Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΑ ΠΛΕΚΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΒΕΛΟΝΑΚΙ Κεφ.16-Πώς λες αντίο σ' έναν έρωτα;



Πώς λες αντίο σ’ έναν έρωτα;


Ήταν ακριβώς πεντέμιση,όταν μπήκα στο μικρό καφέ για να συναντήσω το Φίλιππο.Σηκώθηκε να με υποδεχτεί με κείνο το χαμόγελο της εγνωσμένης γοητείας,που κάποτε με σαγήνευε αλλά που ξαφνικά είχε αρχίσει να μου δίνει στα νεύρα.Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκεφτόταν εκείνος,εγώ πάντως,πήγαινα σ’αυτό το ραντεβού διχασμένη,προβληματισμένη κι’ έτοιμη ν’αναπτύξω απέναντί του,όσες τεχνικές άμυνας μπορούσα να διανοηθώ.Τί περίμενε από μένα;Να του δώσω άφεση αμαρτιών και να ξαναπέσω στην αγκαλιά του;Κι’εγώ; Τι περίμενα εγώ απ’αυτή τη συνάντηση;Να πεισθώ από τις όποιες δικαιολογίες,την μεταμέλεια και τα ερωτόλογα
που ήξερα ήδη πως ήταν έτοιμος να μου αραδιάσει;Όχι βέβαια!Η φαντασίωση και η
πραγματικότητα είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα.Και όμως,η φαντασίωση
ήταν η αιτία που βρισκόμουν εδώ αυτή την ώρα.΄Ηθελα να την μετουσιώσω σε πραγματικότητα ή να την κάνω σκόνη κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μου και να ξεμπερδεύω;Ιδέαν δεν είχα.Για πάνω από τέσσερα χρόνια,ο Φίλιππος ήταν ο έρωτάς μου.
Ένας έρωτας που μ’έκανε πέρα,τη στιγμή ακριβώς που τον χρειαζόμουν περισσότερο από ποτέ!Αφήνω στην άκρη το κεράτωμα με τη δίμετρη!Όμως,ήταν κι’ένας έρωτας που ακόμα σιγόκαιγε μέσα μου-κι’αν είχα ίχνος εντιμότητας,έπρεπε τώρα να τον βάλω εγώ στην άκρη αφού ένας άλλος έρωτας,με περίμενε στο σπίτι,πιστεύοντας πως είναι ο ένας και μοναδικός μου.Το θέμα ήταν πώς;Πώς λες αντίο σ’έναν έρωτα χωρίς να πονέσεις,χωρίς να διαλυθείς,έστω κι’αν έχεις καβάντζα έναν άλλον,πρόθυμο να σε παρηγορήσει και να καλύψει το κενό στην καρδιά σου;
Καθόμουν απέναντί του με το κορμί τσιτωμένο,με τη λογική σ’επιφυλακή,με τα μάτια μου ν’ανιχνεύουν το πρόσωπό του.Τό ύφος του ήταν πολύ σοβαρό όταν ξεστόμισε την πρώτη λέξη.
-Ομόρφηνες!
Η πρώτη κολακεία,το πρώτο ψέμα!-Ομόρφηνα εγώ;Μαραμμένο μαρούλι με είχε πει
η Λουκία το πρωϊ.
-Πώς ομόρφηνα δηλαδή Φίλιππε;
-Δεν ξέρω πώς να στο πω…κάτι επάνω σου…στο πρόσωπό σου!Λάμπεις!
-Ο έρωτας βλέπεις!
-Ποιος έρωτας-με το Ντίνο;-Γέλασε ειρωνικά.Αισθάνθηκα πως αυτή η συνάντηση δεν επρόκειτο να έχει καλή κατάληξη.
-Με το Ντίνο,Φίλιππε.Γιατί όχι;Εσύ δοκίμασες την τύχη σου με τη Σουζάννα!Ε,εγώ
προτίμησα την παλιά δοκιμασμένη συνταγή.Μόνος σου το είπες-θυμάσαι;Στη Ρόδο, εκείνο το μεσημέρι που μούδωσες τα παπούτσια στο χέρι.Μαγαλώσαμε είχες πει-δεν είμαστε για ερωτικά τερτίπια.Θέλουμε σιγουριά στη ζωή μας.
-Μάλιστα!Και γι’αυτό πήγες κι’άραξες στο παλιό λιμάνι με το ναυάγιο του γάμου σου στο βυθό.Ωραία σιγουριά.
-Πάντως,καλύτερη από τη δικιά σου,κοντά στη Σουζάννα που αποδείχθηκε «φούσκα»!
-Ας αφήσουμε τη Σουζάννα στην άκρη-θα τα πούμε γι’αυτήν αργότερα.Πες μου καλύτερα γιατί μου τηλεφώνησες.
-Αν θυμάσαι,είχε προηγηθεί το δικό σου τηλεφώνημα και μάλιστα σε μια πολύ ακατάλληλη στιγμή.
-Δέχτηκες να με δεις όμως,Μελίνα!
-Βεβαίως!Ήθελα να κλείσω τους λογαριασμούς μαζί σου Φίλιππε.Από κοντά και όχι από το τηλέφωνο.Ζήτησες πρώτος να συναντηθούμε,άρα κάτι έχεις να μου πεις.Σ’ακούω λοιπόν!
Βλέποντάς τον να σωπαίνει,κοίταξα ανυπόμονα το ρολόϊ μου.Είχα αρχίσει να νιώθω δυσάρεστα,άβολα!
-Βιάζεσαι;
-Μάλλον…
-Δεν ξέρω από πού ν’αρχίσω-αλλιώς τη φανταζόμουνα αυτή τη συνάντηση.
-Πώς δηλαδή;
-Ξέρω’γω;Πιο ζεστή,πιο άμεση,πιο συναισθηματική.Τώρα μου θυμίζεις εισαγγελέα
κι’εγώ νιώθω σαν κατηγορούμενος που απολογείται.Δυσκολεύομαι να σου πω αυτά που θέλω.
-Ξεκίνα με το πιο εύκολο Φίλιππε!
Έσβησε νευρικά στο τασάκι το τσιγάρο που κόντευε να του κάψει τα δάχτυλα και σκέπασε με την παλάμη του το χέρι μου.
-Σ’αγαπάω Μελίνα.Ό,τι κι’αν μεσολάβησε,σ’αγαπάω μωρό μου.Η ιστορία με τη Σουζάννα,ήταν ένα μεγάλο λάθος κι’ακόμα πιο μεγάλο λάθος,η εγκυμοσύνη της που
προέκυψε κι’έδωσε άλλη τροπή σε μια επιπόλαιη σχέση!
-Ένα παιδί,δεν είναι ποτέ λάθος Φίλιππε!Στο λέω εγώ που κυνήγησα μάταια ένα παιδί
για χρόνια!
-Εν πάσει περιπτώσει…Και να σκεφτείς πως δεν ήμουν καν σίγουρος πως το παιδί ήταν δικό μου.
-Αυτό που λες,είναι πρόστυχο Φίλιππε.Είναι ανέντιμο.Και είναι άκρως προσβλητικό για τη Σουζάννα.Κοιμόσουνα μ’αυτή τη γυναίκα και ήσουν έτοιμος να την παντρευτείς.Πώς μπορείς να ξεστομίζεις τέτοιες κακοήθειες σε βάρος της;
-Το σκάνδαλο φοβήθηκα Μελίνα.Θα μ’έκανε ρόμπα.Δεν θα είχα μούτρα να εμφανι-
στώ στο γραφείο!Γι’αυτό τον αποφάσισα αυτό το γάμο!
-Τώρα λοιπόν που «ξεφορτώθηκες» και το μωρό και τη Σουζάννα,θέλεις πίσω εμένα!
Αυτό ήθελες να μου πεις;
-Αυτό και πολλά άλλα Μελίνα,αγάπη μου!
-Δεν θέλω να τ’ακούσω Φίλιππε!Δεν έχω καμμιά διάθεση να τ’ακούσω!Εμείς οι δυό τελειώσαμε οριστικά-άλλωστε,είχαμε ήδη τελειώσει προ πολλού.Ήθελα μόνο να βεβαιωθώ!
Η φαντασίωσή μου,είχε γίνει θρύψαλλα! Δειλός,ανέντιμος,αναξιοπρεπής!Ντρεπόμουν και μόνο στη σκέψη πως είχα έρθει σ’αυτό το ραντεβού,έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου την πιθανότητα,ακόμα
και να περάσω εκείνη τη νύχτα στο κρεββάτι του,με ό,τι ήθελε προκύψει!Στα πρόθυρα ν’απατήσω το Ντίνο,αν αυτό μου υπαγόρευε η σεξουαλική μου παρόρμηση.
Σηκώθηκα,πήρα τη τσάντα μου κι’έφυγα σαν κυνηγημένη-αφήνοντάς τον αμήχανο κι’απορημένο από την απόρριψη,όπως είχε κάνει κι’εκείνος λίγους μήνες πριν στη Ρόδο-αλλά χωρίς το φιλί του Ιούδα που μου είχε δώσει εκείνος τότε!
Δεν ξέρω ακόμα πώς λες αντίο σ’έναν έρωτα αλλά εκείνο το απόγευμα,έμαθα πώς λες αντίο σ’έναν α ν ά ξ ι ο έρωτα!
Απλά!Χωρίς λόγια!Με το κεφάλι ψηλά!!

Το τηλεφώνημα του Ντίνου,με πέτυχε στο δρόμο της επιστροφής.
-Τέλειωσα νωρίτερα και γύρισα σπίτι κατ’ευθείαν.Έρχεσαι από δώ;
-Εντάξει αλλά δεν θα μείνω.Δυό νύχτες στη σειρά έξω απ’το σπίτι,θα με σκοτώσει η Λουκία.
-Σε περιμένω μωράκι μου!
Πώς το είχε πει ο Φίλιππος στάζοντας ειρωνία;Το παλιό λιμάνι μου,με το ναυάγιο του γάμου μου στο βυθό!Ίσως και να είχε δίκιο αλλά ήταν και το μόνο λιμάνι που μου είχε απομείνει-προς το παρόν.Δεν είχα αποφασίσει αν θα έδενα για πάντα σ’αυτό το λιμάνι-αλλά το Ντίνο τον αγαπούσα.Εκείνο τον καιρό θα έπαιρνα όρκο γι’αυτό.
Και πες μου τώρα,ποια γυναίκα δεν έχει τις αμφιβολίες της,σχετικά με τον άντρα που
είναι δίπλα της;Είχα κι’εγώ τις δικές μου.Αλλά σε γενικές γραμμές ένιωθα καλά μαζί του.Όσο είχα το κλειδάκι της πολύτιμης ανεξαρτησίας μου κρυμένο στο βάθος της
τσάντας μου,πρόχειρο ανά πάσα στιγμή για να ξεκλειδώσω την πόρτα και να φύγω,δεν είχα πρόβλημα.
Βρήκα το Ντίνο,χαλαρό,ευδιάθετο,να ετοιμάζει καφέ στην κουζίνα.Με υποδέχθηκε
λαύρος!
Ήθελε να με πάει σηκωτή στο κρεββάτι και παραξενεύτηκε όταν εγώ έδειξα απρόθυμη να τον ακολουθήσω.
-Τι τρέχει αγαπούλα μου,συμβαίνει κάτι;
Αποφάσισα ξαφνικά να φανώ ειλικρινής!
-Συναντήθηκα με το Φίλιππο!
-Πότε;-η ερώτηση έσκασε σαν βόμβα!
-Λίγο πριν έρθω!
Έμεινε σιωπηλός-εκνευριστικά σιωπηλός,χωρίς να με κοιτάζει.
-Δεν θα πεις κάτι;
-Το έκανες τελικά,έτσι;Δεν άντεξες να τον αγνοήσεις.Γιατί Μελίνα;
-Γιατί έπρεπε Ντίνο μου.Ήθελα απαντήσεις…εξηγήσεις που μόνο εκείνος μπορούσε να μου τις δώσει.
-Και τις πήρες;
-Με το παραπάνω.Έληξε αυτή η ιστορία,αγάπη μου!Μην ανησυχείς!
-Δεν ανησυχώ Μελίνα.Αέρας μου λείπει.Πνίγομαι!Πρέπει να βγω ν’αναπνεύσω.Εσύ μείνε όσο θέλεις.Μάλλον θ’αργήσω να γυρίσω!
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε,αφήνοντάς με μόνη μπροστά στα άδεια φλυτζάνια του καφέ. «Μάλλον θ’αργήσω να γυρίσω».Με άφηνε να βράσω μόνη μου στο ζουμί μου.
Χωρίς να τον ενδιαφέρει πώς θα ένιωθα εγώ.Έτσι όπως τα κατάφερες,κόψε το λαιμό σου και βγάλτα πέρα μου έλεγε εκείνο το «μάλλον θ’αργήσω να γυρίσω»!
Λίγη ώρα αργότερα,σκέφτηκα πως δεν θα είχε νόημα να τον περιμένω.Η βραδιά μας είχε χαλάσει,η κρίση ειλικρίνειας, μου είχε βγει ξυνή κι’ένας περίεργος φόβος είχε αρχίσει να με κυριεύει-μήπως με την ομολογία μου,είχα πει αντίο και στον δεύτερο έρωτά μου,αυτή τη φορά με το κεφάλι κάτω,από το βάρος της «αταξίας» μου.
Τακτοποίησα τα φλυτζάνια στην κουζίνα,έσβυσα την καφετιέρα και πήγα στο μπάνιο να ρίξω λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου που έκαιγε.Στα ραφάκια αραδιασμένα τα
βαζάκια με τις κρέμες μου,η οδοντόβουρτσά μου,η βούρτσα για τα μαλλιά.Ένιωσα μια πικρή γεύση στο στόμα.-«Ηλίθια!Τί έκανες πάλι;Μέχρι να ξανάρθεις σ’αυτό το διαμέρισμα-αν ξανάρθεις ποτέ,οι κρέμες θα έχουνε λήξει.Ποιός άντρας συγχωρεί εύκολα μια γυναίκα που δυσκολεύεται να ξεκόψει από τον πρώην εραστή της;»
Τα άφησα όλα όπως ήταν! Αν επρόκειτο να λήξει η σχέση μου με το Ντίνο,σκασίλα μου αν θα έληγαν και οι κρέμες!
Φεύγοντας από το διαμέρισμα,άφησα ένα μικρό σημείωμα στο μαξιλάρι του.
-«Όταν θα σου περάσει ο θυμός και καταλάβεις πως απλώς σου είπα την αλήθεια
γιατί σ’αγαπάω και δεν θέλω να σε ξεγελώ με ψέμματα,τηλεφώνησέ μου!!Μελίνα».

Για πολλές μέρες,ο Ντίνος δεν ακούστηκε.Ούτε και φάνηκε από το γραφείο ή κι’αν ήρθε,δεν επεδίωξε να με δει.Η Λουκία καθόταν κι’αυτή σε αναμμένα κάρβουνα.
-Τι έγινε αυτός ο χριστιανός;Εξαφανίστηκε έτσι ξαφνικά;Τι τούκαμες;
-Γιατί πρέπει να του έχω κάνει κάτι ε γ ώ,μαμά μου;
-Γιατί σε ξέρω τι κουμάσι είσαι-εγώ σε γέννησα,το ξέχασες;
Η Ροζαλία ήταν η μόνη που έμαθε,τι ακριβώς είχε συμβεί.Μ’έλουσε πατόκορφα!
-Εεεε!!!Εσύ δεν τρώγεσαι Μελίνα μου!Δε φτάνει που έτρεξες να βρεις τον άλλο πίσω
απ’την πλάτη του,πήγες και του τ’αράδιασες όλα,χαρτί και καλαμάρι!Άντρας είναι-τι ήθελες να κάνει να σου πει μπράβο;
-Να εκτιμήσει την ειλικρίνειά μου,περίμενα! Όχι να με παρατήσει και να σηκωθεί να φύγει.Κι’ο Φίλιππος τα ίδια έκανε.Γιατί βρε Ρόζα;Κάθε φορά που μιλάω σ’έναν άντρα με ειλικρίνεια,παίρνει δρόμο.Πάει ο πρώτος,πάει κι’ο δεύτερος!Δεν το καταλαβαίνω!
-Έτσι είναι οι άντρες Μελίνα μου!Όταν πρόκειται για τη γυναίκα που αγαπούνε,ψέμα τους πεις –αλήθεια τους πεις,άμα δεν τους συμφέρει,θέλουν μια κάσα σόδες για να τη χωνέψουν.Θα τη χωνέψει κι’αυτός-πού θα πάει!Μη στενοχωριέσαι.Σ’αγαπάει βρε!!!
-Μακάρι νάναι έτσι Ρόζα μου!
Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά εκείνο το διάστημα.Ένα τηλεφώνημα της Χρυσής για να μου πει πως είχε βάλει μπροστά να σενιάρει το σπίτι στο χωριό,μου θύμισε την υπόσχεση που είχα δώσει στη Νάνσυ.Να γράψω για τα όσα είχαν συμβεί τους προηγούμενους μήνες στη Ρόδο.Αλλά δεν ήμουν έτοιμη ακόμα.Είχα να τακτοποιήσω
πολλά κι’αυτή τη φορά,η προσωπική μου ζωή είχε προτεραιότητα.Την παραμονή των γενεθλίων μου,ήμουν από το πρωί στα μπουρίνια μου.Την πλήρωσε η Βέτα που θέλησε να μάθει ποια μύγα με τσίμπησε κι’είχα αφηνιάσει στα καλά καθούμενα.
-Να κοιτάς τη δουλειά σου Βετούλα-κι’άσε τον κόσμο στην ησυχία του.Η μύγα,είναι δική μου υπόθεση!
Ανήμερα των γενεθλίων μου το πρωί,Η Λουκία,μαζί με τον καφέ και τη γαλατόπιττα της Ρόζας,μου σερβίρισε και την πληροφορία πως από τις δώδεκα τα μεσάνυχτα,είχα πατήσει τα σαρανταπέντε!
-Και τώρα τι θέλεις μανούλα,να πηδήξω απ’το μπαλκόνι για να το γιορτάσω;
-Να κοιτάξεις να μαζευτείς,να δεις τι θα κάμεις.Ο Ντίνος;Ο Ντίνος!!Καλύτερα απ’το τίποτα.Παντρέψου τον να τελειώνουμε.
-Ο Ντίνος,πέταξε Λουκία!
-Κι’α υ τ ός; Τι τρέχει με σένα κόρη μου;Τον αντροδιώχτη έχεις;
Κι’ όμως!Ο Ντίνος,δεν είχε πετάξει.
Λίγες μέρες αργότερα,ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου,έφτασε στο σπίτι ένα τεράστιο
καλάθι με κατακόκκινα τριαντάφυλλα κι’ένα σημείωμα κλεισμένο σε αρωματισμένο φακελλάκι-καρδούλα.Θα προτιμούσα να μου τα έστελνε στα γενέθλιά μου-κι’ ένα μοναδικό τριαντάφυλλο θα μου έφτανε.Η ζ ω ή ,είναι που θέλει το τριαντάφυλλό της
για ν’αναθαρρήσει όταν είναι διπλωμένη στα δυο από τον πόνο.Ο έρωτας,όταν είναι Ερωτας,είναι τριαντάφυλλο εκατόφυλλο,από μόνος του.
Άνοιξα στα δυο την κόκκινη καρδούλα και διάβασα το σημείωμα.
«Σ’αγαπώ σαν τρελλός!
  Παντρέψου με αύριο
  αν θέλεις να συνεχίσω
  να ζω!
   Ντίνος.»
Αυτό,ήταν η χαριστική βολή στην υποτιθέμενη ανεξαρτησία μου.
Γιατί Λουκία και Ροζαλία,που έτρεξαν να πληροφορηθούν από ποιόν ήταν αυτός ο «κινητός»τριανταφυλλόκηπος,με άρπαξαν απ’τα μούτρα λες κι’ήταν συνεννοημένες!
-Είδες που στάλεγα Μελίνα μου.Ξεθύμανε ο θυμός του και ορίστε!
-Εκείνος μπορεί να ξεθύμανε Ρόζα αλλά εγώ δεν ξεθύμανα για να ξεχάσω τη γαϊδουριά του,μ’ένα κοφίνι τριαντάφυλλα.
Η μάνα μου,προτίμησε την τακτική της κατά μέτωπον επίθεσης!
-Αυτόν τον γλυκό άνθρωπο,αν δεν το παντρευτείς,δε θέλω να σε ξέρω για κόρη μου!!!
-Ξέχασες πως μέχρι πρόσφατα,τον θεωρούσες «κατιμά»!
-Ε,όλοι κάνουμε λάθη!
Το ίδιο βράδυ,η αγκαλιά του Ντίνου,αποδείχθηκε πιο πειστική!Πώς με κατάφερε;
Πριν τελειώσει η εκρηκτική νύχτα της συμφιλίωσης,μου είχε αποσπάσει ένα «ναι»
που το μετάνιωσα την ίδια στιγμή που το είπα αλλά ήταν πια αργά για να το πάρω πίσω.
Γύρισα στο σπίτι,με τ’αυτιά κατευασμένα.Έγώ,η ανεξάρτητη,η απελευθερωμένη,η ήδη μια φορά καμμένη από την «ευτυχία» του γάμου Μελίνα,ήμουν έτοιμη να δρασκελίσω για δεύτερη φορά το κατώφλι του έγγαμου βίου και μάλιστα με τον ίδιο άντρα!
Το πρωί ξύπνησα με το πρόσωπο γεμάτο κόκκινα σημαδάκια και καντήλες και μια τρελλή φαγούρα που μ’έκανε να θέλω να ξεφωνίσω!
-Αναφυλαξία!Διέγνωσε η Λουκία.-Κάτι έφαγες και σε πείραξε!Τί φάγατε χτες το βράδυ στου Ντίνου;
‘Ελα μου ντε!!Τί φάγαμε στου Ντίνoυ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου