Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

ΑΝ ΕΙΧΕΣ ΦΥΓΕΙ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ


 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Κεφ.13

Λίγο μετά το χρόνο της Φανούλας,ο παπα-Κυριάκος,πάντρεψε τη Ματίνα με το Νότη
με ελάχιστους συγγενείς και φίλους γύρω τους.΄Ένα μυστήριο,λιτό,διακριτικό,με δάκρυα και χαμόγελα να ραίνουν το νέο ζευγάρι.Η Αριστέα ,υποδέχθηκε τη νύφη της στο σπιτικό της,σαν αληθινή της κόρη..Κι΄όταν ,δέκα μήνες αργότερα η Ματίνα έφερε στον κόσμο τη δική της κόρη,εκείνη στάθηκε πάνω απ΄την κούνια του μωρού και ρώτησε μ΄ένα αινιγματικό χαμόγελο-Πώς θα τη βγάλετε;Ο Νότης κι΄η Ματίνα,συνεννοήθηκαν με τα μάτια…
-Δε θα σε πειράξει ,κορίτσι μου;
-Τι να με πειράξει Νότη μου;Αδερφή μου ήταν κι΄εμένα η Φανούλα.
Η Αριστέα,χαμογέλασε όπως δεν χαμογελούσε συχνά τον τελευταίο καιρό.Φωτίστηκε το πρόσωπό της.
-Πάω να το πω στην Κασσιανή είπε.Και βγήκε απ΄το σπίτι σαν σίφουνας.

***

Τέσσερα χρόνια μετά τη δίκη,μαθεύτηκαν και τα νέα του Λιόντου.Βρέθηκε κοκκαλωμένος στο κελί του. «Υπερβολική δόση»,είπε ο γιατρός των φυλακών,στην Ελένη και τον παπα-Φώτη που είχαν πάει να παραλάβουν το νεκρό.Η Ελένη τον έκλαψε μ΄όσα δάκρυα της είχαν απομείνει.΄Ένα χρόνο πριν είχε θάψει την Αναστασία.Τους έβαλε δίπλα-δίπλα,μάνα και γιο. «Εσείς οι δυό,πάντα τα βρίσκατε-θα τα βρείτε και τώρα»,σκεφτόταν την ώρα της κηδείας.΄Ενιωθε μέσα της μια πίκρα ,για τον αδερφό της που δεν της συχώρεσε ποτέ την αμαρτωλή ζωή της.
-Αμ,κι΄εσύ δεν ήσουν καλύτερος του φώναξε ξεσπώντας, τη στιγμή που άφηνε πάνω στο φρεσκοσκαμένο χώμα το μπουκέτο με τα τριαντάφυλλα-τ΄αγαπημένα της Αναστασίας.Ούτε κι΄η ίδια τον είχε συγχωρήσει ,για την άρνησή του να τη δει έστω και μια φορά όλ΄αυτά τα χρόνια.Για την επιμονή του να τη θεωρεί «μίασμα» ,αυτός, που δε δίστασε να σκοτώσει στη μέση του δρόμου,τη μάνα του παιδιού του.Αυτός,
που ,μπαίνοντας πίσω απ΄τα σίδερα,δεν νοιάστηκε ούτε μια στιγμή,για την τύχη αυτού του παιδιού που είχε καταδικάσει στην ορφάνεια.

Δυο μέρες μετά,κατέβηκε στην Αθήνα και χτύπησε την πόρτα της Λένιας.
-΄Ηρθα να δω την ανιψιά μου..η Ελένη είμαι…του Δημήτρη.
-Ξέρω.
-Ο Δημήτρης πέθανε στη φυλακή.Ναρκωτικά μου είπανε.Προχτές τον κήδεψα.
-Λυπάμαι πολύ,Ελένη μου,αλλά την Αθηνά δεν μπορείς να τη δεις.΄Όχι ακόμα.
Περάσαμε πολλά.Το παιδί βασανίστηκε,Δεν ξέρω τι θυμάται και τι έχει μέσα στη
ψυχούλα του.Είναι νωρίς.΄Ασε να μεγαλώσει λίγο και βλέπουμε.Μην ανοίξουμε καινούργιες πληγές.
-Να μη μάθει για τον πατέρα της;Κόρη του είναι.
-Να μη μάθει Ελένη.Καλύτερα να μη μάθει.΄Αστο γι΄αργότερα όταν θα έχει την κρίση να διαχειριστεί το δράμα που πέρασε,χωρίς να πληγωθεί ξανά.Συχώρεσέ με.Να την προστατέψω θέλω.
-Πόσο είναι τώρα;
-Μπήκε στα δέκα
-Δεν την έφερες ποτέ στο χωριό ...από τότε που…
-΄Όχι,Ελένη μου..κι΄ούτε σκοπεύω να τη φέρω..΄Όχι ακόμα.Οι τάφοι εκεί πάνω,μπορούν να περιμένουν…Σου είπα-είναι νωρίς..
Τη συνόδευσε μέχρι την πόρτα.Πριν προλάβει να την ανοίξει,άκουσε τη φωνή . -«Ποιος ήταν θεία Λένια;»
-Μια φίλη μου αγάπη μου.Φεύγει τώρα.
Η Αθηνά ήρθε και στάθηκε δίπλα της..Κοίταξε την Ελένη με τα μεγάλα καστανά της μάτια.
-Φ ί λ η  σου;Δεν την έχω ξαναδεί!
-΄Ελειπα Αθηνούλα,γι΄αυτό.Και θα ξαναφύγω.Δε μένω στην Αθήνα-μένω μακρυά..
-Πού;
-Στη Χαλκιδική.Τη ξέρεις τη Χαλκιδική Αθηνά;
-Την έχω δει στο χάρτη.Η θεία ,λέει πως εκεί  γεννήθηκα αλλά δεν έχω πάει ποτέ..
-Να πεις στη θεία,να σε φέρει καμιά φορά.Είναι όμορφα.
-Εντάξει!
-Κι΄εσύ είσαι όμορφη Αθηνούλα μου.Πολύ όμορφη..
Με μια κίνηση-αστραπή,η Ελένη,έσκυψε και φίλησε το καστανό ,κοριτσίστικο
κεφαλάκι.Βγαίνοντας στο δρόμο με μάτια που πονούσαν απ΄τα δάκρυα,νόμισε πως ο κόσμος γύρω της είχε αδειάσει.Αισθάνθηκε μόνη-ολομόναχη σε μιαν έρημο που δεν της ήταν άγνωστη.Την είχε διασχίσει αυτή την έρημο παλιότερα και τώρα έπρεπε να
την ξαναπεράσει.Μόνη τότε,μόνη και τώρα!
Την επομένη,πήρε το τρένο για Θεσσαλονίκη.Για το χωριό της.Μόνο εκεί,στο σπίτι
που μεγάλωσε κι΄απαρνήθηκε στα νιάτα της,μόνο εκεί,την άντεχε τη μοναξιά της.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου