Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ-ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ



Σκεφτόμουν κι’αναρωτιόμουν ακούγοντάς τον τόσο πρόθυμο,μήπως όλη αυτή τη φαρσοκωμωδία που ετοιμάζαμε στη Λουκία, την είχε πάρει πιο σοβαρά από όσο έπρεπε!Μήπως κάπου την είχε πιστέψει;Τις τελευταίες μέρες,είχα προσέξει πως το σπίτι είχε αρχίσει να γεμίζει επικίνδυνα με τα υπάρχοντά του.Κάθε φορά που πήγαινε στο παλιό διαμέρισμα,δήθεν για ν’αλλάξει,γύριζε και με κάτι παραπάνω.Πότε γιατί την επομένη είχε πρωινή συνάντηση και δεν προλάβαινε να περάσει από το σπίτι του,πότε γιατί το πήγαιν’έλα εκεί του έτρωγε δήθεν τζάμπα χρόνο,που τον στερούσε από μένα,είχε καταφέρει να κάνει άτυπη κατάληψη στο δικό μου σπίτι .Στο μπάνιο,έπεφτα πάνω στα ξυριστικά και τα καλλυντικά του που είχαν καταλάβει τα μισά μου ραφάκια.Στα συρτάρια μου,εύρισκα μποξεράκια,ανακατεμένα με τα σουτιέν και τα σλιπάκια μου .Πουκάμισα στη ντουλάπα μου που τα έφερνε πάντα φρεσκοσιδερωμένα από το γειτονικό καθαριστήριο,μπουφάν και σακκάκια στην κρεμάστρα του χωλ!Τ’άπλυτά του,μαζί με τα δικά μου, γέμιζαν το πλυντήριο,σχεδόν σε καθημερινή βάση.
Υπήρχε άντρας στο σπίτι!Αυτό είχε επιδιώξει κι’αυτό είχε πετύχει,με τη δική μου ανοχή.Τώρα με την προοπτική επιστροφής της Λουκίας,όλ’αυτά θα έπρεπε να τα ξαναπάρει στην πλάτη και να τα γυρίσει εκεί απ’όπου τα είχε κουβαλήσει!
 Το ήθελα κάτι τέτοιο;Δεν ήμουν και πολύ σίγουρη πια.Αυτές οι λίγες εβδομάδες
συγκατοίκησης,είχαν λειτουργήσει καταλυτικά!Χωρίς να το καταλάβω,είχα απωθήσει ό,τι αρνητικό υπήρχε μέσα μου γι’αυτόν και είχα φέρει στην επιφάνεια συναισθήματα που με ξάφνιαζαν. «Βρε,μήπως τον αγαπάς πραγματικά;» είχα αναρωτηθεί κάποια στιγμή κοιτάζοντας το πρόσωπό μου στον καθρέφτη,απαστράπτον,μετά από μια συγκλονιστική ερωτική «μάχη»!
-«Δεν ξέρω αν τον αγαπώ,πάντως τον θέλω κοντά μου,τον θέλω στο κρεββάτι μου,τον θέλω στην αγκαλιά μου,τον θέλω,πώς το λένε!»
-«Βλακεία το λένε! Ηλιθιότητα το λένε κορίτσι μου!Για το Ντίνο μιλάμε!Το Ντίνο;…Που σε κεράτωσε,που σε πλήγωσε!Τα ξέχασες;»
-«Όχι! Αλλά εγώ τον θέλω»!
-«Μήπως γιατροπορεύουμε τον πληγωμένο μας εγωισμό Μελινάκι μου,στην αγκαλιά του Ντινάκου;Για ξανασκέψου το,γιατί το να εκδικούμαστε τον δεύτερο άπιστο χαστουκίζοντας τον εαυτούλη μας στην αγκαλιά του πρώτου,δε λέει!»
-«Μπα! Δε νομίζω!Για το Φίλιππο,δεκάρα δεν δίνω!Ο Ντίνος με νοιάζει!»
-«Αν είναι έτσι,ό,τι πάθεις,καλά να το πάθεις!»
-«Μπορεί να άλλαξε κι’αυτός,όπως άλλαξα κι’εγώ!»
-«Χαιρετίσματα!»
Εν πάση περιπτώσει,όπως κι’αν ένιωθα εγώ,ο Ντίνος έπρεπε να πάρει πόδι από
το σπίτι,πριν πατήσει η Λουκία το δικό της,στο κατώφλι του διαμερίσματος!
Του είπα τις σκέψεις μου,χωρίς να προσπαθήσω καν να κρατήσω τα προσχήματα.
-Πριν ξεκινήσουμε να πάμε για τη μάνα μου,πρέπει να εξαφανίσουμε κάθε ίχνος της παρουσίας σου εδώ,το τελευταίο διάστημα.Δε θέλω με τίποτα να σκεφτεί η Λουκία γυρίζοντας,πως πίσω απ’ την πλάτη της,σπίτωσα το γκόμενο,στο ίδιο της το σπίτι!
-Εμένα εννοείς «γκόμενο»;
Σήκωσα τους ώμους χωρίς ν’απαντήσω.
-Να τα μαζεύω δηλαδή,σιγά-σιγά.
-Έτσι είναι το σωστό!Άλλο τι θα της πούμε για να την καταφέρουμε να μπει στο αεροπλάνο κι’άλλο το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.
-Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα Μελίνα;Θα μου πεις κι’εμένα να καταλάβω;
Η επιθετικότητα στο ύφος του,μου ξανάφερε στο μυαλό το ύφος του Φίλιππου στην τελευταία μας κουβέντα!Πάλι λάθος δρόμο έπαιρνα!Πάλι έβαζα τη λογική πάνω από τα συναισθήματά μου!Πάλι την αναποφασιστικότητά μου πάνω από τον έρωτα!Ανεπίδεκτη!!Προσπάθησα να γλυκάνω τη συζήτηση.
-Αυτό που συμβαίνει μεταξύ μας Ντίνο μου,είναι πολύ όμορφο,πολύ γλυκό αλλά κανένας από τους δυο μας δεν ξέρει αν και πόσο θα κρατήσει.Δεν θέλω με την άφιξη της μάνας μου να βρεθώ παγιδευμένη με οποιονδήποτε τρόπο,την ξέρεις τη Λουκία!Θέλω να έχω δρόμο διαφυγής!
-Από μένα μωρό μου;
-Από σένα,Ντίνο μου,κι’από τη Λουκία.Φαντάζεσαι να έρθει και ν’αρχίσει να καταστρώνει σχέδια γάμου;
-Εμένα δεν θα με πείραζε.
-Θα πείραζε όμως εμένα.
-Κατάλαβα!Καλό το πήδημα αλλά ως εκεί..Ασπιρίνη.Παυσίπονο για τον ερωτικό μας καημό,ε;Αυτό είμαι για σένα;
-Μη γίνεσαι χυδαίος Ντίνο!
-Ο έρωτας,δεν είναι ποτέ χυδαίος Μελίνα.Η εκμετάλλευσή του όμως,είναι!Τέλος πάντων,δεν θα το συζητήσω περισσότερο.Προσφέρθηκα να σε βοηθήσω με τη Λουκία και θα το κάνω. Θα της τηλεφωνήσουμε και μετά θ’αρχίσω να τα μαζεύω.Από σήμερα κιόλας.Έτσι κι’αλλιώς,δεν είχα καμμιά πρόθεση να σε εκθέσω στα μάτια της αξιολάτρευτης,πρώην πεθερούλας μου!Θα έφευγα από το σπίτι ακόμα κι’αν δεν μου το ζητούσες εσύ.Και δεν με σπίτωσες,εντάξει;Δεν είμαι άστεγος αγαπίτσα μου,το θέλαμε να είμαστε μαζί ή κάνω λάθος;
Ένιωθα σαν να μου ζεμάτισαν την πλάτη με καυτό νερό.Σηκώθηκα και τον αγκάλιασα,όσο πιο τρυφερά μπορούσα.
-Βρε αγάπη μου,μη μου θυμώνεις!Ας έρθει πίσω η μάνα μου και μετά έχουμε καιρό να σκεφτούμε το δικό μας θέμα.Μη βιάζεσαι να οριστικοποιήσεις καταστάσεις.Με αγχώνεις,γαμώ το!
-Εντάξει.Πιάσε το τηλέφωνο να τελειώνουμε!Πότε σχεδιάζεις να κατέβουμε Ρόδο;
-Θα εξαρτηθεί από την απάντηση της Λουκίας.
Ήταν φανερά ενοχλημένος,από αυτή την εκ μέρους μου,απώθηση των συναισθημάτων του αλλά δεν σηκώθηκε να φύγει,όπως είχε κάνει ο Φίλιππος.Αντίθετα πέρασε το μπράτσο στους ώμους μου και μ’έσφιξε πάνω του ενθαρρυντικά,καθώς σχημάτιζα τον αριθμό του σπιτιού της Βαλασίας Σερδάρη.


Η Λουκία,άκουσε τα νέα,στην αρχή με δυσπιστία,στη συνέχεια επιστράτευσε τη ψυχραιμία της για να καταφέρει ν’ακούσει τις εξηγήσεις μου και στο τέλος πήρε ανάποδες:
-Πάλι σ’έκλωσε αυτός ο θεομπαίχτης;Δε σου’φτασε η μια φορά κόρη μου,θέλεις και δεύτερη;Τί θα κάμω με σένα;Κοτζάμ γυναίκα,δε μπορείς να κουμαντάρεις τη ζωή σου;Και τι απόγινε με το Φίλιππο,μ’αυτόν δεν τραβιόσουνα τόσα χρόνια;Τον ξαπόστειλες για χατήρι του κατιμά;
-Ο Φίλιππος,περιμένει παιδί μανούλα,παντρεύεται!
Έκανε μια μικρή παύση.