Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ -ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ!




Στην Αθήνα

Βγαίνοντας απ΄το σταθμό Λαρίσης,σταμάτησε το πρώτο άδειο ταξί και μπήκε με την Αθηνούλα.-Καλλιθέα σας παρακαλώ,είπε στον οδηγό κι΄έδωσε τη διεύθυνση της Λένιας.
-Κοίτα τι πολλά αυτοκίνητα μαμά!!Και πολλά φώτα μανούλα!!…Φτάσαμε στην Αθήνα;
-Φτάσαμε, αγάπη μου.
-Είμαι κουρασμένη μαμά…
-Κάνε υπομονή μωρό μου.Σε λίγο θάμαστε στη θεία Λένια και τη Θαλίτσα.
Τράβηξε το παιδί κοντά της κι΄ακούμπησε το κεφαλάκι του στο στήθος της.
΄Ηταν κι΄η ίδια κουρασμένη.Τόσες ώρες ταξίδι..το σώμα της είχε μουδιάσει.Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.΄Ηταν αγχωμένη.Με το που πάτησε το πόδι της στην αποβάθρα
του σταθμού,ένας αλλόκοτος πανικός την κυρίευσε.Δυσκολευόταν ν αναπνεύσει,σαν κάποιος νάχε αρπάξει τα πλεμόνια της και τάσφιγγε με σιδερένιες γροθιές.Το στόμα της είχε στεγνώσει.Πνιγόταν.΄Εβγαλε απ΄το σακκίδιο το μπουκαλάκι με το νερό και
προσπάθησε να καταπιεί δυο γουλιές.Το πρόσωπο του Δημήτρη,περνούσε και ξανα-
περνούσε μπροστά στα μάτια της,απειλητικό.Φοβόταν.Η δύναμη κι΄η αποφασιστι-
κότητα,πάλευαν μέσα της με το φόβο-αυτό το φόβο που την είχε καθηλώσει και υπο-
τάξει,τα τελευταία χρόνια.Που δεν της είχε επιτρέψει να νιώσει ίχνος αγάπης ή έστω συμπάθειας για το «βασανιστή» της.
 ΄Οσο ήταν στο τρένο,ένιωθε τουλάχιστον ασφαλής.Τώρα,η αγωνία για το τι θα μπορούσε νάχε συμβεί μετά την απόδρασή της,ήρθε να προστεθεί στη σωματική κούραση.Ασυναίσθητα,έσφιξε πάνω της το παιδί.
-Πολλή κίνηση…σχολίασε ,έτσι για να πει κάτι.
-Τέτοια ώρα,τέτοια λόγια ,απάντησε ο οδηγός.Πήξαμε κορίτσι μου,γίναμε πολλοί.
 Από πού έρχεστε;Μεγάλο ταξίδι;
-Θεσσαλονίκη.( Τη Χαλκιδική,την έκρυψε μέσα της βαθειά.΄Ηταν το μυστικό της.)
-Η γ υ ν α ί κ α  μου είναι Σαλονικιά.Ωραία πόλη έχετε.Είστε γλετζέδες του κερατά εσείς εκεί πάνω.Καλοπερνάτε!!
Δεν του απάντησε.Κοίταξε το ρολόι της.Επτάμιση.Η Λένια θα ήταν σίγουρα σπίτι.Πάντα ήταν σπίτι τέτοια ώρα.Διάβαζε τη Θάλεια.Δεν την εμπιστευόταν ακόμα
να διαβάσει μόνη της.Εκεί θα ήταν.
-Καλά είμαστ΄εδώ;
-Ναι,εδώ είμαστε.
Πλήρωσε,και καληνύχτησε τον οδηγό.Βγαίνοντας στο πεζοδρόμιο,σήκωσε τα μάτια ψηλά.Στο γωνιακό του τρίτου είδε φώτα.Ευτυχώς.Το παιδί ,με το ζόρι στεκόταν στα πόδια του.Κι΄εκείνη το ίδιο.Ανέβηκε τα τρία σκαλιά μέχρι την είσοδο,έψαξε το όνομα του γαμπρού της-Μηνάς Λυγερός και χτύπησε το κουδούνι.΄Ακουσε τη φωνή του,διστακτική.
-Ποιος είναι;
-Εγώ Μηνά,η Φανή.΄Ανοιξε σε παρακαλώ…

Δυο ώρες πριν,μετά το αναστατωμένο τηλεφώνημα της Κασσιανής που την είχε παραλύσει,η Λένια,κοίταζε ανήσυχη τον άντρα της καθισμένη δίπλα του στον καναπέ του σαλονιού.Ο καφές στα φλυτζάνια τους,είχε παγώσει.Η οκτάχρονη κορούλα τους,η Θαλίτσα,πεσμένη στα γόνατα μπροστά στο τραπεζάκι,ζωγράφιζε γοργόνες με  μακρυά μαλλιά και χρωματιστές ψαροουρές χωρίς να τους δίνει σημασία.
Η Λένια,ήταν θορυβημένη.Η ψυχραιμία του Μηνά,δεν έφτανε για να την ησυχάσει.
-Κι΄αν έρθει εδώ Μηνά μου;Τι θα κάνουμε;Θα την πετάξουμε στο δρόμο;Αδερφή μου είναι.Κι΄έχει και το παιδί μαζί της!!
-Μη βιάζεσαι Λένια.Από Χαλκιδική –Αθήνα,είναι μεγάλο ταξίδι.Δεν πιστεύω να το τολμήσει.΄Εχει τη Ματίνα απάνω…έχει το Νότη.Κάπου θα βρει να κρυφτεί μέχρι να
περάσει η μπόρα.Τί έχει στο νου της να κάνει μετά,δεν μπορώ να ξέρω.Ελπίζω όμως πως δεν θα θελήσει να μας βάλει κι΄εμάς σε τέτοιους μπελάδες.Ξέρει τα αισθήματά μου για τον άντρα της ,ξέρει και τα δικά του απέναντί μου.Δε θα μας βάλει να σφαχτούμε,είμαι σίγουρος.
-Στην τρέλλα του ο άνθρωπος δε σκέφτεται λογικά,Μηνά μου.Κι΄η αδερφή μου είναι τρελλαμένη ,εδώ και χρόνια-και με το δίκιο της,εδώ που τα λέμε..
-Σου τηλεφώνησε;
-΄Όχι.Δεν μου τηλεφώνησε,θα στο είχα πει.Αλλά αυτό δε λέει τίποτα!!
-Ε! άσε να δούμε τότε.Αργά ή γρήγορα ,θα μάθουμε..Πάρε τη μάνα σου να δεις αν έχει κανένα νέο.
-Δε φάνηκε κόρη μου,της απάντησε η Κασσιανή,ακόμα πιο αναστατωμένη από πριν.
΄Αφαντη!! ΄Ανοιξε η γη και την κατάπιε μαζί με το παιδί.
΄Όταν χτύπησε το κουδούνι κι΄άκουσε τη φωνή της απ΄το θυροτηλέφωνο,ο Μηνάς Λυγερός,είδε τις ελπίδες του για ουδετερότητα να καταρρέουν.
-΄Ηρθε!!Ψιθύρισε στη γυναίκα του.Είναι στην είσοδο.
-E! άνοιξε…τι περιμένεις;
-Ανοίγω…ανοίγω..κι΄ο Θεός να μας λυπηθεί.Κι΄εκείνη κι΄εμάς!


Μπήκε,σέρνοντας το παιδί απ΄το χεράκι.Πέταξε το σακκίδιο στο πάτωμα κι΄έπεσε στην αγκαλιά της αδερφής της,με τη λαχτάρα και την ανακούφιση που νιώθει ο τυραννισμένος ναυαγός,αγκαλιάζοντας ξέπνοος  τη στεριά,μετά από πολύωρη πάλη με τα μανιασμένα κύμματα.
Το πρόσωπο της Λένιας,ήταν απροσπέλαστο.Πετρωμένο.Φοβόταν κι΄αυτή
τα όσα μπορούσαν να επακολουθήσουν.
-Πάρε την Αθηνούλα και πηγαίνετε στο δωμάτιό σου να της δείξεις τις ζωγραφιές σου-είπε στην κόρη της.Εκείνη,τράβηξε τη Φανούλα στο σαλόνι.
-Τρελλή!Θεότρελλη! Τι πήγες κι΄έκανες;Κανένα δε σκέφτηκες;Τη μάνα,τον πατέρα μας;Κανένα;Καταλαβαίνεις τι έχει να γίνει από δω και πέρα;
-΄Επρεπε αδερφή-δεν είχα άλλη επιλογή-πίστεψέ με!
Ο Μηνάς έφερε κι΄ακούμπησε μπροστά της,ένα φλυτζάνι με ζεστό καφέ.
-Πιες,της είπε,θα σου κάνει καλό.΄Εχετε φάει τίποτε;
-Λίγα πράματα-στο τρένο.
Η ανησυχία της,ξεχείλισε,ξεστομίζοντας την  ερώτηση που την έκαιγε.
-Πήρε καθόλου ο Δημήτρης;
-΄Όχι-απάντησε εκνευρισμένος ο Μηνάς-κι΄αυτό δε μ΄αρέσει καθόλου.Αν σ΄έψαξε και δεν σε βρήκε εκεί γύρω,το λογικό θα ήταν να σκεφτεί πως θα είχες επικοινωνήσει μαζί μας.Το ότι δεν τηλεφώνησε,εμένα μου λέει πως κατάλαβε-ξέρει ότι μάλλον εδώ
θα αναζητούσες καταφύγιο.Πολύ φοβάμαι πως έχει πάρει τον κατήφορο για δω κι΄από στιγμή σε στιγμή θα χτυπήσει την πόρτα.Γι΄αυτό πρέπει να βιαστούμε.Η γυναίκα του γύρισε και τον κοίταξε με χίλια ερωτηματικά στο βλέμμα.Η Φανή, ανα-
στέναξε βαθειά και τράβηξε ασυναίσθητα,το μαντήλι που σκέπαζε το κεφάλι της.Στη θέα του πληγωμένου προσώπου της η Λένια έφερε το χέρι στο στόμα κι΄έπνιξε την κραυγή που ανέβηκε στα χείλη της.
-Α! τον αλήτη!!Α! το μπάσταρδο!!
΄Ένα τέταρτο αργότερα,είχε ακούσει τα πάντα απ΄το στόμα της αδερφής της κι΄είχε δει στο σώμα της τις αδιάψευστες αποδείξεις.
-Θα με σκότωνε.Κάποια στιγμή θε με σκότωνε Λένια….Φοβήθηκα,ακόμα και για το παιδί!Γι΄αυτό έφυγα.Συχώρεσέ με που σας αναστατώνω.Μόνο εσάς έχω.Δεν άντεχα άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου