Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ!-ΣΕΒΗ ΤΗΛΙΑΚΟΥ.
ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ.
Απόσπασμα από το κεφ. 1.



Φτου,ξελευτερία!

Ανηφορίζοντας την Ακαδημίας εκείνο το βροχερό μεσημέρι του Οκτώβρη,σκεφτό-
μουν πως κανονικά θα έπρεπε να είμαι ικανοποιημένη κι’ευτυχισμένη.Είχα επιτέλους στη τσάντα μου,αυτό που κυνηγούσα επίμονα δυόμισυ χρόνια τώρα.Το πολυπόθητο διαζύγιο.Εξήμιση χρόνια χρειάστηκαν για να πειστεί ο Ντίνος πως η σχέση μας είχε οριστικά και αμετάκκλητα τελειώσει.Πως ο γάμος μας,δεν είχε ελπίδα σωτηρίας.
Τέσσερα χρόνια σε διάσταση κι’άλλα διόμισυ για να πάρω στα χέρια μου το «επίση-
μο» χαρτί που μου έδινε το δικαίωμα να συνεχίσω τη ζωή μου.Ήμουν τριάντα έξη ό- 
ταν πήρα την απόφαση πως δεν μπορούσα πια να ζω,με την «πρώην» του αναπόσπα- στο κομμάτι του έγγαμου βίου μας.Έφτασα τα σαραντατρία για να καταφέρω να πω
«φτου ξελευτερία»!Έπρεπε λοιπόν να πετάω από τη χαρά μου.Αντί γι’αυτό,σερνό-
μουν πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο με την πίκρα και την απογοήτευση να με ποτίζουν
μέχρι το κόκκαλο,σαν θανατηφόρο δηλητήριο και τη ψυχολογία της βρεγμένης γάτας, έτσι όπως ένιωθα τα μαλλιά και το ακριβοπληρωμένο μου ταγεράκι να μουλιά-
ζουν από το νερό της βροχής.
-Πάρε ομπρέλλα,μου είχε πει η Λουκία την ώρα που έφευγα το πρωί.Θα βρέξει.Αλλά ποιος την άκουγε τη Λουκία;Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,του κεφαλιού μου έκανα πάντα.Όσο ζούσε ο πατέρας μου,κρατούσα όσο μπορούσα τα προσχήματα.
«Ο Λάμπρος μου» ήταν και δεν ήθελα να μου στενοχωριέται.Όταν τον έχασα,τα έβαλα με τη μάνα μου λες κι’ήταν αυτή που μου είχε σκοτώσει τον πατέρα.Όταν στα τριανταδύο μου της γνώρισα το Ντίνο και της ανακοίνωσα την απόφασή μου να τον παντρευτώ,με κατακεραύνωσε .
-Γιατί,χαθήκανε οι άντρες;
-Κι’ο Ντίνος άντρας είναι μαμά μου..
-Παραπάνω απ’όσο πρέπει!
-Μα το Θεό,δεν σε καταλαβαίνω..
-Άκου  Μελίνα μου…Είσαι τριανταδύο χρονών.Να παντρευτείς αφού το θέλεις.Βρες όμως έναν άνθρωπο σοβαρό,να μπορείς να κάμεις χωριό μαζί του.
Όχι το Ντίνο!
-Γιατί βρε Λουκία,τι έχει ο Ντίνος δηλαδή;
-Γκόμενος είναι,αυτό έχει.Παίζει το μάτι του-ωραιοπαθής και γυναικάς!Θα σου ψήσει το ψάρι στα χείλη έτσι και τον παντρευτείς.Γράφτο που σου το λέω!
-Βρε μαμά,σ’όλη σου τη ζωή έναν άντρα γνώρισες-τι ξέρεις εσύ από άντρες;
-Έναν γνώρισα κόρη μου αλλά αυτός ο ένας,ήταν ο Λάμπρος Μελιδώνης.Κι’ήταν άντρας με τα όλα του,όχι κατιμάς!
-Καλά!Εσύ όλα τα ξέρεις…
Δεν ξαναμίλησε γι’αυτό το θέμα.Δέχτηκε το Ντίνο για γαμπρό της και πρέπει να της αναγνωρίσω ότι όσο μείναμε παντρεμένοι,υπήρξε υποδειγματική πεθερά.Τόσο,που πίστεψα κάποια στιγμή πως είχε φτάσει να παραδεχτεί πως είχε κάνει λάθος στην κρίση της.Όταν τέσσερα χρόνια αργότερα,της ζήτησα χωρίς πολλές εξηγήσεις να γυρίσω στο εργένικο δωμάτιό μου,άκουσα αυτό που φοβόμουν πως θ’ακούσω από τη στιγμή που αποφάσισα να χωρίσω:
-Εγώ στα είχα πει!
Τώρα με το διαζύγιο στη τσάντα μου,αναρωτιόμουν τι είχα πάθει κι’αντί να χαίρομαι
ένιωθα έτοιμη να βάλω τα κλάματα.Η Βέτα που είχε περάσει το ίδιο λούκι,μου είχε
αναλύσει τα συναισθήματα που κουβαλά μια γυναίκα πριν και μετά το διαζύγιο.
-Όσο είσαι σε διάσταση και περιμένεις νάρθει ο καιρός να βάλεις μπροστά τις διαδικασίες,άγεσαι και φέρεσαι απ’το θυμό και το πείσμα.Τρώγεσαι με τα ρούχα σου.
Σκέφτεσαι πως ο αλητήριος που σε πρόδωσε,που σε κεράτωνε πίσω απ’την πλάτη σου,μπορεί και να καλοπερνά,να ζει και να χαίρεται τη ζωούλα του,την
ώρα που εσύ βράζεις στο ζουμί σου,παλεύοντας με το «στοιχειό» της απόρριψης που έφαγες κατάμουτρα.Αυτά τα δυο σε σώζουν απ’την κατάθλιψη:ο θυμός και το πείσμα!Μόλις όμως πάρεις το διαζύγιο στο χέρι,αρχίζει να σε κυριεύει μια
ηλίθια νοσταλγία που μπορεί να σε κάνει κουρέλι.Λούμπα είναι Μελινάκι.Πρόσεξε μην πέσεις μέσα.Σκέψου απλώς πως αν υπήρχαν πολλά πράγματα να νοσταλγείς σ’αυτό το γάμο,δεν θα είχες φτάσει στο διαζύγιο.
Μπήκα στο σπίτι λες και γύριζα από κηδεία.Η Λουκία τρόμαξε.
-Τι έγινε,τελείωσε παιδί μου;
-Τελείωσε.Στη τσάντα μου τόχω.
-Δόξα τω Θεώ!Σε είδα σ’αυτά τα χάλια κι’είπα πως κάποια τσαπερδονιά σκάρωσε πάλι ο γαμπρούλης μου!
  π ρ ώ η ν !
-Ο πρώην!΄Ο,τι πεις.Κι’εσύ τώρα τι έπαθες κι’έχεις αυτά τα μούτρα;
-Βράχηκα βρε μαμά…Δε με βλέπεις; Λούτσα έγινα!
-Α!Καλά!
Σηκώθηκε με δυσκολία και σπρώχνοντας το «πι» της,τράβηξε για την κουζίνα.«Πάω να σου ζεστάνω είπε..Θα πεινάς..»