Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

ΔΑΚΡΥΑ ΣΕ ΜΕΤΑΞΩΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ -ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ 2013 ( ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ)




Πετούσαν τώρα πάνω απ’ τον Ατλαντικό!!Πάνω απ’τις γκρίζες μάζες των σύννεφων που έφταναν μέχρι την άκρη του ορίζοντα.Απ’ τα αραιά και που ανοίγματα,έβλεπε κάτω το γαλάζιο νερό με τις μακρυές,άσπρες  ρυτίδες που χάραζαν στην επιφάνειά του τ’ ασφρισμένα κύμματα.Πάνω απ’ τα σύννεφα,ο ήλιος,άπλωνε ανενόχλητος τη λαμπρή μεγαλειότητά του.Κοίταζε για ώρα,με το μέτωπο ακουμπισμένο στο τζάμι του παραθύρου,το χάος που απλωνόταν κάτω απ’τα πόδια του.΄Ενιωσε δέος.Μεγάλο ταξίδι!!Τρεις ώρες ακόμα για το Χήθροου,ήταν η τελεταία ενημέρωση από το πλήρωμα.Ο ήλιος,τον είχε ζαλίσει ελαφρά.΄Εγειρε το κεφάλι στην πλάτη του καθίσματος κι’ έκλεισε τα μάτια.Η συνοδός που περνούσε με το τρόλευ φορτωμένο ποτά και αναψυκτικά,ρωτούσε τη διπλανή του κυρία αν ήθελε να πιει κάτι.΄Ανοιξε τα μάτια και ζήτησε κι’ εκείνος μια παγωμένη μπύρα. ΄Αδειασε το ποτήρι,σχεδόν μονορρούφι.Ύστερα,έγειρε πάλι πίσω και ξανάκλεισε τα μάτια.Την είδε ολοζώντανη,
Με το γυμνό κορμί της να στάζει έρωτα και ηδονή μετά το πρώτο τους σμίξιμο.Κρατώντας την ακόμα στην αγκαλιά του,εκεί,πάνω στο στενό, φοιτητικό της κρεβάτι,με την τεράστια αφίσσα του κομαντάντε πάνω απ’ τα κεφάλια τους,ορκίστηκε,πως αυτή τη γυναίκα,δεν θα την άφηνε ποτέ να του φύγει.΄Ηταν η
Μοίρα του.Το αποφάσισε έτσι όπως την ένιωθε ζεστή,πάνω στο σώμα του,με το κεφάλι ακουμπισμένο στο ώμο του και τα μάτια κλειστά.Και ξαφνικά τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.Δεν ήταν πια οι ήρεμες λίμνες που πάνω τους ταξίδευαν τα όνειρά του.Είχαν γίνει δυο μαύρες ,σκοτεινές σπηλιές που μέσα τους είχε χαθεί χωρίς να μπορεί να βρει την έξοδο.Η φωνή της που έμοιαζε με χάδι τον μαστίγωνε τώρα,αλύπητα!!
-Δεν σε αντέχω άλλο!!!Κανέναν σας δεν αντέχω!!!!Θέλω να φύγω!!Πέντε χρόνια!Πέντε χρόνια,ζω σαν να είμαι φυλακισμένη.Ήμουν επαναστάτρια εγώ κι’ εσύ προσπάθησες να με κάνεις μια συνηθισμένη γυναίκα.Ε, δεν είμαι!!Θα πάρω το παιδί και θα πάω στους γονείς μου.Θέλω διαζύγιο!!!
Αχ!Λούπε!Λούπε!Πότε σε φυλάκισα αγαπημένη μου;Πότε σου αρνήθηκα την ελευθερία;Πότε σου στέρησα το δικαίωμα να είσαι ο εαυτός σου;Πες καλύτερα πως δεν μ’ αγαπάς.Πως δεν μ’ αγάπησες ποτέ αληθινά.
Πού πάω,αναρωτήθηκε.Σ’ένα τόπο ξένο,μια πατρίδα που δεν τη ξέρω.Σε άγνωστους
ανθρώπους που μέχρι πριν από λίγο καιρό,δεν ήξερα καν πως υπάρχουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου