πώς έφυγε δηλαδή-να πάει πού;
-΄Ηρθε αυτός ο αφορεσμένος και την έψαχνε.Παντού την έψαξε-δεν τη βρήκε.Θα χανόταν η Φανή ,έτσι,στα καλά του καθουμένου;΄Εφυγε σου λέω!!΄Εφυγε να γλυτώσει.
Ο κυρ-Μανώλης,προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του.΄Εξυσε το κεφάλι του
όπως συνήθιζε,όταν ήθελε να οργανώσει τη σκέψη του:
-Πάρε τηλέφωνο τη Ματίνα,τη φιλενάδα της.Αυτή κάτι μπορεί να ξέρει.
Η Ματίνα ,έμεινε σύξυλη με το νέο. «΄Όχι,δεν ήξερε τίποτε αλλά αν η Φανούλα τ΄αποφάσισε και τον παράτησε τον αλήτη,μπράβο της!!Καιρός ήταν!!»
-Πάρε τη Λένια,Κασσιανή.Αφού δε ξέρει η Ματίνα,θα ξέρει αυτή.Θα της τηλεφώνησε.Αδερφή της είναι.Αν πήρε τέτοια απόφαση η Φανή,κάποιον θα ειδοποίησε.΄Ετσι πήρε τους δρόμους,στα τυφλά,μ΄ένα μωρο στην αγκαλιά;Δεν μπορεί!!
Η Λένια δεν απαντούσε.Για μια ώρα και βάλε,η Κασσιανή καλούσε κάθε τόσο τον αριθμό της μεγάλης κόρης της κι΄απάντηση δεν έπαιρνε.
-Δεν το σηκώνει,θα λείπει, είπε στον άντρα της.-Τι θα κάνουμε Μανώλη μου;-Εκείνος,σκούπισε με την παλάμη τον ιδρώτα στο μέτωπό του κι΄έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι της κουζίνας,αποκαρδιωμένος. -«Φωτιά στα μπατζάκια μας»,βόγγηξε.

Δημήτρης

Η ώρα δέκα,η βροχή που λίγο πριν φάνηκε να σταματά,ξανάρχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση από πριν.Η θάλασσα φουσκωμένη κι΄αγριεμένη,χτυπούσε αφρίζοντας το χαμηλό τοιχάκι της προκυμαίας.Ο ουρανός,μαυρισμένος.Το πήρε απόφαση.Βγήκε τρέχοντας απ΄το μπαρ και χώθηκε στ΄αυτοκίνητο βρίζοντας θεούς και δαίμονες.Φτάνοντας στο εργοτάξιο,έδιωξε όσους εργάτες είχαν μείνει να τον περιμένουν κι΄αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.Μέσα στ΄αυτοκίνητο,θυμήθηκε την υπόσχεση στη γυναίκα του.-Θα σε ξαναπάρω,είχε πει στη Φανή.-Καλύτερα έτσι.
Δεν θα την έπαιρνε-γιατί  να την  πάρει;Για να της δώσει τον χρόνο να μαζέψει τα
μπόσικα;Απροειδοποίητα θα γύριζε.Φάντης μπαστούνι!Μπορεί να τη τσάκωνε με το τηλέφωνο στο χέρι.Δεν του τόβγαζε κανένας απ΄το μυαλό ότι εκείνη η φιλενάδα
της ,η Ματίνα,όλο και θα την έπαιρνε τις ώρες που εκείνος έλειπε.Θα τα λέγανε οι δυο τους.Η δικιά του,θα της ξέρναγε τα παράπονά της.Η Ματίνα ήξερε-έκοβε το κεφάλι του πως ήξερε.
Το καταλάβαινε απ΄τον τρόπο της,κάθε φορά που τη συναντούσε στο δρόμο γιατί στο σπίτι δεν τολμούσε να πατήσει .Το μπασμένο!!-Γεια σου Δημήτρη,τι κάνει η Φανούλα; Είναι καλά;Χαιρετίσματα να της πεις..-΄Ολ΄αυτά με νόημα.Σαν να τον ρωτούσε –«ζει ακόμα ή την ξαπόστειλες;»Η πρωϊνή υπόσχεση στον εαυτό του,θάμπωσε.Ξεχάστηκε.Ο θυμός ,ξεπήδησε μέσα του,ορμητικός, σαν πυρακτωμένη λάβα ,απλώθηκε κι΄έθαψε τις καλές του προθέσεις.-Αν την  πιάσω να τηλεφωνεί,θα τη τσακίσω την άτιμη!.Δε θα με ξεμπροστιάζει εμένα η Φανούλα στην  κάθε Ματίνα.Το θηρίο είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του,παράλογο, ορεξάτο,
τρίζοντας τα δόντια του.
Παρκάροντας τ΄αμάξι,πρόσεξε τα κλειστά παραθυρόφυλλα.Τί διάολο!΄Εντεκα η ώρα ,κοιμούνται ακόμα;.Και καλά η Φανή,στα χάλια που ήταν .Το παιδί όμως;
Δε μπορεί να κοιμάται κι΄η μικρή.Κι΄αν η μικρή είναι ξύπνια,αποκλείεται η Φανή νάχει πέσει στον ύπνο.΄Εκλεισε μαλακά την πόρτα του αυτοκινήτου και πήγε προς το σπίτι προβληματισμένος.Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε στο χωλ
 ακροπατώντας.Απόλυτη ησυχία.Νέκρα.Πήγε στην κουζίνα.΄Αδεια.΄Αδειες κι΄οι δυο κρεβατοκάμαρες.-Φανή;Αθηνά; Φώναξε, σιγά στην αρχή,πιο δυνατά μετά.Καμμιά απάντηση.Πού στο διάολο πήγανε-αφού της είπα ότι θα γυρίσω σπίτι.Ξαναβγήκε στο χωλ και στάθηκε μπροστά στην κρεμάστρα.Τα μπουφάν τους λείπανε.Είχε βγει με τη μικρή-να πάει πού;Αυτή με το ζόρι έβγαινε απ΄το σπίτι ακόμα και με καλό καιρό.Βγήκε σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Και στα χάλια που ήταν;Να πάει πού;
Στεκόταν σαστισμένος,προσπαθώντας να κάνει το μυαλό του να πάρει μπρος.
«Στη μάνα μου θα πήγε,πού αλλού.»-Σήκωσε το τηλέφωνο.΄Όχι! Η Αναστασία είχε να μιλήσει στη νύφη της τρεις μέρες.Ιδέα δεν είχε.
 «Στη μάνα της τότε.»- «Θέλω να πάω,δυο μέρες να τη δω» του είχε πει χτες και τον είχε φέρει εκτός εαυτού.Μαύρη την είχε κάνει αλλά φαίνεται πως το χτεσινό δεν της έβαλε μυαλό.Αυτή η γυναίκα είχε βαλθεί να τον στείλει στα σίδερα.
Ξανασήκωσε το τηλέφωνο.Η Κασσιανή,έπεσε απ΄τα σύννεφα.-«Δυο μήνες έχουμε να τη δούμε.Θαρχόταν σήμερα μ΄αυτό τον παλιόκαιρο;Μήπως βγήκε για τίποτα ψώνια Δημήτρη μου;»Δεν την πίστεψε.Σιγά μην του τόλεγε η παλιόγρια αν ήταν εκεί η κόρη της.Κλείδωσε το σπίτι και ξαναμπήκε στ΄αυτοκίνητο.Η Κασσιανή του άνοιξε τρομοκρατημένη.Ο Δημήτρης όρμησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και πήρε σβάρνα το σπίτι. «Πού την κρύβεις;» της φώναξε «πού την  κρύβεις την προκομένη σου;» ΄Ανοιξε τα δωμάτια ένα-ένα.΄Ανοιξε ντουλάπες,έψαξε κάθε γωνιά του σπιτιού.Η Κασσιανή τον ακολουθούσε αποσβολωμένη.Τί έγινε με την κόρη της  και την έψαχνε αυτός ο λυσσασμένος με τέτοια μανία;
-Δεν είν΄εδώ γιε μου,στο είπα.Τί συνέβη Δημήτρη μου,έπαθε τίποτα το κορίτσι μου;
Πού είναι-γιατί τη ψάχνεις παιδί μου;
΄Οπως την άκουγε να μυξοκλαίει,του ήρθε η ιδέα.
-Πού είναι ο κυρ-Μανώλης;
-Στο καφενείο γιε μου.
-Αυτός την πήρε έτσι; Αυτός τη ξεκουβάλησε για να την κρύψει! Με γράψατε όλοι σας κανονικά,έτσι;Να παρακαλάς να μην πέσει στα χέρια μου.Τα χτεσινά πες της.δεν  ήταν τίποτα μπροστά σ΄αυτά που έχει να πάθει.Να με περιμένει της είπα κι΄αυτή μ΄έγραψε και ξεπόρτισε.Η ξεμυαλισμένη!!!
-Παραλογίζεσαι  γιέ μου.Γύρνα σπίτι-εκεί θάναι η Φανή,ηρέμησε.
΄Εφυγε σαν σίφουνας,βρίζοντας χυδαία,την εξαφανισμένη γυναίκα του..Ξαναγύρισε στο σπίτι.΄Αδειο!-Πού πήγε,αναρωτήθηκε με το μυαλό θολωμένο..Γιατί δε γύρισε ακόμα;Γιατί…
Το συνειδητοποίησε ξαφνικά: «Γιατί έφυγε ,ρε ηλίθιε!Στην έκανε!»


Η Κασσιανή ,έκλεισε την  πόρτα πίσω απ΄το Δημήτρη κι΄έμεινε με τα μάτια στο κενό.
Λες; -αναρωτήθηκε.Λες να πήρε τους δρόμους;Τα χτεσινά δε θάναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που θα πάθει ,αν πέσει στα χέρια μου,της είχε πει ο γαμπρός της.Ποιος ξέρει
τι θα τράβηξε το φουκαριάρικο απ΄αυτό τον αλήτη.Λες να το πήρε απόφαση;Να πήρε
το παιδί και νάγινε μπουχός;Μακάρι Παναγία μου!Μακάρι νάχε βρει το κουράγιο
ν΄ανοίξει την πόρτα και να τον παρατήσει.Να γλυτώσει!Καλύτερα στους πέντε δρόμους,παρά κοντά σ΄αυτό το ανήμερο θηρίο.Σιγά –σιγά η βεβαιότητα θέριεψε και ρίζωσε μέσα της.΄Εφυγε! Αν είχε πάει κάπου κοντά,θάχε πάρει τον άντρα της να του το πει-αλλιώς ήξερε τι θα την περίμενε.΄Εφυγε!Για να την ψάχνει αυτός ο εξαποδώ,
πήρε το παιδί και των ομματιών της κι΄έφυγε.
Τηλεφώνησε στο καφενείο.Σήκωσε το τηλέφωνο ο καπετάν-Σέρρος. «Πες του Μανώλη,νάρθει σπίτι,του είπε.Γρήγορα!!»
Τον περίμενε με τη ψυχή στο στόμα,στην πόρτα της κουζίνας.Πριν προλάβει να τη ρωτήσει,του το ξεφώνισε.
-΄Εφυγε,Μανώλη μου!! Η Φανή πήρε το παιδί και λάκισε!!
΄Εμεινε άγαλμα ο ηλικιωμένος άντρας.
Τι΄ναι αυτά που λες ,γυναίκα;Πώς έφυγε δηλαδή-να πάει πού;
-΄Ηρθε αυτός ο αφορεσμένος και την έψαχνε.Παντού την έψαξε-δεν τη βρήκε.Θα χανόταν η Φανή ,έτσι,στα καλά του καθουμένου;΄Εφυγε σου λέω!!΄Εφυγε να γλυτώσει.
Ο κυρ-Μανώλης,προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία του.΄Εξυσε το κεφάλι του
όπως συνήθιζε,όταν ήθελε να οργανώσει τη σκέψη του:
-Πάρε τηλέφωνο τη Ματίνα,τη φιλενάδα της.Αυτή κάτι μπορεί να ξέρει.
Η Ματίνα ,έμεινε σύξυλη με το νέο. «΄Όχι,δεν ήξερε τίποτε αλλά αν η Φανούλα τ΄αποφάσισε και τον παράτησε τον αλήτη,μπράβο της!!Καιρός ήταν!!»
-Πάρε τη Λένια,Κασσιανή.Αφού δε ξέρει η Ματίνα,θα ξέρει αυτή.Θα της τηλεφώνησε.Αδερφή της είναι.Αν πήρε τέτοια απόφαση η Φανή,κάποιον θα ειδοποίησε.΄Ετσι πήρε τους δρόμους,στα τυφλά,μ΄ένα μωρο στην αγκαλιά;Δεν μπορεί!!
Η Λένια δεν απαντούσε.Για μια ώρα και βάλε,η Κασσιανή καλούσε κάθε τόσο τον αριθμό της μεγάλης κόρης της κι΄απάντηση δεν έπαιρνε.
-Δεν το σηκώνει,θα λείπει, είπε στον άντρα της.-Τι θα κάνουμε Μανώλη μου;-Εκείνος,σκούπισε με την παλάμη τον ιδρώτα στο μέτωπό του κι΄έγειρε το κεφάλι στο τραπέζι της κουζίνας,αποκαρδιωμένος. -«Φωτιά στα μπατζάκια μας»,βόγγηξε.


Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ -ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ
ΣΥΝΤΟΜΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ!

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ
 ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ
ΕΚΔ.ΜΕΛΙΧΡΥΣΟΣ 2010
Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ
ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ 2008


                                                      ΟΤΑΝ Η ΜΗΙΚΡΗ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΗ
                                                                 (Μια αληθινή ιστορία)
                                                      
                                                                    ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ
                                                                 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ
                                                                                2007

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΑΚΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ!


ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΑΚΙΑ ΤΗΣ  ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ!!
Δεξιά+Αριστερά!!

(Κείμενο από την εκπομπή μου ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ (ΑΛΦΑ 9,65) ,που βγήκε στον αέρα ζωντανά, στις 22 Ιουνίου 1990.Ανατρέξτε στην τότε,πολιτική επικαιρότητα !)

Είπα κι εγώ,σαν όλες τις καλές και προκομμένες νοικοκυρές,εργαζόμενες και μη,
να βάλω τέλος πάντων μια τάξη στο νοικοκυριό μου.
Καλοκαιράκι μπήκε για τα καλά και να σας πω την αλήθεια,τις δύο τελευταίες εβδομάδες,μ’έφαγε η μαύρη ζήλεια! Όποτε έκανα πως σκάω μύτη στο μπαλκόνι,
να,χαλιά να λιάζονται από’δω,να, μάλλινα φρεσκοπλυμένα να στεγνώνουν από’κει,
κουρτίνες απλωμένες στις ταράτσες ν’ ανεμίζουν σαν πανιά ιστιοφόρου,έμπα-έβγα η διπλανή,να τινάζει παπλώματα, ν’ αλλάζει χώμα στις ζαρντινιέρες,να πλένει βεράντες,
να βάφει κάγκελα κι έπιπλα φερ-φορζέ….Για στάσου,λέω…Τελικά,αλλάξαμε εποχή.
Φάγαμε και τον Ιούνιο. Κάτι πρέπει να κάνω κι εγώ. Μόνη μου ζω κι’ όπως θέλω το κουμαντάρω το καράβι αλλά κάποτε,πρέπει να βγάλω το χειμωνιάτικο πάπλωμα κάτω απ’ το φρέσκο καλοκαιρινό σεντόνι και να το φυλάξω στη ντουλάπα.Να μαζέ-
ψω κανένα δίσκο και κανένα βιβλίο απ΄τη μοκέτα,πούχω γίνει ακροβάτισσα για να
κυκλοφορήσω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! Ντροπή μου,δηλαδή!!

Το Σαββατοκύριακο λοιπόν που μας πέρασε,έστρωσα το προγραμματάκι μου.
Σάββατο πρωί,πάμε για μπάνιο.Γυρίζουμε μεσημεράκι,τρώμε,κοιμόμαστε κάνα δίωρο  και τ’ απόγευμα,μάζεμα όλα τα μάλλινα και πλυντήρια- ένα,δύο,τρία-όσα πάρει. ΄Οσο θα πλένει το πλυντήριο,θα μαζέψω δίσκους,βιβλία,τσάντες και παπούτσια χειμωνιάτικα. Μετά θ’ απλώσω και μετά…θ’ αράξω!
Μέχρι το μεσημέρι,το πρόγραμμα κύλησε ομαλά. Πήγα για μπάνιο,γύρισα,έφαγα και κοιμήθηκα…Θες ο ήλιος που με χτύπησε κατακέφαλα…θες η δροσούλα που έμπαινε απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα…-ξύπνησα στις εννιά το βράδυ. Ρόϊδο τά’κανες,με μάλωσε η συνείδησή μου. -Τι θα γίνει με τα μάλλινα; -Τώωωωρα;Τέτοια ώρα; Κι’ αύριο μέρα είναι!Γιατί,θα πέσει η ζάχαρη στο νερό; ΄Ααασε με, καημένη!!

Ξημέρωσε Κυριακή. ΄Αντε,λέω. Μπανάκι απαραιτήτως και τ’ απόγευμα δουλειά! Σήμερα δεν έχει κοπάνα γιατί θα μείνει απλήρωτο το γραμμάτιο για τ’ άλλο σαββα-
τοκύριακο! Ωραία! ΄Εκανα «τόκα το» με τον εαυτό μου,και πήγα για τη βουτιά στη
θαλασίτσα με ανάλαφρη καρδιά και ήσυχη συνείδηση.
Τ’ απόγευμα, ξύπνησα στις επτά!Τί φταίω’γω!Δουλεύω,έτσι;Κουράζομαι. Δεν θα γίνω και μηχανάκι επειδή έτσι το θέλει το alter ego μου!!Α!!!
Εντάξει,άσε τα μάλλινα-ν΄αρχίσουμε από τα ψιλά,τα ψιλολοϊδια δηλαδή. Πρώτα αυτά κι’ ύστερα τα πιο χοντρά!Η τάξη-τάξη αλλά δεν είπαμε να πέσουμε και με τα μούτρα.
Πρώτα-πρώτα,αποφάσισα να βάλω σε τάξη τα τζοβαίρια μου.Τί τζοβαίρια δηλαδή- μη λέμε κι’ ό,τι θέλουμε…Απ’ τη στιγμή που πρόλαβε και μου βούτηξε πρώτη το διαμάντι κοχινόρ,το Λιζάκι η Τέηλορ,τι περιμένετε να έχω εγώ από κοσμήματα;
Φαταούλας,αυτό το κορίτσι. Εγώ…ένα ζευγάρι σκουλαρικάκια αντίκες,με μπριγιαντάκια σαν ριζάκια,και δυο δαχτυλιδάκια. ΄Όλα τ’ άλλα, γιάλλινες χρωματιστές χάντρες και ανοξείδωτα μέταλλα!!!Αυτά όλα κι’ όλα. Τα δε σ κ ο υ λ α-
ρ ι κ ά κ ι α,έχουνε μεγάλη ιστορία!!Ήτανε της γιαγιάς μου της Σεβαστής- δώρο του παππού. Φερμένα απ’ τη Ρωσία. Μια σταλιά πραματάκια αλλά ήταν χειροποίητα κι’ από κόκκινο χρυσό,ρώσικο! Η γιαγιά μου δεν τάβγαζε απ’ τ’ αυτιά της, ούτε κι’ όταν λουζότανε γιατί, λέει,η ζεστή σαπουνάδα καθάριζε και γιάλιζε το χρυσάφι και τις πετρούλες.
Τέλος πάντων, όταν πέθανε η γιαγιάκα μου, η μαμά μου κι’ η θείτσα μου,η αδερφούλα της δηλαδή,βάλανε κάτω ό,τι είχε και δεν είχε και πολύ φιλότιμα,αρχίσανε τη μοιρασιά!Ένα σου-ένα μου!Ένα τραπεζομάντηλο με δαντέλα η Γιουλίτσα-αυτή ήταν η μαμά μου,ένα τραπεζομάντηλο με κοφτό ασπροκέντημα η Βικτωρίτσα-αυτή είναι η θείτσα μου. Μια μαξιλαροθήκη με κεντημένα πλακέ ασπρολούλουδα η μια, το ζευγάρι της η άλλη.Τη ξύλινη κουτάλα του χαλβά η μια, τη ξύλινη κουτάλα για τη μπεσαμέλ η άλλη. Φτάσανε και στα σκουλαρικάκια.΄Ένα σου-ένα μου κι’ εδώ! ΄Ένα σκουλαρίκι η Γιουλίτσα, ένα σκουλαρίκι η Βικτωρίτσα! Τέτοια εντιμότητα στη μοιρασιά! Πού να βρεθεί στις μέρες μας!!!

Για να είμαι ειλικρινής,το σκεπτικό αυτής της μοιρασιάς-του ένα σου ένα μου,ακόμα και στα σκουλαρίκια, δεν μπόρεσα να το κατανοήσω ποτέ. Χρόνια ολόκληρα,κάθε φορά που σκάλιζα το κουτί με τα λιγοστά χρυσαφικά της μανούλας μου,έπεφτα πάνω στο μοναχικό σκουλαρίκι. Και κάθε φορά,ο ίδιος διάλογος:
-Ωραίο σκουλαρίκι!
-Κομψοτέχνημα,παιδί μου!Αλλά τι να το κάνεις-ένα είναι!
-Η θεία δεν έχει το άλλο;
-Ναι,ναι!Κι’ αυτή,ένα έχει!
-Γιατί βρε κορίτσια; Από δυο αυτιά δεν είχατε; Δεν τά’παιρνε μια απ’ τις δυο,να πιάσουνε και τόπο;
-Α!Τα κρατήσαμε από ένα για ενθύμιο απ΄τη γιαγιά σου!
Τα κρατήσανε για ενθύμιο και για τριάντα χρόνια,ούτε για δανεικό δεν έδωσε η μια το σκουλαρίκι της στην άλλη!
Τριάντα χρόνια,τα φουκαριάρικα τα σκουλαρικάκια,μείνανε αποκομμένα το ένα απ’ τ΄άλλο, καταχωνιασμένα σε δυο διαφορετικά κουτιά,σε δυο διαφορετικά συρτάρια.Τριάντα χρόνια,δεν είδανε το φως του ήλιου. Ξέρανε πως είχανε ταίρι και ταίρι δεν βλέπανε. ΄Ωσπου,πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, μια μέρα που ξανασκάλιζα το κουτί με τα χρυσαφικά της μαμάς μου ,δεν κρατήθηκα.
-Καλέ μαμά,μου το δίνεις;
-Ένα σκουλαρίκι;΄Τι να το κάνεις;
-Τι σε νοιάζει!Μου το δίνεις;
-Μα είναι ενθύμιο απ΄τη γιαγιά σου!!
-Ε, τ’ όνομά της δεν έχω; Θα το κάνω δαχτυλίδι,να το φοράω,να το βλέπεις,να τη θυμόμαστε πιο καλά κι’ οι δυό μας.
Πριν προλάβει να μου πει όχι,το βούτηξα.
Την άλλη μέρα πάω στη θεία μου.
-Θείτσα μου, έχεις ένα σκουλαρίκι…
-Α, το ρώσικο της γιαγιάς σου λες…
-Αυτό !Μου το δίνεις;
-Μα είναι ε ν θ ύ μ ι ο!!
-Τι ενθύμιο θείτσα μου! Δυο φτωχά σκουλαρικάκια εκεί πέρα,τριάντα χρόνια χώρια!!Δεν τα λυπάστε;
-Μα ένα σκουλαρίκι!!Τί θα το κάνεις παιδάκι μου;
-Δαχτυλίδι!
-Και γιατί να μην το κάνω δαχτυλίδι εγώ; Καλή ιδέα είναι.
-Ε, τότε κράτα το σκουλαρίκι,να κρατήσω κι’ εγώ τη μοκέττα!
-Ποια μοκέτα;
-Την καινούρια που θα σου έστρωνα στο σαλόνι!
-Ααα! ΄Αμα είναι έτσι, πάρτο!
…Και βούτηξα και το δεύτερο!
Αμ΄δε, που τα έκανα δαχτυλίδια!!Τα γιάλισα,τα φρεσκάρισα,τρύπησα και τ’ αυτιά
μου και τα κρέμασα,οικογενειακά υπερήφανη που,επιτέλους,κατάφερα κι’ έσμιξα στ’ αυτάκια μου,τα ταλαιπωρημένα και για τριάντα ολόκληρα χρόνια αποξενωμένα ,σκουλαρικάκια της γιαγιάκας μου!Μια διαχωριστική γραμμή  τριάντα ετών, πήγε περίπατο!Δεν ήταν και λίγο-καθόλου λίγο θα έλεγα.
Τώρα βέβαια,αυτά τα σκουλαρίκια της γιαγιάς μου,παρουσιάζουν το εξής πρόβλημα:
Φαίνεται πως παρά το γεγονός ότι αποτελούν «ζευγάρι»,τόσα χρόνια μακρυά το ένα απ’ το άλλο,μάθανε να ζούνε χώρια-και μαζί δεν κάνουνε!Κάθε φορά που τα βγάζω
απ’ τ’ αυτιά μου, τ’ ακουμπάω δίπλα-δίπλα,πάνω στο μάρμαρο της σιφονιέρας.Όταν
πάω να τα ξαναφορέσω, περιέργως,βρίσκω πάντα μόνο το ένα.Το άλλο ,όλο και το ψάχνω-αίμα φτύνω κάθε φορά μέχρι να το βρω,χωμένο πότε ανάμεσα σε χαρτιά,πότε
ανακατεμένο με τα χάντρινα κολλιέ μου! Ανεξήγητο! Και κάτι ακόμα που παραμένει ανξήγητο: Ποιο απ’ τα δυο την κοπανάει-το δεξί ή τ’ αριστερό; Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ γιατί είναι ο λ ό ι δ ι α!! Τόσο ,που κάθε φορά που τα φοράω ανατωτιέμαι-έχω κρεμάσει το δεξί σκουλαρίκι στο δεξί αυτί και τ’ αριστερό σκουλαρίκι στο αριστερό αυτί…ή μήπως τάμπλεξα δεξί μ’ αριστερό κι’ αριστερό με δεξί;Αυτό όμως, δεν μ’ ενοχλεί και τόσο-εδώ που έχουμε φτάσει μπλέκουμε τ’ αριστερό με το δεξί μανίκι…
στα σκουλαρίκια θα κολλήσουμε;Άλλο μ’ ενοχλεί εμένα. Μ’ ενοχλεί που δυσκολεύονται να μονοιάσουν.Μόνο όταν τα φορώ στ’ αυτάκια μου ,κάπως τα βρίσκουνε. Αλλά και πάλι,κρατούν κάποια απόσταση-με το πρόσωπό μου ανάμεσά τους.
Κι’ έχω φτάσει στο σημείο να πιστεύω, ότι εκείνος ο παλιός,παραδοσιακός τρόπος μοιρασιάς-το ένα σου  ένα μου δηλαδή,ήταν λάθος! Είναι πολύ προτιμότερη η μοιρασιά,όπως την εννοούν και την πραγματοποιούν οι περισσότεροι ,σήμερα!
Ένα μου ένα σου, ένα μου ένα  μου, ένα μου ένα σου ένα μου…και πάει λέγοντας!
΄Ετσι, μπορείς να ελέγχεις,με μικρές απώλειες, τι πρέπει να πέσει στο μερτικό σου-
κι’ έχεις τη δυνατότητα να προλαβαίνεις και να μη χωρίζεις τ’ αξεχώριστα!Καταφέρνεις δηλαδή να παίρνεις τα «σετάκια» κομπλέ-και ν’ αφήνεις τα
σκόρπια για τους άλλους!!!
Είναι πολύ καλύτερα έτσι! Π ο λ ύ  καλύτερα!
Αυτό που σας λέω, να το κρεμάσετε σκουλαρίκι στ’ αυτί σας!!

Σέβη Τηλιακού\
(Υ.Γ. Εδώ και  είκοσι πέντε χρόνια, τα σκουλαρικάκια της γιαγιάς μου,βρίσκονται στα χέρια της κόρης μου,κληρονομικώ δικαιώματι!!)

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012


  1. Σέβη Τηλιακού-Αν είχες φύγει πιο νωρίς-Εκδόσεις Μελίχρυσος 2010

    Κανείς δεν ξέρει αν ο "από μηχανής θεός" θα εμφανιστεί και ανατρέψει όσα η μοίρα όρισε για μας, χωρίς εμάς. Η αέναη πάλη του πεπρωμένου και η θέληση του ανθρώπου να το αλλάξει...See more
    · ·