Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Η ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ -ΕΚΔ.ΚΑΛΛΙΕΠΕΙΑ 2008 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ



Ο Σταύρος στη ζωή μου.

΄Όταν τέθηκε το θέμα του πού θα μέναμε μετά το γάμο,η Ελευθερία είχε έτοιμη την πρόταση.
-Δε ξέρω τι θα κάνετε μετά,αφεντικά είστε αλλά νομίζω πως για τον πρώτο καιρό καλό θα είναι,να μείνετε στο σπίτι μαζί μου.Το παιδί εκεί έχει συνηθίσει μέχρι τώρα
και θαρρώ ,δε θάναι καλό γι΄αυτό να φύγει απότομα από κοντά μου και να βρεθεί σ΄ένα καινούργιο περιβάλλον με τη Βέρα που δεν πρόλαβε καλά-καλά να τη γνωρίσει.
Λέω,να μείνουμε για ένα διάστημα όλοι μαζί,να μη φύγει ξαφνικά απ΄το χώρο του και μετά,βλέπετε τι θα κάνετε.
Συμφωνήσαμε όλοι με τη γνώμη της.Δεν ξέραμε ότι ήδη απ΄το Γεννάρη,η μαμά,με τη βοήθεια του Ραγκιαβή,διαπραγματευόταν ένα διαμέρισμα στην Κηφισίας,λίγο πιο πάνω απ΄την Αγία Τριάδα.Μας το ανακοίνωσε πάνω στη συζήτηση.
-Πάμε και το βλέπετε κι΄αν σας αρέσει,θα πούμε του Θέμη να ετοιμάσει τα συμβόλαια.Θα χρειαστεί κανένα δίμηνο ώσπου να το ετοιμάσουμε,οπότε μένετε αυτό το διάστημα με την Ελευθερία κι΄όταν ετοιμαστεί μετακομίζετε…
Ο Χρήστος ξαφνιάστηκε κι΄η Ελευθερία το ίδιο.
-Τι λες Παολίνα μου,ετοιμάζεσαι ν΄αγοράσεις διαμέρισμα για μας;(Το «μητέρα» η Παολίνα του τόχε ξεκόψει απ΄την αρχή-μου πέφτεις μεγάλος για γιος,του είπε γελώντας,την πρώτη φορά που δοκίμασε να την αποκαλέσει έτσι).
-Χρήστο μου,κόρη παντρεύω –δε θα την προικίσω;Πού το παράξενο;
Πήγαμε λοιπόν και το είδαμε.Στον τέταρτο όροφο,καινούργιο,άνετο,καλοβαλμένο με θέα στη Λεωφόρο.Μας άρεσε.Προχώρα το,είπα στη μαμά.
Το βράδυ,όπως χουζουρεύαμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι του Πωλ,μου το πέταξε.
-Ματσωμένη η Παολίνα,έτσι μωρό μου;-Δε μου τάπες αυτά..
-Τι δεν σου είπα Χρήστο μου;
-΄Ότι το φυσάτε το παραδάκι μανάρι μου..
-΄Ό,τι μας άφησε ο μπαμπάς,αγάπη μου-αυτό είν΄όλο..
-Δηλαδή ,να υποθέσω ότι έχεις και δικά σου λεφτά;
-Κάτι έχω κι΄εγώ-το μερίδιό μου δηλαδή..
-Κοίτα ρε,που παίρνω πλούσια γυναίκα και δεν τόξερα…
-Αν τόξερες δηλαδή τι θα έκανες Χρήστο μου;
-΄Ότι κάνω και τώρα μωρό μου..
΄Επεσε πάνω μου σαν πεινασμένος κι΄εκεί,έκλεισε η κουβέντα.


Μια βδομάδα μετά το γάμο μας,ο Χρήστος είχε προγραμματισμένο,επαγγελματικό ταξείδι στο Μιλάνο.΄Ένα δεκαήμερο,μου είπε.Θάρθεις μαζί-ευκαιρία για ένα γρήγορο
Μήνα του μέλιτος.Την ημέρα όσο εγώ θα τρέχω στους προμηθευτές,εσύ θα μπορείς να χαζεύεις τις βιτρίνες και να γυρίζεις στ΄αξιοθέατα.Εγώ τάχω δει τόσες φορές που τάχω σιχαθεί…Θα κάνεις και τα ψώνια σου…Τα βραδάκια όμως,δικά μας μανάρι μου.
-Να πας κόρη μου,πετάχτηκε η Ελευθερία.Δεν είναι σωστό να χωρίσετε δέκα μέρες,ακόμα δεν παντρευτήκατε..
-Κι΄ο Σταύρος μητέρα;
-Ο Σταύρος,θάναι μια χαρά..για δέκα μέρες δεν θα χαλάσει ο κόσμος.
Στενοχωριόμουν που θ΄άφηνα το παιδί.Είχε αρχίσει να δένεται μαζί μου-μήπως με ξεχνούσε μέχρι να γυρίσω;Απ΄την άλλη,η πρόκληση αυτού του ταξιδιού ήταν πολύ μεγάλη για να την αγνοήσω.Φύγαμε μια Δευτέρα πρωί ,τέλη Φλεβάρη,αεροπορικώς.
Το χειρότερο ταξείδι που έκανα στη ζωή μου και βέβαια για Μήνα του μέλιτος,ούτε λόγος να γίνεται.Βρέθηκα σε μια πόλη που δεν την ήξερα.΄Ομορφη αλλά απρόσωπη και παγωμένη.Πέρασα τις μέρες μου ,μόνη,χαζεύοντας άσκοπα στους μεγάλους δρόμους με τις φανταχτερές βιτρίνες ,προσπαθώντας ν΄ανακαλύψω μια ζεστή γωνιά
που θα την έκανα στέκι μου για όσο διάστημα απόμενε.Μάταια.΄Ενιωθα εγκαταλειμμένη στην τύχη μου,σε μια ξένη πόλη.Σκεφτόμουν συνέχεια τη Βερόνικα.Ευτυχώς μου είχε μάθει όσα ιταλικά χρειαζόμουν για να παραγγέλνω αξιοπρεπώς τον καφέ μου και κάτι να τσιμπήσω.Ο Χρήστος, εξαφανισμένος όλη μέρα.Δεν έπαιρνε ούτε τηλέφωνο –για να μην αναγκαστώ να κλειστώ στο ξενοδοχείο
περιμένοντας το τηλεφώνημά του ,έλεγε.Τις νύχτες,η αγκαλιά του ,ήταν πάντα ανοιχτή και πρόθυμη-μια ανάσα παρηγοριάς για ν΄αντιμετωπίσω την επόμενη μοναχική μέρα μου.Το Σαββατοκύριακο που μεσολάβησε,το περάσαμε στο Ξενοδοχείο-ήταν κομμάτια είπε,δεν είχε κουράγιο ούτε να σηκωθεί απ΄το κρεββάτι.
Ωραίος μήνας του μέλιτος!Χίλιες φορές καλύτερα,να είχα μείνει στην Αθήνα.
-Σούχω κάτι μοντέλλα  στα κιβώτια που θα ξετρελλαθείς,μου είπε στο αεροπλάνο της επιστροφής.
-Πού είναι τα κιβώτια;
-΄Ελα βρε μανάρι μου,θα τα στείλουν με φορτωτική-εμείς θα τα φορτωνόμασταν;
Σωστά-μέσα στην τόση μοναξιά είχε αρχίσει να νερουλιάζει και το μυαλό μου.
΄Όταν,γυρίζοντας σπίτι,έσφιξα στην αγκαλιά μου το Σταυρούλη που έτρεξε ξεφωνίζοντας να με υποδεχτεί,ευχαρίστησα το θεό που αυτό το «ανεπανάληπτο» ταξείδι του μέλιτος είχε τελειώσει.
΄Ένα μήνα μετά,λίγο πριν το Πάσχα,μεταφερθήκαμε στο καινούργιο διαμέρισμα.
-Α,εδώ θα μένω εγώ,όταν θάρχομαι να φυλάω το Σταυράκη,δήλωσε η Ελευθερία μόλις είδε το μικρό,φωτεινό δωμάτιο ,ακριβώς δίπλα στο παιδικό.
-Βρε μητέρα,στη σκέψη μου είσαστε-αυτό σκέφτηκα κι΄εγώ μόλις το είδα.Θα σας το φτιάξω,κουκλίστικο,έννοια σας.
Η πεθερά μου ήταν η μοναδική εναλλακτική,για τις φορές που θα θέλαμε να βγούμε βράδυ-ακόμα τότε,υπολόγιζα σε βραδυνές εξόδους,χωρίς τον ξενοδόχο!!Η Παολίνα που είχε ακόμα τις φοβίες της μετά το δυστύχημα,το είχε δηλώσει απ΄την αρχή-«εγώ,μέρα ό΄τι θελήσετε αλλά για βράδυα,ξεχάστε το.»
Ο Σταύρος,είχε αρχίσει να σχηματίζει τις δικές του λεξούλες,που μόνο παρακολουθώντας το βλέμμα του μπορούσα να τις καταλάβω.΄Ηταν ένα χαρούμενο,γελαστό παιδάκι.Καλόβολο,τρυφερό-«δός μου ένα φιλάκι» τούλεγα.
Μ΄αγκάλιαζε τότε απ΄το λαιμό και κόλλαγε με δύναμη το στοματάκι του στο μάγουλό μου,δαγκώνοντάς το-αυτό ήταν το φιλάκι του.Για καιρό,ένιωθα διαρκώς ένα κόμπο στο λαιμό,απ΄το άγχος μου να προλάβω κάθε του ανάγκη,να προλάβω το κλάμα του,να του δώσω αγάπη.Σιγά –σιγά η καρδιά μου ,άρχισε να βρίσκει μόνη της το δρόμο-χωρίς να χρειάζεται να σκεφτώ,να υπολογίσω κινήσεις .΄Αρχισε να με οδηγεί το ένστικτο.΄Όταν ανέβαινε δίπλα μου στον καναπέ κουβαλώντας το βιβλιαράκι του με τις εικόνες για να του διαβάσω, δε χρειαζόταν να σκεφτώ για ν΄απλώσω το χέρι μου και να τ΄αγκαλιάσω .΄Όταν το βράδυ ,την ώρα που το έβαζα στο κρεββατάκι του για ύπνο έσκυβα να το φιλήσω και να σιγουρέψω τα σκεπάσματα γύρω απ΄το κορμάκι του,η γλύκα που ένιωθα μέσα μου,μου τόλεγε:ήταν ο γιος μου.
Δεν τον είχα γεννήσει εγώ αλλά τον ένιωθα κομμάτι απ΄τη σάρκα μου.Σκεφτόμουν συχνά τη Μαρία με τρυφερότητα.΄Εφυγε τόσο νωρίς κι΄έχασε τόσα πολλά.Κάποια στιγμή,στο μέλλον,όταν θα μπορούσε να καταλάβει κάποια πράγματα,θα έβαζα μια φωτογραφία της σε μια γωνιά του δωματίου του και θα τούλεγα πως εκείνη,η Μαρία ήταν η γυναίκα που το διάλεξε για παιδί της κι΄άνοιξε το δρόμο για να φτάσει σε μένα.΄Αλλωστε,κι΄η ταυτότητά του όταν θα μεγάλωνε,αυτό θα έγραφε:του Χρήστου και της Μαρίας..Μια απ΄τις πολλές φορές που έκανα αυτή τη σκέψη,έμεινα ξαφνικά σύξυλη.Ποια ταυτότητα ηλίθια;Απ΄το πρώτο του Ενδεικτικό του Χρήστου και της Μαρίας θα είναι.΄Ο,τι έχεις να πεις,θα το πεις πριν πάει Σχολείο κι΄αρχίσει να διαβάζει μόνος του ,αλλιώς θα βρεθεί ξαφνικά με δυο μαμάδες,που δεν θα ξέρει πώς να τις βολέψει στο μυαλουδάκι του.Θα το συζητούσα με το Χρήστο-είχαμε καιρό..

Οι πρώτοι μήνες της έγγαμης ζωής μου κύλησαν ομαλά.Τίποτε το συναρπαστικό,πέρα απ΄την πραγματικά συναρπαστική παρουσία του παιδιού και τις μικρές εκπλήξεις που μας επεφύλασσε μέρα με τη μέρα.Κόντευε δυόμισυ κι΄είχε αρχίσει ν΄αραδιάζει τις πρώτες του κουβεντούλες.΄Ένα μεσημέρι ,έβαλα στο τραπέζι το πιάτο με το φαγητό του-«έλα στη μαμά να φάμε το φαγάκι μας»του φώναξα,όπως έκανα πάντα.΄Ετρεξε κι΄έπεσε πάνω στα γόνατά μου,ψελλίζοντας «μα-μά».Τρελλά-
θηκα απ΄τη χαρά μου.Ξαναπέστο αγάπη μου,του είπα «μαμά»-«μαμά» επανέλαβε γελώντας.Η αρχή είχε γίνει.
Με το Χρήστο ,δεν είχα πρόβλημα.Μόνο το θέμα της δουλειάς του με είχε ενοχλήσει λιγάκι.Σχεδόν κάθε βράδυ είχε κι΄από μια συνάντηση επαγγελματική,συνήθως κανονισμένη τελευταία στιγμή .Ακόμα κι΄αν ήθελα να πάω μαζί του,πού να ξεσηκώναμε την Ελευθερία δέκα κι΄έντεκα η ώρα νάρθει να φυλάξει το παιδί-έβγαινε μόνος του.Είχα σχεδόν ξεχάσει πώς είναι να βγαίνεις βράδυ με τον άντρα σου για διασκέδαση.Ερχόταν σχεδόν πάντα ξημερώματα,βρωμοκοπώντας ουίσκυ και καπνό απ΄τα τσιγάρα.Καμιά φορά ,περνούσε και βδομάδα ,χωρίς να μ΄αγγίξει-«κουρασμένος,πτώμα».Δεν πήγαινε ο νους μου στο πονηρό.΄Ημουν πολύ αφελής ακόμα-τον πίστευα.
-Δουλεύεις πολύ Χρήστο μου, του παραπονέθηκα ένα πρωί την ώρα του καφέ.
-Τι να σου κάνω μανάρι μου;Δεν βγάζεις και κανένα φράγκο απ΄την τράπεζα ν΄ανοίξω μια δική μου δουλειά..
-Αφού έχεις τη δουλειά σου…
-Ποια δουλειά,την αποθήκη; ΄Ένα δικό μου μαγαζί χρειάζομαι ,να πουλάω μόνος μου αυτά που κουβαλάω απ΄έξω κι΄όχι να κυνηγώ τους εμπόρους να τ΄αγοράσουν.Αυτά τα πράγματα όμως,χρειάζονται κεφάλαιο κι΄εγώ δεν τόχω-κατάλαβες αγάπη μου;

Η Παολίνα κλώτσησε άγρια.
-Δεν κατάλαβα!΄Εχει μια σπιταρώνα και κάθεται,θέλει να του ανοίξεις και μαγαζί;
-Μαμά μου,το σπίτι δεν του το δώσαμε,δικό μου είναι.Τώρα ,για το μαγαζί ,έχει ένα δίκηο.Πάει –έρχεται και κουβαλάει  και τρέχει πίσω απ΄τους άλλους για να διαθέσει αυτά που φέρνει.Αν έχει ένα δικό του μαγαζί,θα διπλασιάσει τα κέρδη του.Για το καλό θάναι,δεν το καταλαβαίνεις;΄Άλλο να πουλάς χονδρική κι΄άλλο λιανική…
-Τι να σου πω Βέρα μου-αυτό που ακούω δεν μ΄αρέσει-(σάμπως άρεσε σε μένα;Το ποίημα που μούχε μάθει έλεγα).Δεν μ΄αρέσει καθόλου.Πολύ νωρίς άπλωσε το χέρι του.Είναι όμως άντρας σου-εσύ τον ξέρεις καλύτερα.Αν το βλέπεις σωστό,πάρε το
Ραγκιαβή και συνεννοήσου.Ενήλικη είσαι,παντρεμένη γυναίκα είσαι πια-κάνε όπως νομίζεις.
Μέσα σ΄ένα μήνα,άνοιξε το κατάστημα στην Πατησίων.Το γέμισε με το εμπόρευμα που ήδη υπήρχε στην αποθήκη.Ο Χρήστος ήταν ενθουσιασμένος.
-Αγάπη μου ,σε λατρεύω.Αυτό που έκανες για μένα δεν το περίμενα-δε θα τόκανε ούτε η ίδια μου η μάνα.Σ΄ευχαριστώ.
Είχε ξαναγίνει ο Χρήστος που ήξερα,με τις ξαφνικές αγκαλιές και τα φιλιά,με τα «αγάπη» και τα «μωρό μου».Ξαναθυμήθηκε τον παθιασμένο τρόπο που μου έκανε έρωτα.΄Αξιζε τον κόπο-εκείνος ο Χρήστος με τις μπηχτές,τα μούτρα,τα νεύρα και τις συνεχείς βραδυνές εξόδους δεν ήταν ο άντρας που είχα ερωτευτεί.Κρατούσε το μαγαζί με μεγάλη συνέπεια.Οι δουλειές πήγαιναν καλά.΄Εκανε σχέδια για το επόμενο ταξείδι του «θα πάω μια βόλτα στο Λονδίνο» μου πέταξε μια μέρα.΄Εχουν ωραία μόδα εκεί απ΄ότι ακούω.Τί Παρίσι και τι Μιλάνο.Τα εγγλέζικα ρούχα έχουν πέραση τώρα-αυτά ζητάνε οι γυναίκες.Να πάω κι΄εγώ ,δεν το συζητούσα.Δεν θ΄άφηνα το παιδί με κανένα τρόπο-άλλωστε ήταν λίγες μέρες τώρα που δεν ένιωθα στα καλά μου.
Σηκωνόμουν το πρωί κι΄έτρεμαν τα πόδια μου.Ο πονοκέφαλος με θέριζε κάθε τόσο.
Μια αδυναμία που δεν μπορούσα να την εξηγήσω.Ανησύχησα-άρπαξα κανένα κρυολόγημα,καμιά ίωση καλοκαιριάτικα;Η πρώτη μου σκέψη,πήγε στο παιδί.Να μην το κολλήσω.Απέφευγα να το φιλώ όταν το είχα στην αγκαλιά μου.΄Ένα πρωί ,σηκώθηκα και δεν μπορούσα να σταθώ όρθια απ΄τη ζαλάδα.΄Ενιωσα να με λούζει κρύος ιδρώτας.Πήρα τηλέφωνο την Ελευθερία.
-Μητέρα,δεν έρχεστε από δω σας παρακαλώ-δεν νιώθω στα καλά μου.
-Τι έχεις κόρη μου,τι αισθάνεσαι;
-Δεν ξέρω ,μάλλον καμιά ίωση θάναι.
Αχαρνών-Κηφισίας δεν είναι μακρυά.Μισή ωρίτσα της πήρε.
Με το που της άνοιξα την πόρτα με το Σταυράκη πίσω μου,έβαλα τη χούφτα στο στόμα κι΄έτρεξα στο μπάνιο.΄Ισα που πρόλαβα.Εμετός.Τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά απ΄ότι είχα υπολογίσει.
΄Όταν βγήκα,άσπρη κι΄ιδρωμένη,χαμογελούσε με το παιδί στα γόνατά της.
-΄Εκανες εμετό Βέρα μου;Με το καλό να το δεχτούμε κορίτσι μου.
-Τι να δεχτούμε μητέρα;
-Το αδερφάκι του Σταύρου μας.Παιδί περιμένεις κόρη μου-δεν το κατάλαβες;
Παιδί;Τα είχα χαμένα.Ούτε που είχε πάει το μυαλό μου.
Θα πάρω το μικρό στο σπίτι,να μπορέσεις να ξεκουραστείς. Πρωινή ναυτία είναι.
Θα σου φτιάξω ένα τσαγάκι και θα ξαπλώσεις κούκλα μου.Το απόγευμα,αν νιώσεις καλύτερα,έρχεται ο Χρήστος και παίρνει το παιδί,αλλιώς,αύριο.
΄Επεσα στο κρεβάτι κι΄έκλεισα τα μάτια γιατί το δωμάτιο γύριζε.Νόμιζα πως είχα ξαπλώσει πάνω σε στρώμα θαλάσσης,σε μέρα τρικυμίας. Κοιμήθηκα.Ξύπνησα απ΄τη φωνή του Χρήστου.
-Βέρα,μωρό μου; Τι έχεις αγάπη μου ;Πού είναι το παιδί;
Σηκώθηκα με κόπο.΄Ενιωθα κάπως καλύτερα.
-Στη μητέρα σου Χρήστο μου-δεν ένιωθα καλά κι΄ήρθε και το πήρε..
-΄Αρπαξες καμιά ίωση μάλλον.
-Μάλλον.
Το απόγευμα,μόλις ο Χρήστος έφυγε για το μαγαζί,χτύπησα το κουδούνι δίπλα στην πρώτη πινακίδα με τ΄όνομα  γυναικολόγου που βρήκα μπροστά μου.
-Συγχαρητήρια κυρία Μάρκου,μου είπε μετά την εξέταση.Είστε ήδη στον τρίτο μήνα της κύησης.
΄Εφυγα απ΄το ιατρείο του ,με φτερά στα πόδια.Σκεφτόμουνα το Χρήστο και τη χαρά που θα ένιωθε.-Θέλω να κάνω παιδιά μαζί σου,μου είχε πει.Να τα δω να μεγαλώνουν
όσο είμαι ακόμα νέος.
Φρεσκαρίστηκα,έφτιαξα ένα τσάι παγωμένο-τέρμα οι πολλοί καφέδες και το τσιγάρο-και στρώθηκα να τον περιμένω.Πώς θα του τόλεγα;
Αγάπη μου ,είμαι έγκυος- όχι,είναι βαρύγδουπο και συνηθισμένο..
Μωρό μου,σε λίγο θα γίνουμε τρεις ,είχα διαβάσει κάπου-γελοίο,άλλωστε εμείς θα γινόμασταν τέσσερεις,όχι τρεις.
Χρήστο μου,περιμένω παιδί-πολύ λαικό…αποκλείεται.Πρέπει να βρω κάτι πιο πρωτότυπο να του πω.
Αγάπη μου σε λίγους μήνες θα γίνεις πατέρας,μήπως;-πολύ μελοδραματικό.
Πώς θα τόλεγα αν ήμουν ηρωίδα μυθιστορήματος;Λατρεία μου,μέσα μου μεγαλώνει ένα κομμάτι από σένα!!!Α! ρε Βέρα,σημασία έχει το νέο κι΄όχι ο τρόπος που θα το πεις.΄Ασε νάρθει-κι΄ότι σου κατέβει εκείνη την ώρα.
Τηλεφώνησα στην πεθερά μου.Πήγα στο γιατρό της είπα-δίκηο είχατε.΄Εκανε τρελλές χαρές.Το παιδί θα το κρατήσω γι΄απόψε είπε ,αφού καταλάγιασαν οι εκρήξεις χαράς.Μείνετε να τα πείτε με τον άντρα σου κόρη μου.Στο φέρνω αύριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου