Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ από το βιβλίο Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ-ΕΚΔ.ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ 2008


          


Παολίνα

Μπαίνοντας στο χωλ με χτύπησε η μυρωδιά απ΄το ιμάμ-μπαιλντί .Το αγαπημένο μου.
Η μαμά,τέλεια μαγείρισσα,με το που έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες μελιτζάνες,τις περιποιόταν στην κατσαρόλα της σε εβδομαδιαία βάση. ΄Αρεσαν και στο Γιάννη αλλά κυρίως,άρεσαν στο μπαμπά.Η συνήθεια της είχε μείνει απ΄τα χρόνια του γάμου της.Η αγάπη του άντρα,περνάει απ΄το στομάχι του,της είχαν πει κι΄αφού στον δικό της άρεσαν οι μελιτζάνες ιμάμ, γιατί να του χαλάει το χατήρι; Μια  Πολίτισσα ,φίλη της Βερόνικας,της έδωσε  την αυθεντική πολίτικη συνταγή κι΄η Παολίνα έγινε ξεφτέρι.
Ο μπαμπάς έτρωγε το ιμάμ της μουγκρίζοντας κι΄αυτή ήταν η μεγαλύτερη ικανοποίησή της-ακόμα και στα χρόνια που ακολούθησαν το διαζύγιο.
΄Ακουσα τη φωνή της απ΄την κουζίνα.
-΄Ηρθες Βέρα μου;
-΄Ηρθα μανούλα μου.
-Μπράβο,σε πέντε λεπτά σερβίρω παιδί μου….
Πέταξα τη τσάντα μου στην πολυθρόνα του χωλ και πήγα κατά την κουζίνα.Ρίχνοντας μια ματιά στο σαλόνι,είδα πάνω στον τραπεζάκι το βάζο με τα υπέροχα ροζ τριαντάφυλλα.Τα γενέθλια της μαμάς-πώς το ξέχασα; Τα λουλούδια όμως;Από πού ξεφύτρωσαν τα λουλούδια;
Μπήκα χαμογελαστή,με μια ανάλαφρη διάθεση να την πειράξω και μια ιδέα ενοχής
που ξέχασα να της ευχηθώ το πρωί .
Η μαμά σερβίριζε το ιμάμ της στην πιατέλα με προσοχή,μη στάξει καμιά βάρβαρη ,κόκκινη λαδιά στο κάτασπρο ,κολλαριστό τραπεζομάντηλο.Γύρισε κατά τη μεριά μου τα μάτια της και μου πρότεινε χαμογελώντας το μάγουλό της.
Τη φίλησα  κι΄έκανα να τη αγκαλιάσω απ΄τους γοφούς.
-Σιγά παιδί μου,περίμενε ν΄ακουμπήσω την κατσαρόλα.
Ξανάβαλε την κατσαρόλα στο μάτι κι΄αγκαλιαστήκαμε.
-Βρε μανουλίτσα μου,συγνώμη.Το πρωί έφυγα άρον –άρον και ξέχασα να σου ευχηθώ.Χρόνια σου πολλά ,και να σε χαιρόμαστε.
-Δεν πειράζει αγάπη μου.Εδώ που τα λέμε,καιρός είναι ν΄΄αρχίσω κι΄εγώ να τα ξεχνάω αυτά τα ρημάδια τα γενέθλια.
-Γιατί,παρακαλώ;
-Γιατί παιδί μου οδεύω ολοταχώς προς τα πενήντα…Ε! δεν τρελλαίνομαι κι΄απ΄τη χαρά μου….
Την κοίταξα καθώς προσπαθούσε ν΄ανοίξει το παγωμένο λευκό ΔΕΜΕΣΤΙΧΑ.
Κούκλα ήταν.Μινιόν αλλά κούκλα.Χωρίς τα μπόλικα ,αφράτα κιλά της Βερόνικας.
΄Ένα κορμάκι ,σχεδόν κοριτσίστικο μέσα στο μπλέ ξεμανίκωτο φόρεμα,με τα καστανά πλούσια μαλλιά κομμένα σχεδόν αγορίστικα και τους μεγάλους κοκκάλινους,μπλέ κρίκους στ΄αυτιά.Δε βαφόταν πολύ.Μόνο λίγο διακριτικό κραγιόν στα χείλη.Τα πελώρια καστανά μάτια της δεν είχαν ανάγκη από φτιασίδι,έλαμπαν από μόνα τους.Συνήθως.Γιατί σήμερα κουβαλούσαν μια περίεργη μελαγχολία που δεν ταίριαζε με το χαμόγελο στα χείλη της.
΄Ετσι μου φάνηκε.
-Εσύ βρε μαμά και στα ογδόντα σου ίδια θάσαι-τσίτα το μ’αγουλο,σαν τη μαμάκα σου.Αλίμονο σε μένα που πήρα απ΄τον άχαρο κι΄άγαρμπο μπαμπάκα μου.Δεν ήταν να μοιάσω κι΄εγώ της Βερόνικας;Πούναι την τώρα που κούκλα με ανέβαζε,κούκλα με κατέβαζε…
-Κούκλα είσαι παιδί μου και πιο κούκλα θα γίνεις ωριμάζοντας.Η γιαγιά σου ήξερε τι έλεγε..Τέλος πάντων….εμένα η ζωή μου πέρασε….τα βλέπω τα χρόνια  μου στον καθρέφτη,Στραβή δεν είμαι…
-Νάτην πάλι η μελαγχολία.Αυτή κάτι έχει σήμερα,σκέφτηκα  και σίγουρα δεν έχει να κάνει με τα χρόνια της .
- Ο Γιάννης;
-Στο δωμάτιό του,διαβάζει.΄Εφαγε νωρίτερα.
Καθήσαμε στο τραπέζι.Μας άρεσε να τρώμε στην κουζίνα όταν είμασταν μεταξύ μας.Η τραπεζαρία ήταν μόνο για τους ξένους και τα οικογενειακά τραπεζώματα.Εδώ νοιώθαμε πιο ζεστά,πιο κοντά και πιο βολικά.
΄Εβαλα κρασί στα ποτήρια μας και σήκωσα το δικό μου.
-΄Αντε μανούλα, στην υγειά σου,εκατόχρονη και πάντα γερή κι΄ευτυχισμένη.
Αρχίσαμε να τρώμε το υπέροχο όπως πάντα ιμάμ και για λίγα λεπτά μείναμε κι΄οι δυο σιωπηλές.Την έβλεπα όμως,κάτι την έτρωγε.
-Α! δε μου είπες ,από ποιον το λουλλουδικό;Κανένας κρυφός θαυμαστής;
Λες και δεν είχα καταλάβει..
Μου απάντησε με τα μάτια καρφωμένα στο πιάτο της.
-Απ΄το μπαμπά σου..΄Ηρθε το πρωί να μου ευχηθεί και μούφερε και τα λεφτά του μήνα.-
-Α,μάλιστα.Και γιατί σούφερε σήμερα τα λεφτά,νωρίς δεν είναι;
-Νωρίς είναι,αλλά μια που θαρχόταν…για να μην ξανάρχεται…
-΄Ετσι σου είπε; Για να μη ξανάρχεται;
-΄Ετσι.-Ε!βρε Βέρα μου,δίκηο έχει ο άνθρωπος,έχει κι΄αυτός τις δουλειές του..
-΄Εφαγε τουλάχιστον το ιμάμ σου;
-Μπα! Ήταν βιαστικός…
Τα μάτια της κολλημένα στο πιάτο.Σαν να μου φάνηκε πως κρατιόταν για να μην κλάψει.Κατάλαβα.Η μελαγχολία της είχε όνομα.Κώστας..Τι πράμα κιάυτό Χριστέ μου μ΄αυτούς τους δυο!Το διαζύγιο-διαζύγιο κι΄ο έρωτας ,έρωτας.Το βλέπαμε κι΄ο Γιάννης κι΄εγώ.Η γιαγιά Βερόνικα που απ΄την αρχή θεώρησε το μπαμπά παρακατιανό κι΄ανάξιο για την Παολίνα της επειδή ήταν δημόσιος υπάλληλος κι΄όχι επιστήμων σαν το φαρμακοποιό παππού μου,ανακάτεψε με την κουτάλα της τη ζωή τους στην κατσαρόλα κι΄ύστερα την έχυσε στο νεροχύτη,ικανοποιημένη που πέρασε το δικό της.Τους χώρισε αλλά δεν τους διέλυσε.Εκείνος δεν σταμάτησε να μας έχει από δίπλα  κι΄εκείνη δεν έπαψε να κρύβει κάτω απ΄το μαξιλάρι της την ελπίδα της επανασύνδεσης.΄Οσο ζούσε η Βερόνικα,τέτοια προοπτική δεν υπήρχε.Ο μπαμπάς ήταν πολύ περήφανος κι΄η μαμά πλήρως υποταγμένη, στην αυταρχική Ναπολιτάνα.
΄Όταν εκείνη πέθανετελικά, είχαν κι΄οι δυο τους συνηθίσει κι΄αποδεχτεί αυτή τη
στενή αλλά στείρα σχέση.Ο μπαμπάς είχε κατά καιρούς διάφορες περιπέτειες που δεν κρατούσαν πολύ κι΄η μαμά που πάντα με κάποιο τρόπο τις μάθαινε, κλείστηκε στο σαλόνι, με το πιάνο και τις μικρές της μαθήτριες  που μαζί με το Γιάννη κι΄εμένα έδιναν κάποιο νόημα στη ζωή της.Περίμενε με ανυπομονησία να τον δει τις δυο-τρεις φορές το μήνα που πότε για το μηνιάτικο,πότε με κάποια άλλη πρόφαση, ερχόταν στο σπίτι και γευόταν τη μαγειρική της,πάντα ζεστός  και πάντα άτολμος.
Εκείνες τις μέρες των επισκέψεών του,τις περίμενε πάντα σαν ερωτευμένο κοριτσόπουλο-κι΄ας μην τ΄ομολογούσε.Φρόντιζε να μην έχει μαθήματα,για να μπορεί να χαρεί τη συντροφιά του.Τρώγαμε όλοι μαζί κι΄ύστερα φροντίζαμε να τους αφήνουμε μόνους.Μιλούσαν,γελούσαν κι΄ αν είμασταν σπίτι και τους ακούγαμε,ελπίζαμε κι΄οι δυο μας πως κάτι θα γινόταν ξαφνικά και θάπεφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.Τίποτα.Τα δέκα χρόνια και,που είχαν περάσει απ΄το διαζύγιό τους τους είχαν κάνει διστακτικούς,ανασφαλείς φοβιτσιάρηδες.΄Όταν ερχόταν η ώρα να φύγει,ο μπαμπάς μας αποχαιρετούσε μ΄ένα βλέμμα γεμάτο ερωτηματικά κι΄εκεινη
έκλεινε πίσω του την πόρτα φορώντας ξανά τη μάσκα της ανικανοποίητης προσμονής.
Μια δυο φορές είχα προσπαθήσει να φέρω την κουβέντα στο θέμα με τη μαμά.Με απόπαιρνε .
-Ούτε λέξη!Δε σε αφορά.
Σήμερα όμως, κάτι πρέπει να έχει συμβεί σκέφτηκα ,κατεβάζοντας και το δεύτερο ποτήρι Δεμέστιχα.Ο μπαμπάς έφερε τα λεφτά νωρίτερα για να μη ξανάρχεται;Δηλαδή,χρόνια πολλά,πάρε και τα λεφτά σου και τα λέμε τον άλλο μήνα;Δεν κρατήθηκα.
-Δε μου λες βρε μαμά,πού θα πάει αυτή η ιστορία με σένα και το μπαμπά;Αφού το βλέπω,αγαπιέστε.Σας έφερε τούμπα η Βερόνικα και χωρίσατε.Νέοι άνθρωποι είστε ακόμα.Γιατί δεν κάνετε κάτι να διορθώσετε το λάθος;
Τινάχτηκε ,σαν να της έδωσα χαστούκι.
-Ποιο λάθος παιδίμου;Δεν ξέρεις τι λες μου φαίνεται.
-Μαμά,σ΄αγαπάει και τον αγαπάς-μόνο στραβός δεν το βλέπει.
-Βέρα μου,ζήσαμε μαζί τόσα χρόνια.Τον πονάω και με πονάει.Υπάρχετε κι΄εσείς ,παιδιά του είστε ,θέλει να είναι κοντά σας.
-Γι΄αυτό έρχεται δηλαδή;Για να βλέπει εμάς;Ποιανού τα πουλάς αυτά βρε μαμά;
Ο μπαμπάς μια κουβέντα σου περιμένει ένα σημάδι  και δεν του το δίνεις.Παλιοεγωίστρια!!!
΄Ετριβε με τα δάχτυλα τα ψίχουλα στο τραπέζι κοιτώντας έξω απ΄το παράθυρο της κουζίνας.
-Ούτε κι΄εκείνος!
-Τι,ούτε κι΄εκείνος;
-Πάει,έρχεται,λέξη δε λέει…Της φαντασίας σου είναι αγάπη μου.Δεν τρέχει τίποτα…
-Αυτό είναι δηλαδή; Περιμένετε ο ένας τον άλλο να κάνει το πρώτο βήμα;
Σαν να μη μ΄άκουσε.Γύρισε με κοίταξε με μάτια υγρά και συνέχισε τη σκέψη της.
-…΄Υστερα,αυτός έχει όποια γυναίκα θέλει.Κάθε τόσο ρίχνει κι΄άλλη στο κρεβάτι του.Το ξέρω εγώ.Τι θα κάνω δηλαδή,θα μπω στον ανταγωνισμό μ΄όλες αυτές τις κυρίες για να τον διεκδικήσω μετά από τόσα χρόνια;Αν ήθελε,θα μου τόλεγε.Εγώ μια φορά δεν του το λέω.
-Κρίμα βρε μαμά και σε είχα για έξυπνη.Τον αγαπάς.Και καλά μέχρι τώρα,οι σχέσεις του ήταν περιστασιακές.Δε σκέφτεσαι ότι κάποια απ΄αυτές τις κυρίες που λες μπορεί
κάποια στιγμή να τον φέρει τ΄απάνω κάτω και να πετάξει το πουλάκι;
-Δε με νοιάζει! Ας κάνει ότι θέλει.
Δε μίλησα.Σηκώθηκε σπρώχνοντας την καρέκλα της κι΄άρχισε να μαζεύει τα πιάτα με νευρικές κινήσεις.΄Ηταν θυμωμένη,πεισματωμένη.Περίμενε το σημάδι που δεν ερχόταν.΄Ηταν ικανή να πεθάνει περιμένοντας κι΄εγώ της είχα ξύσει την πληγή που,ας έλεγε ότι ήθελε,την πονούσε και πολύ μάλιστα.
Σηκώθηκα και την αγκάλιασα.
-Συγνώμη,δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω.Μεγάλο κορίτσι είσαι,ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.Πάω να ξαπλώσω λίγο.Αν δεις ότι με παίρνει ο ύπνος,ξύπνα με σε παρακαλώ δε θέλω ν΄αργήσω στο γραφείο.
-Εντάξει..
Στην πόρτα της κουζίνας, άκουσα τη φωνή της.
-Παντρεύεται..
-Τι κάνει;
-Ο πατέρας σου…παντρεύεται…
Γύρισα και την κοίταξα.Τακτοποιούσε τα πιάτα στο νεροχύτη ,με το κεφάλι σκυμένο.
΄Εκλαιγε βουβά.Πήγα κοντά της.Ακούμπησα το κεφάλι μου στην πλάτη της.΄Εκαιγε.
-Αχ βρε μαμά μου,ήρθε εδώ στα γενέθλιά σου με το λουλλουδικό για να σου πει ότι παντρεύεται;Δεν το πιστεύω-πλάκα σου κάνει..
Ρούφηξε τη μύτη της,έκλεισε τη βρύση και σκούπισε τα χέρια της .
-Αμαλία τη λένε.Είναι αρχιτεκτόνισσα-σαραντάρα..Είναι λέει συμπαθητική και καλή.Θα μας αρέσει-έτσι μου είπε.Μόνο που τώρα με το γάμο,δε θα μπορεί να έρχεται όπως ερχόταν –ούτε για να μου φέρνει τα λεφτά.Θ΄ ανοίξει λογαριασμό στ΄όνομά μου και θα τα βάζει εκεί.΄Ετσι μου είπε.
-Μαμά, δε μπορεί,σου κάνει πλάκα.Δε μπορεί να ήρθε έτσι ξαφνικά για να σου πει τέτοια πράματα.Δεν είναι τόσο αναίσθητος ο μπαμπάς.Σου κάνει πλάκα.
-Εμένα δε μου φάνηκε για πλάκα..
Είχε ξανακαθίσει στο τραπέζι με το μέτωπο στις παλάμες της.΄Εκλαιγε ακόμα.
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.Να λοιπόν που η καπάτσα είχε βρεθεί.Αλλά πάλι ,ο
μπαμπάς την αγαπούσε τη μαμά,ήμουν σίγουρη.Πώς μπόρεσε να της το κάνει αυτό χωρίς να εξηγηθεί πρώτα μαζί της;΄Ημουν έξαλλη.
-Δε ξέρω τι λες εσύ.Θα του τηλεφωνήσω να συναντηθούμε και θα του τα ψάλλω έξω απ΄τα δόντια..
-Μην τολμήσεις,ακούς;Μην τολμήσεις!!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου